April 24, 2013

ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ, του Σπύρου Ζωνάκη

Ο Μάριος Σούσης, 75 ετών, είναι πρόεδρος του Συλλόγου Απογόνων Θυμάτων του Ολοκαυτώματος, συγγραφέας του βιβλίου «Καλή Αντάμωση. Φιλιά εις τα παιδιά»  και πρωταγωνιστής του ομότιτλου ντοκιμαντέρ. Η Σύλβια Πικρού, 83 ετών, είναι η αδελφή του, η οποία τον προστάτευε τα χρόνια της Κατοχής όταν κρύβονταν μαζί για να σωθούν από τους Γερμανούς.

ΜΑΡΙΟΣ. Ήμασταν τέσσερα αδέρφια, η Σύλβια, ο Αλμπέρτος, η Νταίζη κι εγώ. Ο πατέρας μας, ο Ζακ, ήταν έμπορος. Είχε κατάστημα στην οδό Ερμού. Μέναμε στο κέντρο της Αθήνας, Βουλής 5. Η εποχή του πολέμου σημάδεψε την οικογένειά μας. Την ευτυχία και την αισιοδοξία της προκατοχικής περιόδου διαδέχτηκαν οι στερήσεις και οι πίκρες. Από τον Σεπτέμβριο του 1943, οπότε και επεκτάθηκε η γερμανική εξουσία στην Αθήνα, συνεχής έγνοια των γονιών μας ήταν πού θα πάμε να κρυφτούμε για να μην μας πιάσουν. Είχαν γίνει γνωστές οι διώξεις των Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Τότε, ήμουν μόλις πέντε χρονών, και  τους ρώτησα με περιέργεια γιατί δεν πάμε να κρυφτούμε στον παππού Σούση, μόνο που ήταν κι εκείνος Εβραίος και έπρεπε να κρυφτεί. Μέχρι την απελευθέρωση κρυβόμασταν σε διάφορα αγροκτήματα έξω από την Αθήνα, στο Χαλάνδρι.

Ο πατέρας όμως αποφάσισε τον Ιανουάριο του 1944 να δηλωθεί για να κυκλοφορεί ελεύθερος, μήπως και μπορέσει να αποφυλακίσει την οικογένεια του μεγαλύτερου αδερφού του, η οποία είχε συλληφθεί στην κρυψώνα της κατόπιν προδοσίας. Το αίσθημα της ενότητας (αλληλεγγύης) ήταν πάντοτε πολύ έντονο στην οικογένειά μας. Έπρεπε να παρουσιάζεται κάθε Σάββατο στη Συναγωγή, τραγικό λάθος που το πλήρωσε με τη ζωή του. Ο πατέρας συνελήφθη στη Συναγωγή το Σάββατο 24 Μαρτίου του 1944 στο μπλόκο των Γερμανών μαζί με τον άλλο αδερφό του, τον πατέρα του, συγγενείς και άλλα περίπου 800 άτομα, κι από το τρένο που θα τους έστελνε στο Άουσβιτς κατόρθωσε να στείλει προς τη μητέρα μας, τη Λουΐζα, ένα τελευταίο σημείωμα αγάπης και ελπίδας, που κατέληγε: «Καλή αντάμωση. Φιλιά εις τα παιδιά». Πάντα ελπίζαμε ότι θα επιστρέψει. Θυμάμαι που μαζεύαμε χαμομήλι από τα χωράφια με τη γιαγιά για να γίνει καλά ο πατέρας που θα γυρνούσε κρυωμένος και άρρωστος. Στον εφιάλτη που ζούσαμε εκείνα τα χρόνια αισθανόμουν συνέχεια την προστασία και την αγάπη της αδερφής μου της Σύλβιας να με αγκαλιάζει. Στη ζωή μας εν κρυπτώ βρίσκαμε διέξοδο στο παιχνίδι. Φτιάχναμε χαρταετούς με εφημερίδες και αλευρόκολλα. Στήναμε δίχτυα και πιάναμε πουλιά.

Όμως, το αγαπημένο μας παιχνίδι ήταν το ποδόσφαιρο, διότι, καθώς τα τέσσερα αδέρφια αγωνιζόμασταν ως ομάδα, αυτό μας έκανε να νιώθουμε τη δύναμη της ενότητάς μας. Πάντως, εκείνο που μας είχε ενώσει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο  ήταν ένα αυγό που μοιραστήκαμε, και το οποίο είχε πάρει  κρυφά η μητέρα μας από ένα στάβλο για να μας ταΐσει. Ζούσαμε όλα τα παιδιά με το φόβο πως από τη μια στιγμή στην άλλη θα μας έπιαναν. Δεν είχαμε ιδέα πού βρισκόταν ο πατέρας κι αν ήταν ζωντανός ή όχι. Εκείνο το αυγό γινόταν για μας το σύμβολο όλων αυτών των κοινών αγωνιών. Μια άλλη φορά, στο κτήμα που κρυβόμασταν ακούσαμε άγριες φωνές γερμανών στρατιωτών που έψαχναν για κάποιον. Κρατιόμασταν σφιχτά ενωμένοι, νιώθοντας την απόλυτη έννοια του τρόμου και περιμένοντας το τέλος. Από τις γρίλιες του παραθύρου παρακολουθούσαμε ακίνητοι και άφωνοι τις κινήσεις τους. Αφού έφυγαν, μείναμε  έτσι σφιχταγκαλιασμένοι για πολλή ώρα. Εκείνη είναι η στιγμή που δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ, όπως και τη στιγμή της επιστροφής μας στην Αθήνα, έμπλεοι χαράς πια μετά την αποχώρηση των Γερμανών, με το «κάρο της λευτεριάς», όπως το αποκαλούσε η Σύλβια, μια μακριά καρότσα που τη σέρνανε δύο άλογα. Είναι αυτές οι στιγμές που μας έκαναν ως οικογένεια τόσο πολύ δεμένους και αγαπημένους. Όταν υπέφερε ο ένας, υποφέραμε όλοι. Ο πόνος και η χαρά του ενός ήταν πόνος και χαρά όλων. Και αυτό μας ακολούθησε σ’ όλη μας τη ζωή.

ΣΥΛΒΙΑ: Εκείνο που θέλω να πω για τον Μάριο είναι ότι αποτελεί τέρας εργατικότητας. Του πήρε 13 χρόνια να ολοκληρώσει το βιβλίο του, αν και τον βοήθησα κι εγώ με τις διηγήσεις μου. Τον Μάριο τον είχα, ως μεγαλύτερή του, υπό την προστασία μου. Θυμάμαι τα πρώτα χρόνια της κατοχής, το 1941 ή 1942, ήταν τριών τεσσάρων χρονών, τον είχα πάει βόλτα στον Εθνικό Κήπο, και κάτι μεγαλύτερα κορίτσια τον κατέβασαν από τις κούνιες για να παίξουν εκείνες αποκαλώντας με «Παλιοεβραία!»  Ένιωσα θιγμένη. Τις έδειρα, μάλιστα, μπροστά στα μάτια γερμανών στρατιωτών.

Τα βάσανα ξεκίνησαν για μας το φθινόπωρο του 1943 και την ανάληψη της διοίκησης της Αθήνας από τους Γερμανούς. Συναισθανόμενοι οι γονείς μας τον κίνδυνο που διατρέχαμε αποφάσισαν να κρυφτούμε στο κτήμα του κ. Βίγκου στο Χαλάνδρι, του «καλού μας αγγέλου», όπως τον έλεγα. Δυστυχώς, ύστερα από λίγο διάστημα ήρθαν οι Γερμανοί να επιτάξουν το αρχοντικό και η παραμονή μας εκεί έγινε πολύ επικίνδυνη. Έτσι, βρήκαμε καταφύγιο σ’ ένα άλλο φιλικό σπίτι στο Χαλάνδρι, τη Βίλα Κλεοπάτρα. Από τον Ιανουάριο του 1944 ο πατέρας μας σταμάτησε να κρύβεται κι άρχισε να κυκλοφορεί ελεύθερα. Τον Μάρτιο του  1944 οι Γερμανοί  τον συνέλαβαν στο μπλόκο που έκαναν στη Συναγωγή. Αμέσως με πήρε τηλέφωνο η μητέρα μας που βρισκόταν κι εκείνη στην Αθήνα, και μου λέει: «Πάρε τα παιδιά και φύγετε! Έρχονται οι Γερμανοί!». Βρίσκω τον Αλμπέρτο και τον Μάριο και καταφεύγουμε σ’ ένα μικρό σπιτάκι απέναντι κρυμμένο σε πυκνή βλάστηση. Ύστερα από λίγες ώρες ήρθαν μοτοσυκλέτες και ένα καμιόνι γεμάτο Γερμανούς ψάχνοντας να μας βρουν. Μαζί τους είχανε φέρει και τον πατέρα μας. Η Νταίζη που έπαιζε με κάτι άλλα παιδιά, αντί να φύγει, πλησίασε τη γερμανική φάλαγγα κοιτάζοντάς την αποσβολωμένη. Ο πατέρας μας της έστρεψε τα νώτα του, ώστε να μην τον αναγνωρίσει. Δεν ξέρουμε τι πραγματικά συνέβη εκείνη τη δραματική στιγμή. Το σίγουρο είναι ότι εκείνη η εικόνα τραυμάτισε βαριά την αδερφή μας για όλη της τη ζωή.  Ξυπνούσε τα βράδια φωνάζοντας ότι γύρισε ο πατέρας.

Το σπιτάκι που αποτελεί το τελευταίο κρησφύγετό μας είναι το κτήμα του Κουρτέση στο Χαλάνδρι. Εκεί, εμείς τα παιδιά της πόλης θ’ ανακαλύψουμε την ύπαιθρο και την ομορφιά της αγροτικής ζωής. Θυμάμαι τις αγελάδες, τους στάβλους, τις κότες, τα πρόβατα.  Όταν ρωτούσαμε τον Μάριο τι θα γίνει όταν μεγαλώσει, απαντούσε χωρίς κανένα δισταγμό: «Τσοπάνης».  Από τότε και για όλη τη μετέπειτα ζωή του τον διακατείχε μια λατρεία για τη φύση της Αττικής, που μας έσωσε και μας προστάτεψε εκείνη την περίοδο, όπως και για την Ακρόπολη και τα αρχαία μνημεία της Αθήνας. Πάντοτε ήμασταν μια πάρα πολύ αγαπημένη οικογένεια. Είχαμε μια ισχυρή ενότητα και αλληλοσυμπαράσταση.

Ωστόσο, όλες εκείνες οι περιπέτειες της Κατοχής, ο χαμός του πατέρα και των συγγενών μας, των οποίων τον γυρισμό επί χρόνια προσδοκούσαμε, το διαρκές κυνηγητό, ο κοινός θανάσιμος κίνδυνος που μας απειλούσε κάθε στιγμή, σφυρηλάτησε μεταξύ μας ακόμη πιο σφιχτούς δεσμούς  αλληλεγγύης. Μετά και την απώλεια της Νταίζης και του Αλμπέρτου, έχουμε μείνει τα δυο τελευταία αδέρφια.  Όπως λέει και ο Μάριος στο βιβλίο του «όλη η ζωή της οικογένειάς μας είναι σαν ένα Ομηρικό έπος με τελική κατάληξη σαν ένα Σαιξπηρικό δράμα, όπου τελικά όλοι πεθαίνουν και μένει κάποιος που πρέπει να τα εξιστορήσει».


Issue Articles