ετησια αναφορα δρασης

Η χρονιά που πέρασε. Να αλλάξουμε τον κόσμο.
Ο Μπερτ Μπάλιγκερ (Bert Balleger) είναι ένας άνθρωπος που θαυμάζω απεριόριστα. Είναι ο συντονιστής του βελγικού προγράμματος κοινωνικού ποδοσφαίρου και της Eθνικής Aστέγων του Βελγίου που συναντάμε κάθε χρόνο σε αυτόν τον κορυφαίο κοινωνικό και αθλητικό θεσμό, το Παγκόσμιο Κύπελλο Αστέγων. Είναι από τις λίγες ομάδες που δεν μας έχουν για «πελάτες» κιόλας, αφού, όπως συμβαίνει και με την ελληνική ομάδα, τα κριτήρια επιλογής των παικτών είναι αμιγώς κοινωνικά και διόλου ποδοσφαιρικά. Μας βάζουν πολλά γκολ, αλλά τους ρίχνουμε κιόλας. Οι Βέλγοι, όπως και εμείς, δεν αναζητούν ποδοσφαιρικά ταλέντα, αλλά ανθρώπους, που μέσα από τη χαρά του αθλητισμού θα ενεργοποιηθούν, θα ενδυναμωθούν, θα κάνουν πιο γοργά τα βήματα προς την πλήρη κοινωνική (επαν)ένταξη, θα εφοδιαστούν για να κάνουν νίκες εκτός των τεσσάρων λευκών γραμμών που ορίζουν ένα ποδοσφαιρικό γήπεδο, θα κάνουν νίκες ζωής. Είναι εξαιρετικός στο έργο του, αποτελεσματικός, άριστα οργανωμένος, με όραμα, προσηνής, πάντα μετρημένος στο λόγο του, ένας ιδιαίτερα χαρισματικός άνθρωπος.
 
Πριν από δύο –ίσως και τρία– χρόνια εξέφρασε την επιθυμία να έρθει στην Ελλάδα για να μας γνωρίσει από κοντά, να μιλήσει με όλους τους εμπλεκόμενους, να προπονηθεί μαζί μας, να ανταλλάξουμε ιδέες και γνώσεις. Για όσους δεν το γνωρίζουν, το πρόγραμμα «Γκολ στη Φτώχεια» και η ελληνική ομάδα των αστέγων στους κύκλους του Παγκοσμίου Κυπέλλου Αστέγων θεωρείται από τα κορυφαία στον πλανήτη – αδιάψευστος μάρτυρας, μεταξύ πολλών άλλων, τα τρία βραβεία «Ευ Αγωνίζεσθαι» (Fair Play) σε συλλογικό και τα δύο «Ευ Αγωνίζεσθαι» σε ατομικό επίπεδο που έχει κατακτήσει η χώρα μας, η μοναδική στην ιστορία το θεσμού με τόσες διακρίσεις σε αυτό το πιο σημαντικό επίπεδο. Ήρθε ο Μπερτ, τον υποδεχθήκαμε, έπαιξε μπάλα μαζί μας στο Ρουφ, έπαιξε πετάνκ στο Ζάππειο με τον κυρ-Κώστα και τον κυρ-Στάθη, μίλησε με πωλητές της «σχεδίας», με εθελοντές, με δημοσιογράφους, με αναγνώστες. Τέσσερις μέρες πρέπει να γέμισε άλλα τόσα σημειωματάρια με παρατηρήσεις και σχόλια.
 
Στον τελευταίο, απολογιστικό καφέ, το πρωί της αναχώρησης για το αεροδρόμιο του Σαρλερουά, το πρόσωπό του ήταν πιο φωτεινό από κάθε άλλη φορά. Λίγο πριν πιάσει τη λαβή της πορτοκαλί χειραποσκευής («επέλεξα το χρώμα για να μην την ψάχνω στον ιμάντα», δικαιολογήθηκε, γελώντας, στα πειράγματά μας για τα γούστα του), στράφηκε προς το μέρος μου: «Αυτές τις μέρες στην Ελλάδα, συνειδητοποίησα ότι υπάρχουν οι άνθρωποι που απλά θέλουν να κάνουν καλά τη δουλειά τους, όπως εγώ, και οι άνθρωποι που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο, όπως εσείς», είπε και μας άφησε εκεί, μετέωρους, να τον κοιτάμε αμήχανα, βαθιά στα μικρά καταγάλανα μάτια. Ήταν από τις πιο γλυκές, δυνατές κουβέντες που έχουμε ακούσει όλα αυτά τα χρόνια. Η καλύτερη φιλοφρόνηση. Έχει δίκιο ο Μπερτ. Αυτό προσπαθούμε να κάνουμε. Να αλλάξουμε τον κόσμο. Έστω του ενός που κοιμάται στο παγκάκι, και του διπλανού που ζει στο «δικό του» σπίτι άστεγος, χωρίς νερό, χωρίς ρεύμα, δίχως αγάπη, και εκείνου που ζει ανάμεσά μας, αλλά έφτασε στο σημείο «να το πάρει απόφαση» ότι δεν υπάρχει λόγος να ζει. Να κάνουμε το αόρατο ορατό. Να αλλάξουμε και οι ίδιοι, να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι.
 
Και βέβαια, ο Μπερτ δεν μπορεί να εννοούσε μονάχα εμάς, τους επτά του γραφείου και τους είκοσι που συμπληρώνουν την ταυτότητα του περιοδικού. Εννοούσε όλο τον κόσμο της «σχεδίας», τις δεκάδες χιλιάδες, τις εκατοντάδες χιλιάδες αναγνώστες, φίλους, υποστηρικτές.
Εννοούσε τον ταξιτζή, στη κορυφή της Ερμού, που, Αύγουστο μήνα, έκανε χώρο για να μοιραστεί τη μικρή σκιά με τον Νίκο, τον ράπερ στον Ευαγγελισμό που «ενώ σκέφτεσαι πως δεν αγοράζει τεύχος με τίποτα ξάφνου σου λέει: ‘‘Έι αδελφάκι, δώσε μου ένα τευχάκι”», το επτάχρονο κοριτσάκι που μαζί με το τεύχος ζήτησε «μια αγκαλιά» από τον άλλο Νίκο, στην Τσιμισκή, τον ευγενέστατο κύριο που μάλωσε τον νεαρό πωλητή έξω από το Μέγαρο Μουσικής («Δεν έχεις ντυθεί καλά. Κάνει κρύο σήμερα. Δεν προσέχετε εσείς οι νέοι καθόλου και αρρωσταίνετε»), το πειραχτήρι στο μετρό του Χολαργού («Με λέει “μπουμπούκι του”. Όταν του λέω να μη με ενοχλεί, μου χαμογελάει και απαντά: “Τι λες, καλέ; Δεν θα πειράζω την αγάπη μου;”» μας περιέγραφε τόσο γλυκά το συμβάν αυτή η υπέροχη γυναίκα που είχε κάνει πόστο της τον Χολαργό), τους ανθρώπους του μόχθου που το καλοκαίρι δροσίζουν με νεράκια και το χειμώνα ζεσταίνουν με τσάι τους ανθρώπους με το κόκκινο γιλέκο. Φιλέματα ψυχής.
 
Είναι οι άνθρωποι, οι αναγνώστες της «σχεδίας» μας που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο. Και εμείς μαζί τους.
Μάρτιος 2013-Μάρτιος 2018. Πέντε χρόνια ταξίδια, πέντε χρόνια αγώνες. 
 
Χρήστος Αλεφάντης
 
 
Για την Ετήσια Αναφορά Δράσης 2017 πατήστε εδώ
Για την Ετήσια Αναφορά Δράσης 2016 πατήστε εδώ 
Για την Ετήσια Αναφορά Δράσης 2015 πατήστε εδώ
Για την Ετήσια Αναφορά Δράσης 2014 πατήστε εδώ
Για την Ετήσια Αναφορά Δράσης 2013 πατήστε εδώ