Nov. 1, 2014

Συναντήσεις

Βασίλης & Νίκος Σπυρόπουλος
 
Οι αδερφοί Βασίλης, 60 χρονών, και Νίκος Σπυρόπουλος,   57 χρονών, είναι µουσικοί. Είναι οι δηµιουργοί του θρυλικού ελληνικού ροκ συγκροτήµατος Σπυριδούλα.
 
του Σπύρου Ζωνάκη
 
ΒΑΣΙΛΗΣ: Από πολύ µικροί είχαµε επαφή µε τη µουσική, λόγω της οικογένειάς µας. Ο πατέρας µας έπαιζε κιθάρα και η µητέρα µας πιάνο. Επιπλέον, χάρη στη δισκοθήκη της θείας µας, ανακαλύπτω όλο το αµερικάνικο και αγγλικό ροκ του ’60. Στο Γυµνάσιο πήγα και δύο χρόνια στο ωδείο κι έκανα κλασική κιθάρα, αλλά ήθελα να µάθω ηλεκτρική και δεν υπήρχαν τότε δάσκαλοι να τη διδάξουν. Ο Νίκος, αν και τρία χρόνια µικρότερος, χωρίς να κάνει µαθήµατα, ρίχτηκε µε τα µούτρα στην κιθάρα, µε έφθασε και µε ξεπέρασε γρήγορα. Από 16 χρονών, είχε φτιάξει δική του µαθητική µπάντα και είχε αποφασίσει να γίνει µουσικός, ενώ εγώ έπρεπε να φθάσω στο τρίτο έτος της Νοµικής για να το κάνω. Αυτό είναι και το µεγάλο πλεονέκτηµα του Νίκου: η επιµονή του και το ότι µε το ένστικτο καταλήγει πιο γρήγορα σε αποφάσεις. Το 1976 ιδρύουµε µε τον Νίκο τη ροκ µπάντα Last Barricade. Τότε, η ροκ σκήνη ήταν νεκρή, την είχε πνίξει η χούντα και τη διέλυσε αργότερα το πολιτικό τραγούδι της πρώτης φάσης της Μεταπoλίτευσης. Όλοι άκουγαν αντάρτικα, εµείς θεωρούµασταν φρικιά, περιθωριακοί. Όταν παίξαµε το 1976, µάλιστα, στο Πολυτεχνείο, µας κατηγόρησαν για ιεροσυλία, επειδή παίζαµε αµερικανική ιµπεριαλιστική µουσική εκεί που είχε χυθεί αίµα. Εµείς, όµως, συνεχίσαµε και αποφασίσαµε να δηµιουργήσουµε τη Σπυριδούλα, τη στιγµή που το µόνο ροκ συγκρότηµα που έπαιζε live στην Αθήνα ήταν οι Socrates. Δεν θα ξεχάσω την πρώτη συναυλία µας ένα κυριακάτικο πρωινό στο κινηµατοθέατρο «Κνωσός», είχαµε µαζέψει 800 άτοµα. Εκείνη την περίοδο αναζητούσε και ο Παύλος Σιδηρόπουλος ένα γκρουπάκι για να συνεργαστεί. Μία κοινή φίλη σύστησε εµάς. Η συνεργασία µας ήταν µεγάλο σχολείο. Την εποχή που βγάλαµε τον «Φλου», δεν είχαµε καµία συναίσθηση της απήχησης που θα είχε στο µέλλον. Όταν κυκλοφόρησε ο δίσκος, η συνεργασία είχε ήδη διαλυθεί. Από τον επόµενο, που σηµατοδοτεί την αυτονοµία µας, τον «Νάυλον ντέφια και ψόφια κέφια», το 1982, ο Νίκος µπαίνει και στα φωνητικά. Εγώ ποτέ δεν σκέφτηκα τον εαυτό µου ως τραγουδιστή. Ήταν µεγάλο λάθος. Γενικά, πάρα πολλοί µουσικοί πέρασαν από τη µπάντα και αποχώρησαν. Δεν είναι εύκολο πράγµα να κρατάς ένα σταθερό σχήµα όταν δεν έχεις οικονοµικό κέρδος. Εµείς ποτέ δεν βγάλαµε χρήµατα από τη µουσική. Όταν είχε διαλυθεί το συγκρότηµα, από το 1985 έως το 1993, ήταν η απασχόλησή µας ως καθηγητών µουσικής που µας έσωσε από τα σκυλάδικα. Εξάλλου, η διδασκαλία είναι η µόνη δουλειά που έχω καταφέρει να κάνω εδώ και 30 χρόνια χωρίς να θέλω να την παρατήσω. Σε κρατάει διαρκώς σε επαφή µε τα νέα ρεύµατα της µουσικής. Το 1992, θα συστήσουµε και τη δική µας αστική µη κερδοσκοπική εταιρεία, την ΕΜΕΠ Records. Ήταν µονόδροµος, καθώς οι παραδοσιακές δισκογραφικές εταιρείες εξαχρειώνονταν όλο και πιο πολύ, ενώ όταν το 1997 πήγαµε να εκδώσουµε το «Σε τροχιά µε απόκλιση», όλες οι εταιρείες αδιαφόρησαν. Ο τελευταίος µας δίσκος «Το βλέµµα των ανθρώπων» είναι η πιο άρτια δουλειά που έχουµε κάνει, αποτυπώθηκε ακριβώς αυτό που είχαµε στο µυαλό µας, πράγµα πολύ σπάνιο, αφού συχνά ξεκινάς µε κάποια ιδέα και στο δρόµο ξεστρατίζεις. Ήταν ένας άθλος παραγωγής του Νίκου, καθώς τα µηχανήµατα ηχογράφησης που είχαµε ήταν παιδικά. Τώρα πια, βιώνουµε κι εµείς την κρίση στο πετσί µας. Τουλάχιστον, αυτή διέλυσε τις αυταπάτες περί «καριέρας» και εµπορικότητας, αφού ακόµα και τα µεροκάµατα µιας φίρµας έχουν πέσει δραµατικά. Για εµάς, το σηµαντικότερο είναι να κρατάµε το συγκρότηµα και να παίζουµε live, που είναι και η ουσία της µουσικής. Κοιτώντας πίσω στην πορεία των 37 χρόνων της Σπυριδούλας, παρά τα ελλείµµατα και τις περιόδους αδράνειας, θεωρώ ότι καταφέραµε σηµαντικά πράγµατα.
 
ΝΙΚΟΣ: Από 12 χρονών είχα πέσει µε λύσσα στην κιθάρα. Μόλις τέλειωνα το σχολείο, πέταγα τα βιβλία σε µια γωνιά και γινόµουν κιθαρίστας. Οι επιρροές µας ήταν οι ίδιες: όλη η αµερικανική και αγγλική ροκ σκηνή, Rolling Stones, Doors, Velvet Underground, Lou Reed, αλλά και τα πρώτα ελληνικά ροκ συγκροτήµατα: Πελόµα Μποκιού, Δάµων και Φιντίας, Εξαδάκτυλος. Εγώ, ουσιαστικά, ως µικρότερος, ακολουθούσα τον Βασίλη στις εξερευνήσεις του στο χώρο της µουσικής. Είχε την τύχη η πρώτη του δουλειά να είναι σε µια µπουάτ στην Πλάκα δίπλα στον Θανάση Γκαϊφύλλια και στον Νικόλα Άσιµο. Δεν ήταν λίγο αυτό για έναν πιτσιρικά 19 χρονών. Έτσι, είχα εµπλακεί κι εγώ σε έναν άλλο κόσµο σε σχέση µε την ηλικία µου. Η Σπυριδούλα, στη συνέχεια, µεγάλωσε και έζησε στο κοινόβιο που ζούσαµε στην πλατεία Αµερικής από το 1976 ώς το 1981. Αυτό ήταν το όχηµά µας και το µέρος που όλη η παρέα –από τον Ανδρέα Μουζακίτη µέχρι πιο µετά τη Μελίνα Καρακώστα– κάναµε τις καθηµερινές µας πρόβες, ατελείωτες ώρες µελέτης. Το περιβάλλον τότε για τη ροκ ήταν αρνητικό. Κυριαρχούσαν τα «τραγούδια του αγώνα». Ωστόσο, ένα κοινό που διατηρούνταν συσπειρωµένο σε ό,τι είχε αποµείνει από τα ερείπια της ροκ µάς αγκάλιασε αµέσως. Μου έχει µείνει χαραγµένη στη µνήµη η επεισοδιακή συναυλία µας στο θέατρο Λουζιτάνια το Δεκέµβρη του 1977, όταν κάποιος χίµηξε πάνω στη σκηνή κι έγινε ο χαµός, έπεσε ξύλο. Ένα άλλο διασκεδαστικό στιγµιότυπο είναι σε µια συναυλία µας στην Κοµοτηνή το 1982 όταν είχε έρθει η Αστυνοµία Στρατού να πιάσει τους φαντάρους που το είχαν σκάσει και σταµατάει να παίζει ο Βασίλης για να πει ότι αν δεν φύγουν οι άνθρωποι του Α2 θα τους βγάλουµε εµείς, κάτι που και έγινε. Ο τρόπος που παίζαµε αντανακλούσε και την ιδιοσυγκρασία µας. Εγώ δεν έβαζα γλώσσα µέσα µου, έπαιζα πολύ γρήγορα, ενώ ο Βασίλης –που του αρέσει  να τα σκέφτεται  και να τα υπολογίζει όλα σαν να παίζει σκάκι– έπαιζε πιο θεµατικά και µελωδικά. Στην πορεία, βέβαια, υπήρξε µια ώσµωση µεταξύ µας. Στη διαδροµή µας όλα αυτά τα χρόνια περάσαµε πολλές δυσκολίες. Η ζωή ενός πλανόδιου µουσικού είναι σκληρή, όχι όπως παρουσιάζεται στις ροµαντικές νουβέλες. Το 1999, µάλιστα, ο θάνατος του µπασίστα µας, του παιδικού µας φίλου Νίκου Δόικα, µας έριξε πάρα πολύ και τα παρατήσαµε για ένα διάστηµα. Όταν δεν είχαµε µεροκάµατο στη µουσική, κάναµε κάθε είδους δουλειά για να βιοποριστούµε. Από βαψίµατα ώς µονώσεις ταρατσών. Ευτυχώς, από το 1979 δουλεύαµε κι ως δάσκαλοι κιθάρας. Είναι µεγάλη ικανοποίηση να ακούω µουσικούς να παίζουν και να ξέρω ότι αυτούς τους έχω εκπαιδεύσει εγώ. Είχαµε συστήσει κι ένα µουσικό εργαστήρι, αλλά αναγκαστήκαµε να το κλείσουµε πριν από λίγα χρόνια. Σταθήκαµε τυχεροί, διότι συνεργαστήκαµε µε σηµαντικούς ανθρώπους, όπως ο Παύλος Σιδηρόπουλος και η Φλέρυ Νταντωνάκη. Πολύς κόσµος πιστεύει ότι στο δίσκο «Νάυλον ντέφια και ψόφια κέφια» τραγουδάει ο Παύλος. Είναι µεγάλη τιµή να µε συγκρίνουν µε εκείνον. Με επηρέασε και σαν τραγουδιστή και σαν µουσικό. Μου έχει πει ο Βασίλης πως ζηλεύει µια µπάντα πιτσιρικάδων που περιοδεύουν σε όλες τις καταλήψεις και τους κοινωνικούς χώρους. Όµως, δεν µπορούµε πια να το κάνουµε. Δεν µπορεί να λείψει επί µήνες από την οικογένειά του χωρίς να φέρει κάποια χρήµατα. Τον αναγνωρίζω κι ως πατέρα. Δεν επέβαλε στην κόρη του να ασχοληθεί µε τη µουσική. Μόνη της επέλεξε να εγγραφεί στο Μουσικό Σχολείο. Πιστεύει, όπως κι εγώ, ότι το να θέτει ένας γονέας προσωπικούς στόχους κι επιθυµίες για το παιδί του είναι δια-στροφή. Δεν υπάρχει µεγαλύτερη αποζηµίωση για µας από το να βλέπουµε νέους ανθρώπους να ταυτίζονται µε το έργο µας.