Nov. 1, 2014

Επείγοντα περιστατικά

Στη ζώνη του Λυκόφωτος

Αναζητώντας σαφείς απαντήσεις για το τι απέγιναν όλα εκείνα που πάντα ονειρευόταν το αγαπηµένο εγώ.
 
του Γιώργου Μπαζίνα
 
 
Ξύπνησα µε µια ασυγκράτητη διάθεση να γευτώ χουρµάδες. Δεν µου ήταν πολύ κατανοητή παρόρµηση, δεν τρελαίνοµαι κιόλας για χουρµάδες, και, περιέργως, η έµµεση αµφισβήτηση  της επιθυµίας µου τη µετάλλαξε σε έντονη διάθεση να καπνίσω ένα τσιγάρο. Θα ήταν λογικό ίσως, αν κάπνιζα. Αλλά δεν καπνίζω. Ποτέ δεν τα κατάφερα. Όσο κι αν προσπάθησα παλαιότερα να ενταχθώ στην αδελφότητα των καπνιστών, στάθηκε αδύνατο. Ο καπνός έµπαινε µεν, αλλά έβγαινε πολύ βιαστικά και θυµωµένα.
«Αγάπη µου, δεν έχουν µια υπέροχη απαλή αίσθηση τα καινούρια µας σεντόνια;»
Για να είµαι ειλικρινής, ξαφνιάστηκα λίγο. Δηλαδή, πολύ. Για να ακριβολογήσω, αιφνιδιάστηκα. Κανείς δεν µε έχει πει αγάπη µου ατιµώρητα. Και κανείς δεν διανοήθηκε να πει τα σεντόνια µου σεντόνια µας. Και δεν είµαι προσφάτως δεσµευµένος ή παντρεµένος, όπως άφηνε ευνοήτως να υποδηλωθεί η γυναίκα που ανασηκωνόταν δίπλα µου. Και το κρεβάτι δεν ήταν κρεβάτι µου. Και το δωµάτιο δεν ήταν το δωµάτιό µου. Και… Τα χρειάστηκα µάλλον. Πάλευα µε τη λογική να προσδιορίσω τη θέση µου σε ένα άγνωστο σύµπαν, αλλά φαινόταν τροµακτικά πολύπλοκο και παραιτήθηκα έγκαι-ρα, καιροφυλακτώντας για τις επόµενες κινήσεις της πραγµατικότητας που δεν αναγνώριζα και ήµουν έτοιµος να υποβάλλω ένσταση επ’ αυτού, αρκεί να βρω πού έπρεπε να απευθυνθώ.
 
Νέο χρωµοσαµπουάν
 
Ξαφνικά, η πόρτα άνοιξε και όρµησαν µέσα δυο ξανθοµάλλικα αγοράκια φωνάζοντας: «Μαµά, µπαµπά, υπέροχη γεύση, οδοντόκρεµα που αρέσει σε µικρούς µα και σε µεγάλους!».
Η γυναίκα γέλασε ευχαριστηµένη και γύρισε σε µένα, χαρίζοντάς µου ένα αστραφτερό χαµόγελο.
«Δεν είναι υπέροχο αγάπη µου, τα αγόρια µας λατρεύουν να πλένουν τα δόντια τους µε την καινούρια µας οδοντόκρεµα».
Μουρµούρισα κάτι ακατάληπτο, που ούτε εγώ δεν κατάλαβα, και σύρθηκα έξω από την κρεβατοκάµαρα, συγκρατώντας έναν πανικό που ήθελε να εκφραστεί άµεσα και ανενδοίαστα. Κλειδώθηκα στην τουαλέτα.
Απ’ έξω, οι χαρούµενες φωνές τους διαπερνούσαν ενοχλητικά την πόρτα.
«Δοκίµασε τη νέα κρέµα ξυρίσµατος, τόσο πυκνή και απαλή, δίνει στο ξύρισµα πνοή!» µου τραγούδησε η γυναίκα.
«Το σαµπουάν, το σαµπουάν, άφησέ µας και για µας!» ούρλιαζαν τα πιτσιρίκια. 
Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και ο τρόµος µου προκάλεσε οξεία αηδία. Αυτό το πράµα που έβλεπα στον καθρέφτη δεν ήµουν εγώ. Ένα κακό υποκατάστατο του εαυτού µου. Εγώ είµαι κοντός, µελαχρινός, αδιάφορος. Εκείνο το πράµα ήταν ψηλό και θεόξανθο, µε αδρές γραµµές προσώπου, αποφασιστικό πηγούνι, καλογραµµένα φρύδια, µε µια δόση υπεροψίας και µια γυαλάδα ναρκισσισµού στο µάτι. Ένα εµετικό πρότυπο καλοζωισµένου αστού, που µετά χαράς θα του κλωτσούσα τα αχαµνά, εάν κι εφόσον µου προέκυπτε.
Του έβγαλα µιαν αντιπαθητική γλιτσιάρικη γλώσσα και µου έβγαλε µια ροδαλή, µεντοµυριστή γλώσσα σ’ ανταπόδοση. Έκανα τον πιο απαίσιο µορφασµό µου µπροστά στον καθρέφτη, κι εκείνος απλώς χαµογέλασε. Δεν θα τα πάµε καθόλου καλά µ’ αυτό τον τύπο σκέφτηκα και, ενώ οι σκέψεις µου βραχυκυκλώνονταν σ’ ένα αξεδιάλυτο κουβάρι, η φωνή της καµπάνισε ενοχλητικά µελωδικά:
«Αγάπη, αγαπούλα, έλα να δεις τι σου ‘φτιαξα!».
Η µυρωδιά από κάτι λαχταριστά καλοψηµένο µε άρπαξε από τα ρουθούνια και µ’ έσυρε στην κουζίνα.
«Τα-τα!» έκραξε. «Σουφλέ σοκολάτας για σένα! Λαχταριστά µάφινς για τα παιδιά και µια φέτα πεπόνι για µένα!»
«Μα δεν είπαµε να κάνουµε οικονοµία;» µου ξέφυγε.
«Εντάξει!» µου αντιγύρισε αυτή. «Δεν θα φάω το πεπόνι!»
«Μαµά, µαµά, είσαι και η καλύτερη µαµά του κόσµου, που τα πάντα καθαρίζει µα κι εµάς πάντα φροντίζει!» τιτίβισαν χαρούµενα τα αγόρια.
«Αχ, µπαµπά, τι υπέροχο που είναι αυτό το ψωµί σε φέτες. Τόσο µαλακό κι αφράτο, που µου λέει κάτσε φάτο!»
«Αγάπη µου, δεν θα µου πεις για τα µαλλιά µου;» µε ρώτησε εκείνη, φουρφουρίζοντας µε το χέρι της τα ξανθοκάστανα µαλλιά της.
«Μη µου πεις! Καινούριο χρωµοσαµπουάν που κάνει τα µαλλιά αέρινα και δυνατά, και τι όµορφα που µυρίζουν!» Δεν ήταν δυνατόν! Εγώ τα είπα αυτά; Ω γαµώ το κέρατό µου, ο ξεφτίλας. Δάγκωσα τη γλώσσα µου, πετάχτηκα πάνω κι έτρεξα προς την πόρτα να ξεφύγω από τον εφιάλτη. Περιέργως, κανείς δεν µε εµπόδισε. Ίσως γιατί ο άλλος αντιστάθηκε στην παρόρµησή µου να τρέξω, σηκώθηκε απλώς και δήλωσε: «Πάω αµέσως στην πιο φιλική τράπεζα να εξασφαλίσω το µέλλον των παιδιών µας, µε την καλύτερη ασφάλεια και τους καλύτερους όρους», πρόλαβα µόνο να προσθέσω τη φράση «που θα πληρώνω για όλη µου τη ζωή».
Ήταν λίγο παράξενο, οφείλω να οµολογήσω. Θυµόµουν ότι ήµουν µε τις πιτζάµες όταν σηκώθηκα και µου διαφεύγει πότε ντύθηκα απλά, αλλά κοµψά, µε ρούχα που άξιζαν µέχρι την τελευταία δεκάρα την τιµή τους.
 
Μια παγωµένη απόλαυση
 
Το πρόσθεσα ανάµεσα στα άλλα δυσερµήνευτα θέµατα και βιάστηκα να χωθώ στο πρώτο καφέ που βρήκα στο δρόµο µου. Κάθισα ανακουφισµένος, κατά µια έννοια. Έντονα προβληµατισµένος, κατά µια άλλη. Τι ήταν αυτό το πράµα; Τι ακριβώς συνέβαινε. Πρόωρη άνοια;  Έλα µου τώρα. Σχιζοφρένεια; Ανατρίχιασα. Έχω διαβάσει πολλή επιστηµονική φαντασία, και η προοπτική δυο διαφορετικών χαρακτήρων µέσα στο ίδιο σώµα είναι κοινός τόπος σε πολλούς συγγραφείς, αλλά και επιστηµονικά δεν είναι ανέφικτη. Αλλά εδώ έχουµε δυο προσωπικότητες σε δυο διαφορετικά σώµατα. Γαµώτο! Το αίνιγµα παρέµενε ισχυρά αινιγµατώδες.
«Αυτός είναι καφές!» είπε ο καφετζής. «Το καλύτερο χαρµάνι του κόσµου και τι άρωµα!»
Ακούµπησε τον καφέ στο τραπέζι. «Μου φάνηκε σαν να κοιµήθηκες για λίγο!» πρόσθεσε.
Κοντοστάθηκε και µε κοίταξε απορηµένος. «Μα, εσύ κλαις!» είπε διστακτικά και ελαφρώς φοβισµένα. «Εντάξει!» πρόσθεσε, «αν δεν έχεις λεφτά, δεν πειράζει! Κερασµένο από το µαγαζί!»
Τον κοίταξα απορηµένα. Δεν µπορεί να είχα όψη που να προκαλεί οίκτο! Έριξα τη µατιά µου στο είδωλό µου που αντανακλούσε σ’ έναν καθρέφτη του µαγαζιού. Ένιωσα, µε µια έκρηξη εσωτερικής χαράς, την πραγµατικότητα να επανέρχεται στα σωστά της.
Εκεί απέναντι, µε κοίταζε προσεκτικά αυτός ο κακοµοιριασµένος αξύριστος τύπος, µε µαλλιά αχτένιστα που έφευγαν δεξιά κι αριστερά, κοντοπάχουλος κι αδιάφορος, αφανής µεταξύ οµοίων, καλούπι που δεν θα σκεφτόταν κανείς µάστορας να κρατήσει, εγώ, ήµουν εγώ, ο αγαπητός εγώ, ο µόνος άνθρωπος που γνωρίζω όλη µου τη ζωή και που έχω περάσει καλές και κακές στιγµές και γαµώ το σκαρί του, γαµώ. 
«Ε, τώρα γιατί ξανακλαίς;» ξανάρθε ο φιλάνθρωπος καφετζής να µε ρωτήσει.
Τον κοίταξα έντονα και η γλώσσα µου άρχισε να τρέχει: «Γιατί πάντα ονειρευόµουνα το καλοκαίρι να είµαι µπίρα, µια παγωµένη απόλαυση στα χείλη διψασµένων ανέµελων κοριτσιών, παγωτό καϊµάκι που να χαίροµαι και να λιώνω και  το χειµώνα ουίσκι µπλακ λέιµπελ που να µε πίνουν µυστηριώδεις γυναίκες, µπακάρντι που να χορεύουν ξέφρενα γύρω µου µελαµψές καλλονές… 
Και να είµαι η ψυχή της παρέας, φίλοι αγαπηµένοι που ξεδιψούν µε απόλαυση σε ονειρεµένα ηλιοβασιλέµατα, και να οδηγώ πανέµορφα αµάξια, και να µου χαµογελούν οι τραπεζίτες, και να µου προσφέρουν επωφελή δάνεια µε τα πιο χαµηλά επιτόκια, και να χαίρονται όταν ψωνίζω στο σούπερ-µάρκετ, και όσο περισσότερο ψωνίζω τόσο περισσότερο να κερδίζω…» διέκοψα το συλλογισµό µου γιατί έβλεπα την αδηµονία στο πρόσωπο του καφετζή. «Κατάλαβες;» ρώτησα τελειώνοντας.
«Δεν θα το ‘λεγα!» είπε εκείνος και µε παράτησε µάλλον ενοχληµένος.
Ήταν πολύ σωστή απάντηση. Ούτε κι εγώ θα µπορούσα να απαντήσω µε σαφήνεια.
Αλλά το ψάχνω.