Nov. 1, 2014

Μια σκληρή ιστορία που δεν έµεινε ανείπωτη

Συνέντευξη της Δήµητρας Πατρικαράκου
στον Σπύρο Ζωνάκη
 
Μια πρωτόγνωρη για τα ελληνικά δεδοµένα επώνυµη µαρτυρία έρχεται να σπάσει το ταµπού της σιωπής γύρω από τη σεξουαλική κακοποίηση. 
 
H 19η Νοεµβρίου έχει καθιερωθεί από τα Ηνωµένα Έθνη ως η παγκόσµια ηµέρα ενάντια στην κακοποίηση των παιδιών. Μονάχα στην Ευρώπη, περίπου 1 στα 5 παιδιά υπήρξε θύµα σεξουαλικής κακοποίησης τουλάχιστον µία φορά κατά την παιδική του ηλικία, ενώ στο 70-85% των περιπτώσεων ο δράστης άνηκε στο περιβάλλον του θύµατος. Όµως, η ενδοοικογενειακή σεξουαλική κακοποίηση παραµένει ένα από τα µεγαλύτερα ταµπού της ελληνικής κοινωνίας. Είναι αυτήν ακριβώς την αποσιώπηση που
τόλµησε να σπάσει η Δήµητρα Πατρικαράκου µε το βιβλίο της «Βεβήλωση. Μια αληθινή ιστορία κακοποίησης», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Αρµός», το πρώτο ελληνικό βιβλίο που µιλά επώνυµα για τη σεξουαλική κακοποίηση εντός της οικογένειας, ένα φαινόµενο πολύ συχνότερο απ’ ό,τι θέλουµε να πιστεύουµε. 
 
Η κ. Πατρικαράκου, που από τα 11 έως τα 17 της κακοποιούνταν συστηµατικά από τον πατριό της, 37 χρονών σήµερα, µιλάει στη «σχεδία» για τη ζωή της.
 
 
Γιατί έγραψες αυτό το βιβλίο και µάλιστα χρησιµοποιώντας το πραγµατικό σου όνοµα;
Ήθελα να βγάλω την οργή που µε πνίγει, τη δική µου και όλων των κοριτσιών, γυναικών, αγοριών, αντρών που έχουν κακοποιηθεί και έχουν στερηθεί ακόµα και το δικαίωµα να είναι οργισµένοι για αυτό. Και αυτή η οργή να οδηγήσει σε ευαισθητοποίηση και κινητοποίηση, ώστε ο κόσµος να µάθει τι συµβαίνει, αντί να είναι κλεισµένος στον όµορφο ψεύτικο κόσµο του, φορώντας παρωπίδες. Ήθελα, ταυτόχρονα, να αποκηρύξω τη ντροπή που επιβάλλεται κοινωνικά στα θύµατα της σεξουαλικής κακοποίησης. Ήταν ξεκάθαρο, για µένα, ότι το βιβλίο θα εκδιδόταν µε το όνοµά µου. Δεν γίνεται να επιδιώκω να σταµατήσει η σεξουαλική κακοποίηση να είναι θέµα-ταµπού που κανείς δεν συζητάει, να καλώ όσους την έχουν υποστεί να µη σιωπούν, να µη φοβούνται, να µην κρύβονται και να βγουν να µιλήσουν ανοιχτά για αυτό που τους συνέβη και εγώ να γράφω µε ψευδώνυµο. Θα ήταν σαν να ακυρώνω όλη αυτήν την προσπάθεια. 
 
Δεν ήταν στόχος του βιβλίου και η προσωπική σου ψυχοθεραπεία;
Δεν ήταν αυτοσκοπός, αλλά προέκυψε. Σαφέστατα, η συγγραφή του βιβλίου ήταν ψυχοθεραπευτική από µόνη της, έπαιξε καταλυτικό ρόλο στη λύτρωσή µου. Ήταν µια πάρα πολύ επίπονη και ταυτόχρονα ζωντανή διαδικασία. Το ίδιο το βιβλίο µε οδηγούσε να κάνω πράγµατα. Εκεί, για παράδειγµα, που άκουγα για πρώτη φορά τις κασέτες που είχα ηχογραφήσει τον πατριό µου να παραδέχεται τις πράξεις του όταν ήµουν 18 χρονών και τις κατέγραφα, εξοργίστηκα, έκανα save, σηκώθηκα, φόρεσα παπούτσια και πήγα να τον αντιµετωπίσω. Όταν επέστρεψα, κάθισα και έγραψα αυτά που είχαν µόλις γίνει.
 
Πότε πήρες την απόφαση να προχωρήσεις στη συγγραφή του;
Δεν ήταν απόφαση. Όταν είχαµε αρχίσει να µιλάµε για αυτό το θέµα µε την ψυχοθεραπεύτριά µου, θυµάµαι ότι καθόµουν στο κρεβάτι το βράδυ και στο µυαλό µου έρχονταν λέξεις που γίνονταν φράσεις, ολόκληρες παράγραφοι. Κι έτσι, ένα πρωί σηκώθηκα, άνοιξα το λάπτοπ και άρχισα να γράφω όσα σκεφτόµουνα. Βγήκε πολύ φυσικά.
 
Πώς οδηγήθηκες στην ψυχοθεραπεία;
Αφορµή ήταν το ασήκωτο βάρος των δανείων που µου είχε φορτώσει ο πατριός µου, Έφθασα να χρωστάω 1,5 εκατοµµύριο ευρώ στις τράπεζες για να καταλάβω ότι χρειάζοµαι βοήθεια για να µην τρελαθώ. Αυτή είναι µια άλλη κακοποίηση, οικονοµική –αλληλένδετη µε τη σεξουαλική–, η οποία συνεχίζεται και δεν µπορώ να κάνω απολύτως τίποτα για να τη σταµατήσω. Στην ψυχοθεραπεύτριά µου οφείλω πολλά. Χάρη στην προσωπική δουλειά που έκανα µαζί της, δυνάµωσα εσωτερικά, κατάφερα να διανύσω µια µεγάλη διαδροµή και να δω την πραγµατικότητα στα µάτια. Μόνο ύστερα από ενάµιση χρόνο ψυχοθεραπείας, κατονόµασα αυτό που µου συνέβη µε το πραγµατικό του όνοµα: σεξουαλική κακοποίηση. Μου πήρε χρόνια να το καταλάβω, χρόνια να το ξεστοµίσω. Τόσο καιρό του υποβίβαζα τη σηµασία, το απωθούσα, γιατί δεν άντεχα να κάνω διαφορετικά.
 
 
Τα περισσότερα θύµατα σεξουαλικής κακοποίησης αισθάνονται ντροπή για αυτό που τους συνέβη. Εσύ πώς διαχειρίστηκες αυτή την εµπειρία;
Δεν νοµίζω ότι έκανα διαχείριση, απλά είµαι πολύ εγωίστρια για να θεωρήσω ότι µπορεί να έφταιξα εγώ για αυτό που µου συνέβαινε. Ποτέ δεν σκέφτηκα: «γιατί να µου συµβαίνει εµένα αυτό;». Ποτέ δεν µε λυπήθηκα –δεν θέλω κανείς να νιώσει λύπη ή οίκτο για µένα και τα άλλα θύµατα–, ποτέ δεν ντράπηκα. Τα χρόνια που ήµουν παιδί και που κακοποιούµουν δεν µίλαγα σε κανέναν για αυτό, γιατί ήθελα να προστατεύσω την οικογένειά µου, τις αδερφές µου, να µη χαλάσω την ευτυχία της µητέρας µου. Όταν στα 18 µου της το αποκάλυψα (ύστερα από έναν τσακωµό µου µε τον πατριό µου) εκείνη, αν και µε πίστεψε –ήµουν τυχερή τουλάχιστον σε αυτό, καθώς πάρα πολλές µητέρες δεν πιστεύουν τα παιδιά τους όταν τους το οµολογούν, κάτι που αποτελεί ακόµα µεγαλύτερη κακοποίηση–, λόγω αδυναµίας και µεγάλης οικονοµικής ανασφάλειας, αποφάσισε να το βάλει κάτω από το χαλί, να το σκεπάσει, να του υποβιβάσει τη σοβαρότητα. Έτσι, έκανα κι εγώ το ίδιο. Ένα παιδί έχει, ουσιαστικά, µοντέλο τους γονείς του. Όταν η µητέρα µου αποφάσισε να µείνει σε αυτό το γάµο, πώς θα µπορούσα εγώ να φερθώ διαφορετικά; Οπότε, όλοι µας συνεχίσαµε να προσποιούµαστε την ευτυχισµένη οικογένεια για χρόνια, µέχρι που ξεκίνησα την ψυχοθεραπεία και συνειδητοποίησα ότι αυτό που είχε συµβεί δεν ήταν κάτι απλό.
 
Ποια είναι η διαφορά στην αντιµετώπιση της ενδοοικογενειακής από την εξωοικογενειακή κακοποίηση από το θύµα;
Σε περιπτώσεις βιασµού από ξένους τα πράγµατα είναι πιο «εύκολα», καθώς τα συναισθήµατα είναι πιο ξεκάθαρα. Υπάρχει θυµός, υπάρχει µίσος και κάποιες φορές µπορεί να υπάρχει και ντροπή. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, δεν υπάρχει κανένα θετικό συναίσθηµα. Όταν, όµως, η σεξουαλική κακοποίηση γίνεται µέσα στο σπίτι σου, εκεί που πρέπει να νιώθεις ασφάλεια, από έναν άνθρωπο που αγαπάς σαν πατέρα, τα πράγµατα είναι πολύ πιο δύσκολα. Όταν ένας γονιός κακοποιεί σεξουαλικά το παιδί του, το κακοποιεί και συναισθηµατικά. Πώς να ξεµπλέξεις την αγάπη που έχεις σε κάποιον ως παιδί από όλα τα άλλα αντικρουόµενα συναισθήµατα, την οργή, τη λύπηση, το θυµό για την προδοµένη εµπιστοσύνη; Πώς να καταφέρεις να παραδεχτείς ότι ένας άνθρωπος που υπάρχει για να σε αγαπάει και να σε προστατεύει µπορεί να σου έχει κάνει κακό; Συνεπώς, πολλά παιδιά που έχουν υποστεί ενδοοικογενειακή κακοποίηση ενοχοποιούν τον ίδιο τους τον εαυτό για αυτήν και αναρωτιούνται αν αυτό που τους συνέβη ήταν, όντως, κάτι κακό ή αν απλώς ήταν κάτι που δεν τους άρεσε και το παρεξήγησαν. Κι έτσι, σιωπούν.
 
Τονίζεις πως επιδιώκεις να καταρρίψεις όλα τα στερεότυπα γύρω από την ενδοοικογενειακή κακοποίηση. Ποια είναι αυτά;
Όλοι έχουµε την στερεοτυπική εικόνα στο µυαλό µας ότι αυτά συµβαίνουν σε περιθωριακές, πολύ φτωχές οικογένειες, όπου ο πατέρας είναι ένα τέρας, ένας άξεστος βάρβαρος που κανείς στη γειτονιά δεν συµπαθεί, ένας αλκοολικός που επιστρέφει στο σπίτι µεθυσµένος και χτυπάει τη γυναίκα του και κακοποιεί τα παιδιά του. Υπάρχουν αυτές οι περιπτώσεις, αλλά είναι µειοψηφία. Ο πατριός µου, για παράδειγµα, δεν ήταν ο κλασικός βίαιος άντρας που δέρνει τα παιδιά του και άρα αυτά τον φοβούνται και δεν θέλουν να έχουν καµία σχέση µαζί του. Αντιθέτως, ήµασταν πάντα πολύ κοντά, ενώ και ο κοινωνικός του περίγυρος τον αποκαλούσε «το καλό παιδί». Αντίστοιχα, σε όλες τις περιπτώσεις που έχω ακούσει, οι θύτες είναι του δικού µου περιβάλλοντος, δηλαδή µεσοαστοί, µορφωµένοι, µε οικονοµική ευχέρεια και καλή κοινωνική εικόνα. Μπορεί να συµβεί στον καθένα και την καθεµία.
 
Απευθύνθηκες τόσο στις γραµµές SOS όσο και στην Εισαγγελία, χωρίς όµως αποτέλεσµα. Πώς κρίνεις το νοµικό πλαίσιο για την παιδική κακοποίηση και τη στήριξη που παρέχεται στα θύµατά της;
Όταν κοίταξα να κινηθώ δικαστικά εναντίον του πατριού µου, πήρα τηλέφωνο σε δύο γραµµές SOS για κακοποιηµένες γυναίκες και ενδοοικογενειακή βία. Είναι, όµως, «ερασιτεχνικός» ο τρόπος που σε αντιµετωπίζουν. Μου έδιναν αντικρουόµενες απαντήσεις για το αν µπορούσα ακόµη να του κάνω µήνυση. Έτσι, µε τη συνοδεία µιας υπαλλήλου της Γενικής Γραµµατείας Ισότητας, πήγα στην Εισαγγελία Ανηλίκων, όπου µε τα πολλά µε ενηµέρωσαν ότι το αδίκηµα παραγράφεται 15 χρόνια µετά την ενηλικίωση του θύµατος. Εγώ ήµουν ήδη 34 χρονών. Με έναν τρόπο, ανακουφίστηκα. Ακόµα και αν είχα τη δυνατότητα νοµικά, δεν ξέρω αν θα µπορούσα να τον βάλω φυλακή. Η νοµοθεσία, ωστόσο, δεν θα έπρεπε να στερεί από τα θύµατα τη δικαίωση που ψάχνουν, µόνο και µόνο επειδή «άργησαν». Καλείσαι µέχρι τα 33 σου, που ακόµα δεν έχεις συνειδητοποιήσει τι σου έχει συµβεί, να πάρεις την τεράστια απόφαση αν θα καταγγείλεις και θα κλείσεις φυλακή τον πατέρα ή τον πατριό σου. Είναι τραγικό! 
Παράλληλα, οι δοµές ψυχοκοινωνικής στήριξης των θυµάτων κακοποίησης είναι ελάχιστες. Υπάρχουν κάποιοι ξενώνες για κακοποιηµένα παιδιά και γυναίκες σε όλη την Ελλάδα, αλλά είναι σε τόσο µικρή κλίµακα, που δεν µπορούν να ανταποκριθούν στο µέγεθος του προβλήµατος. Σκέφτοµαι, µάλιστα, να συµβάλω στη δηµιουργία ενός οργανισµού για την προστασία των κακοποιηµένων παιδιών, αλλά και την ευαισθητοποίηση και ενηµέρωση του κόσµου για τη σεξουαλική κακοποίηση. Ο καθένας από µόνος του µπορεί να κάνει πολλά πράγµατα.
 
Τι πιστεύεις ότι έχει καταφέρει ήδη το βιβλίο σου;
Το βιβλίο βοήθησε να αποκατασταθεί η σχέση µου µε τη µητέρα µου. Το ότι τάραξα τα νερά, ότι άρχισα να το γράφω οδήγησε και τη µητέρα µου ύστερα από τριάντα ολόκληρα χρόνια να κοιτάξει κατάµατα την πραγµατικότητα και να χωρίσει τον πατριό µου (ενώ το βιβλίο µου ακόµα γραφόταν). Ωθήθηκε, µάλιστα, και εκείνη στο γράψιµο, κάτι που λειτούργησε ψυχοθεραπευτικά για αυτήν. 
Επιπλέον, γράφοντας το βιβλίο, άρχισα να λέω την εµπειρία µου σε φίλους και γνωστούς, και, µε τη σειρά τους, πολλοί άνθρωποι µου ανοίχτηκαν και µοιράστηκαν µαζί µου τη δική τους ιστορία σεξουαλικής κακοποίησης –κάτι που συνεχίζεται και µετά την έκδοση του βιβλίου– ιστορίες που, τις περισσότερες φορές, είχαν µείνει ανείπωτες. Νιώθω πολύ συγκινηµένη και περήφανη για αυτό. Δεν θα ξεχάσω, για παράδειγµα, µια κοπέλα που µου είπε ότι µε το βιβλίο µου της έδωσα φωνή. Εκεί, εξάλλου, αποσκοπεί και το βιβλίο, να αρχίσουµε να µιλάµε για τη σεξουαλική κακοποίηση, όσο άσχηµο και στενόχωρο θέµα και αν είναι, γιατί µόνο όταν ρίξουµε φως στο σκοτάδι υπάρχει ελπίδα να αλλάξει κάτι.                                  
 
 
Ένα βιβλίο για τους αναγνώστες µας
 
 
Ο εκδοτικός οίκος «Αρµός» ανταποκρίθηκε άµεσα στο αίτηµά µας για την παραχώρηση πέντε αντιτύπων του βιβλίου της Δήµητρας Πατρικαράκου «Βεβήλωση. Μια αληθινή ιστορία κακοποίησης» για τους αναγνώστες της «σχεδίας»!
Ως είθισται σε αυτές τις περιπτώσεις, κάνουµε έναν µικρό διαγωνισµό, θέτοντας µία απλή ερώτηση προς τους φίλους και τις φίλες της «σχεδίας».
Η ερώτηση, λοιπόν, σε αυτή την περίπτωση είναι:
Ποια ηµέρα της εβδοµάδας πραγµατοποιούνται οι κοινωνικές περιηγήσεις στο κέντρο της Αθήνας, στο πλαίσιο της νέας πρωτοβουλίας της «σχεδίας» «Αόρατες Διαδροµές»; 
Μπορείτε να στείλετε τις απαντήσεις σας ώς τις 14/11/2014 
στο email του περιοδικού: info@shedia.gr
Οι νικητές, που θα προκύψουν κατόπιν κλήρωσης, θα ενηµερωθούν µέσω email, ενώ τα ονόµατα θα αναρτηθούν στη σελίδα της «σχεδίας» στο Facebook (facebook.com/shedia.streetpaper) και θα δηµοσιευτούν στο επόµενο τεύχος.