Nov. 1, 2014

«Να κοιταζόµαστε στα µάτια»

Συνέντευξη του Βασίλη Χαραλαµπόπουλου
στην Ελεωνόρα Ορφανίδου
Φωτογραφίες: Στράτος Προύσαλης
 
Ο γνωστός ηθοποιός µιλάει για την κρίση, αλλά και για το θέατρο που µας ταξιδεύει στις ζωές των άλλων, για να ανακαλύψουµε, εν τέλει, τη δική µας ζωή. 
 
Στο ηµίφως του Πάνθεον –ενός νέου θεατρικού χώρου που αντικατέστησε στη νυχτερινή Αθήνα µια διάσηµη λαϊκή πίστα της οδού Πειραιώς– , συναντήσαµε τον Βασίλη Χαραλαµπόπουλο, έναν από τους πιο ταλαντούχους ηθοποιούς της γενιάς του, πρωταγωνιστή του «Σιρανό ντε Μπερζεράκ» του Εντµόν Ροστάν. «Τίποτα πιο σκοτεινό δεν είχε;» είπε ο Στράτος πριν πατήσει το πρώτο κλικ του φακού του. Μετά, η σκοτεινιά µάς χάρισε το ωραίο ταξίδι : στον ροµαντικό κόσµο του Σιρανό και στον δικό µας.
 
Θα ήθελα, αν δεν σας πειράζει, να ξεκινήσουµε µε κάποιες σκέψεις πάνω στον ήρωα που υποδύεστε, ένα συγγραφέα που γίνεται διάσηµος µόνο γιατί τον κάνει ήρωά του ένας άλλος συγγραφέας, ο Εντµόν Ροστάν. Έχει µια µελαγχολία όλη αυτή η ιστορία – συν το ίδιο το θέµα του έργου, καθώς ο Σιρανό αγαπάει αλλά δεν αγαπιέται…
Ναι, είναι µελαγχολικό όλο αυτό το κοµµάτι της αληθινής ιστορίας. Η υπόθεση του «Σιρανό» είναι µυθοπλασία του Εντµόν Ροστάν, αλλά ο αληθινός Σιρανό, ένας συγγραφέας της εποχής του ροµαντισµού, δεν κατάφερε να γίνει γνωστός και διάσηµος παρά µόνο µετά από πολλά χρόνια, κι αυτό λόγω του φανταστικού αλλά ανυπέρβλητου έρωτα που έχει για τη Ρωξάνη. 
 
 
«Πράγµατα που ευχαριστιέµαι»
 
Ο Σιρανό είναι ένας άντρας δύσµορφος για τα κοινωνικά δεδοµένα και την αισθητική της εποχής. Αλλά στο τέλος δεν νικάει;
Ναι, κατά κάποιον τρόπο, νικάει. Αυτό που νικάει στο τέλος είναι το αληθινό συναίσθηµα. Και το  συναίσθηµα του έρωτα που, έτσι κι αλλιώς, δεν αλλοιώνεται στο χρόνο. Ο έρωτας και η αγάπη και η αυτοθυσία έκαναν τον Σιρανό Ντε Μπερζεράκ πραγµατικά διάσηµο. Και στο τέλος και το αίσθηµα της φιλίας, ο τρόπος που θυσίασε τον έρωτά του για να µη µάθει η Ρωξάνη ότι δεν ήταν ο Κριστιάν αυτός που της έγραφε ή της µίλαγε µε όλα αυτά τα ωραία λόγια. 
 
Το έργο θέτει στο επίκεντρο τη διαφορετικότητα;
Η διαφορετικότητα στο έργο αφορά τα εξωτερικά χαρακτηριστικά. Αλλά η διαφορετικότητα κάθε ατόµου, είτε είναι εξωτερική είτε εσωτερική, µας λέει ότι το σηµαντικό είναι το πώς πρέπει να αισθάνονται δύο άνθρωποι. Τον έρωτα και την αγάπη και το πάθος δεν πρέπει να τα κρατάµε µέσα µας, αλλά να τα εξωτερικεύουµε. Ειδικά αυτή την εποχή µε την κρίση, που έχουµε βάλει στη µπάντα το αίσθηµα του έρωτα, της αγάπης και της συντροφικότητας, γιατί υπάρχει ένα ανελέητο κυνηγητό οικονοµικής επιβίωσης. Ξαφνικά, µας φαίνεται πολυτέλεια το να ερωτευόµαστε. 
 
Σκέφτοµαι αν στις σηµερινές συνθήκες ο Σιρανό θα ήταν ο τύπος που απλά θα πήγαινε και θ’ άλλαζε τη µύτη του.
Χα, χα, χα! Αν ήταν αυτό πραγµατικά το πρόβληµα, αυτό θα έκανε. Αλλά εγώ αναρωτιέµαι αν απλώς δεν πίστευε στον εαυτό του ότι µπορεί να κατακτήσει τη Ρωξάνη και η µύτη του ήταν µόνο µια δικαιολογία. Κι ο φόβος πάντα τον κρατούσε µακριά της.
 
Ένας ηθοποιός που καλείται να υποδυθεί τον Σιρανό –και το κοινό του στα σίγουρα– δεν πέφτουν πάνω στον Ζεράρ Ντεπαρντιέ και την ταινία του ’90;
Ο Ζεράρ Ντεπαρντιέ ήταν ο µόνος που λειτούργησε σε µένα, γιατί µόνο αυτόν έχω δει να ερµηνεύει τον Σιρανό. Κι έτσι γνώρισα και το έργο, πρώτα το είδα ως ταινία και µετά ως θεατρικό κείµενο. Το αγάπησα πολύ, το έβαλα στη µπάντα και είπα αν το θέλει ο Θεός µπορεί να χρειαστεί να αναµετρηθώ µαζί του. 
Θα ήταν µια χαρά κι ένα όνειρο για µένα. Αλλά, όπως και σε οποιονδήποτε ρόλο που έχει παιχτεί από µεγάλους ηθοποιούς στο παρελθόν, το µόνο που δεν σκέφτοµαι είναι η αναµέτρηση µαζί τους. Γιατί δεν µε νοιάζει να συγκριθώ µε κανέναν, η µόνη αναµέτρηση είναι µε τον εαυτό µου και να καταφέρω µε τη δική µου µατιά και ψυχή να κάνω έναν οποιονδήποτε ρόλο. Ίσως έχω άγνοια κινδύνου. Και το κάνω και µ’ αρέσει που έχω άγνοια κινδύνου, γιατί δεν µε νοιάζει αυτό που εντός εισαγωγικών λέµε «καριέρα». Μ’ αρέσει να κάνω πράγµατα που να τα ευχαριστιέµαι. Ο Σιρανό είναι ένας ρόλος που µε ολοκληρώνει ως ηθοποιό. Ίσως είναι ο πρώτος ρόλος που µε κάνει να νιώθω τόσο ολοκληρωµένος. 
 
 
Το θέατρο που σε ταξιδεύει
 
Θέλω να πάµε στο κοινό. Έρχονται άνεργοι να δουν «Σιρανό Ντε Μπερζεράκ»; Και το ρωτώ γιατί το θεωρώ εξαιρετικά δύσκολο να είσαι µέσα σε τέτοιες δυσχέρειες και να έχεις αυτή τη δύναµη να πεις «θα πάω θέατρο».
Υπάρχει πολύς κόσµος που, σε αντίθεση µε αυτό που η κοινωνία µας προσπαθεί να βγάλει προς τα έξω –ότι δηλαδή ο πολιτισµός είναι είδος πολυτελείας, ενώ είναι είδος πρώτης ανάγκης–, µπορεί να µην έχει χρήµατα για να ζήσει, αλλά από τα λιγοστά που έχει θα προσπαθήσει και το παιδί του να φέρει στο θέατρο και να έλθει και ο ίδιος. Γιατί ξέρει ότι είναι µια τροφή πνευµατική που δεν πρέπει να λείψει από κανέναν. Μιλάµε για ένα θέατρο που δεν είναι καθαρά ψυχαγωγικό, που είναι παιδαγωγικό και εκπαιδευτικό για όλες τις ηλικίες. Το θέατρο ανοίγει στους ανθρώπους καινούρια µονοπάτια σκέψεων και, κατά κάποιον τρόπο, τους καθοδηγεί για ποιο δρόµο να πάρουν στη ζωή τους. Αναγνωρίζουν δικές τους στιγµές και λυτρώνονται. Το θέατρο σου δίνει τη δυνατότητα να ταξιδέψεις µέσα από τις ζωές κάποιων άλλων για να ανακαλύψεις τη δικιά σου ζωή. 
 
Η κρίση άλλαξε το κοινό. Ο θεατής έχει άλλες κοινωνικές προσλαµβάνουσες ακόµη και σε εκείνη την περίπτωση που δεν έχει επηρεαστεί προσωπικά. Άλλαξε και τη δική σας προσέγγιση πάνω στη δουλειά σας;
Είναι πολύ δύσκολο να πηγαίνουν καλά τα πράγµατα στη ζωή σου, να είσαι χαρούµενος όταν βλέπεις γύρω σου θλιµµένα πρόσωπα. Αυτό που εγώ νιώθω προσωπικά –εκτός από την ανάγκη να δώσουµε τον καλύτερό µας εαυτό, εµείς που κάνουµε αυτή τη δουλειά – είναι να συναισθανθούµε την ευθύνη των επιλογών µας. Το λιγότερο που µπορούµε να κάνουµε αυτή την εποχή στο θέατρο είναι να κάνουµε τον κόσµο να ξεχαστεί. Αυτός είναι ο άθλος µας. Δεν είναι απλώς το τι θ’ ανεβάσουµε για να φέρουµε κόσµο να βγάλουµε λεφτά. Έτσι κι αλλιώς, ο ηθοποιός δεν ανήκει σε αυτό το κοµµάτι, το παραγωγικό µε µια έννοια. Εµείς οι καλλιτέχνες έχουµε τα µυαλά πάνω απ’ το κεφάλι µας και ονειρευόµαστε, ευτυχώς. Το θέµα της κρίσης το είχαµε και προ κρίσης εµείς. Γιατί, επί πολλά χρόνια, δουλεύουµε για να γίνουµε αναγνωρίσιµοι, για να µπορούµε να δουλέψουµε. Μετά, ούτως ή άλλως, κάθε τέσσερις µήνες απολυόµαστε και ψάχνουµε µια άλλη δουλειά. Είναι κάτι που το ζούσαµε και το ζούµε µια ολόκληρη ζωή. Ξαφνικά, αυτό έγινε κανόνας για τους υπόλοιπους ανθρώπους και επαγγελµατίες σε οποιονδήποτε χώρο. 
 
Τι µας συµβαίνει; 
Όλο αυτό που συµβαίνει στο µικρό σύµπαν αυτής της χώρας είναι πολύ περίεργο, γιατί ξαφνικά κάποιος αποφασίζει ότι είµαστε αποτυχηµένοι ως χώρα. Και κάποια στιγµή θα αποφασίσει ότι πετύχαµε ως χώρα. Αν ανατρέξουµε στην ιστορία µας ή στην ιστορία άλλων χωρών, έχουν συµβεί παρόµοια πράγµατα. Τα οποία εµείς τα έχουµε πάρει πολύ προσωπικά, είναι προσωπικό να σου λέει κάποιος ότι δεν αξίζουµε ή ότι δεν δουλεύουµε ή ότι είµαστε τεµπέληδες. 
Το πιο επίφοβο και δραµατικό είναι για τους νέους ανθρώπους, που δεν πρόλαβαν να πατήσουν καλά στα πόδια τους ούτε να ζήσουν κάποιες χαρές που θα ‘πρεπε να ζήσουν.
 
Είστε αισιόδοξος ή απαισιόδοξος για το αύριο;
Είµαι αισιόδοξος και ελπίζω για το καλύτερο. Και γι’ αυτό έχω δει πολύ σοβαρά τη δουλειά µου σε σχέση µε τον κόσµο που έρχεται να δει θέατρο. Και τον τιµώ, προσπαθώντας να δώσω τον καλύτερό µου εαυτό.
 
Πιστεύετε ότι µπορούµε να βοηθήσουµε στην έξοδο από αυτή τη σκοτεινιά; Είναι και ατοµική µας υπόθεση;
Νοµίζω πως είναι περισσότερο ατοµική µας υπόθεση, γιατί αυτό που δεν µπορούν να καθορίσουν όλοι αυτοί που αποφασίζουν είναι τον τρόπο ζωής µας. Τι εννοώ; Δεν εννοώ οικονοµικά. Εννοώ τον τρόπο που µπορούµε να κοιταζόµαστε στα µάτια. Να αναζητήσουµε, αν θέλετε, τρόπους ευτυχίας που δεν εξαρτώνται από τα χρήµατα και µόνο. Και νοµίζω ότι υπάρχουν. Απλά πράγµατα που µπορούν να µας κάνουν πιο ευτυχισµένους. Τι να σας πω, το παράδειγµα της δεκαετίας του ’50; Μετά την Κατοχή, υπήρχε ανέχεια, πείνα, αλλά και χαρούµενοι άνθρωποι. Κέρναγε ο ένας τον άλλον από το υστέρηµά του και έβγαιναν στις γειτονιές και γλεντάγανε. Χωρίς να έχουν να ζήσουν. Αυτό είναι ένα παράδειγµα και δεν λέω να φτάσουµε σε αυτό το σηµείο, γιατί αλλάζουν και οι εποχές. Απλώς, λέω ότι δεν είναι για ν’ αυτοκτονεί κανείς. Κι αν θέλετε, γιατί να τους κάνουµε τη χάρη;
 
Θέλω να µου ορίσετε τη λέξη αλληλεγγύη. Είναι ένα κλειδί των καιρών; 
Απλώς, αυτό που µε φοβίζει στην αλληλεγγύη είναι ότι δεν είναι κάτι που περιµένουµε να γεννηθεί ξαφνικά σε µια δύσκολη εποχή. Πιστεύω ότι είναι θέµα διαπαιδαγώγησης, ευθύνης των γονιών για το πώς µεγαλώνουν τα παιδιά τους. Πώς να µην κάνουν τα παιδιά τους ατοµιστές και να µπορούν να µοιράζονται, ώστε να κάνουν ευτυχισµένο και τον δίπλα τους. Δεν γνωρίζαµε –ούτε τώρα γνωρίζουµε– τους συγκατοίκους µας στην πολυκατοικία. Δεν έχουµε µιλήσει πο-τέ µε κανέναν, γιατί θέλουµε να είµαστε κλεισµένοι στον εαυτό µας –κι εντάξει είναι και θεµιτό–, αλλά, από την άλλη, δεν χάθηκε ο κόσµος αν πεις ένα γεια! 
 
Έχετε διαβάσει ποτέ τη «σχεδία»; 
Όχι, ποτέ. Ο εθελοντισµός, όµως, είναι πολύ σηµαντικός. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που, ενώ θα µπορούσαν να κοιτάξουν µόνο τον εαυτό τους, κοιτάζουν και τους ανθρώπους που έχουν ανάγκη. Και χαίροµαι που υπάρχουν και δεν το ‘χει καταστρέψει κι αυτό η κρίση, να τρέχουν δηλαδή όλοι για την πάρτη τους.