March 27, 2013

Πατριδογευσία

Η ψευδαίσθηση της ελευθερίας
 
της Κωνσταντίνας Μαύρου
 
Κουβέντα, καλό κρασί και Μπάνσκα Καπαμά με την Ραντοβτσέτα και τον Συμεών. Θέμα μας, οι πατρίδες που αγαπάμε.
 
«Με βήτα όχι με φι. Με φι το γράφουν οι Ρώσοι». Η Ραντοτσβέτα με διορθώνει, καθώς σημειώνω σε μια κόλλα χαρτί το όνομά της. Ραντοτσβέτα Σωτήροβα, λοιπόν. Συμεών Σωτήροβ, ο σύζυγος και Ιωάννα ο μικρός τους άγγελος, η κορούλα τους.
 
Με καταγωγή από το Κούρτοβο Κονάρε, μια κωμόπολη 3.000 κατοίκων, κάπου 18 χιλιόμετρα από τη Φιλιππούπολη. 
 
Σάββατο μεσημέρι, στη ζεστή κουζίνα της οικογενειακής εστίας, εκεί σε μια γειτονιά του Ηρακλείου. Συζητάμε για πατρίδες.
 
Κούρτοβο σημαίνει «λύκος», κορνάρε σημαίνει «άλογο». Ήταν δύο χωριά που, με το χρόνο, σμίξανε. 
 
Ο Συμεών ήρθε στην Ελλάδα το 1997. Η Ραντοτσβέτα το 2002. 
 
«Η Αθήνα μου φάνηκε χαοτική. Τα ελληνικά χωριά όμως είναι ένας παράδεισος», θυμάται ο Συμεών το πέρασμά του στην ελληνική γη. 
 
Η Ραντοτσβέτα έχει φτιάξει ψωμί. «Ψωμί το λέτε εσείς. Εμείς το λέμε πίτα». Με διορθώνει ξανά. Το τρώνε κάνοντας παπάρα σε ένα απίθανο μείγμα μπαχαρικών, το σαρίνασολτ, που εύκολα το βρίσκει κανείς σε ένα μπακάλικο με βουλγαρικά προϊόντα. Στην Αθήνα υπάρχουν καμιά δεκαριά.
Από το Κούρτοβο Κονάρε έχουν μεταναστεύσει οι περισσότεροι συνομήλικοι του ζευγαριού. Συναντιούνται, όμως, κάθε καλοκαίρι, και, κατά παράδοση, κατηφορίζουν όλοι μαζί προς το ποτάμι Μαρίτσα, στήνουν ένα τεράστιο μπάρμπεκιου, και με μυρωδάτο τσίπουρο μιλάνε για τα παλιά και για τις πατρίδες. 
 
Ο Συμεών και η Ραντοτσβέτα θα γυρίσουν στο χωριό κάποια στιγμή. Το δηλώνουν με σιγουριά. 
-Στο χωριό ή στη Φιλιππούπολη; Και τι θα κάνετε εκεί; Θα ανοίξετε δικιά σας δουλειά;
-Στο χωριό! Και θα πιάσουμε δουλειά κάπου. Όλο και κάτι θα βρεθεί.
 
Έτσι κι αλλιώς, πόσο χειρότερα μπορεί να είναι τα πράγματα σε σχέση με την Ελλάδα; Τα καλά τα χρόνια ήταν η δεκαετία 1995–2005 για τους μετανάστες. Τώρα ο Συμεών συμπληρώνει τρία χρόνια άνεργος. Η Ραντοτσβέτα σηκώνει το βάρος και, ενίοτε, θα «τσοντάρουν» οι γονείς της. Συνταξιούχος γιατρός είναι η 70χρονη μάνα της, συνταξιούχος σιδηροδρομικός ο πατέρας. Η σύνταξη του πατέρα όμως είναι η υψηλότερη. Κάπου 250€ το μήνα και μαζί με τα 150€ της μάνας τα φέρνουν βόλτα αφού έχουν δικό τους σπίτι.
 
«Το κράτος μπαμπά! Όχι, “ο κράτος”»! Είναι η σειρά της Ιωάννα να διορθώσει τον Συμεών που προτιμά τη σημερινή Βουλγαρία από εκείνη του ανατολικού μπλοκ. 
Παραδέχεται ότι όλα αυτά που λέει η Ραντοτσβέτα είναι αλήθεια. Ότι τότε δηλαδή όλοι δούλευαν, είχαν δωρεάν υγεία, δωρεάν παιδεία, το αυτοκίνητό τους,  τις 30 μέρες διακοπές το καλοκαίρι κ.λπ. κ.λπ. Ουτοπία, ε;
«Δεν είχαμε όμως ελευθερία!», ξεκαθαρίζει ο Συμεών. 
 
-Δηλαδή, προτιμάς τη σημερινή κατάσταση επειδή υπάρχει ελευθερία;
-Ναι. Τότε είχαμε όλα τα απαραίτητα αλλά δεν είχαμε ελευθερία. Προτιμώ την ελευθερία και έχω την ελπίδα ότι θα φτιάξουν τα πράγματα.  
 
Το τίμημα της ελευθερίας, λοιπόν. Ή μήπως της ψευδαίσθησης της ελευθερίας;
Η κουβέντα είναι αδύνατον να μη στραφεί στο ελληνικό γραφειοκρατικό τέρας που τα παίρνει χοντρά από τους μετανάστες για να παραμένουν νομίμως στη χώρα.
Εκείνο που ενοχλεί περισσότερο όμως είναι ο μικρορατσισμός.
 
«Να πας στην κωλοχώρα σου», προέτρεψε τις προάλλες μια ελληναρού την Ραντοτσβέτα στην ουρά του σούπερ μάρκετ. Η Ιωάννα έχει φάει κλωτσιές στο σχολείο από συμμαθητές της. Επειδή είναι Ελληνίδα δεύτερης γενιάς με καταγωγή από τη Βουλγαρία.
Ο Συμεών αναγνωρίζει ότι πιτσιρικάς στο χωριό ήταν κι αυτός ρατσιστής. Αντιπαθούσε τους Ρομά επειδή ήταν… Ρομά. Εδώ, που έζησε το ρατσισμό στο πετσί του άρχισε να βλέπει τα πράγματα αλλιώς.
 
Στην Ιωάννα αρέσει η ηλεκτρική κιθάρα. Πηγαίνει ελληνικό σχολείο, μαθαίνει αγγλικά και, βεβαίως, βουλγαρικά. Είκοσι ευρώ για τρεις ώρες την εβδομάδα παίρνει η δασκάλα της.
Είναι κομμάτι της προετοιμασίας για την επιστροφή. Στην άλλη πατρίδα.
 
Η Ραντοτσβέτα σερβίρει με ικανοποίηση Μπάνσκα Καπαμά. Το φαγητό αχνίζει. Μια χαρά έγινε.
 
 
Μπάνσκα Καπαμά
ΥΛΙΚΑ
½ κιλό μοσχάρι με λίπος (σπάλα)
½ κιλό χοιρινό σπάλα
½ κιλό κοτόπουλο, μπούτι φιλέτο
1 φλιτζάνι τσαγιού ρύζι γλασέ
1 λάχανο ξινό ή τουρσί (το αφήνουν μία εβδομάδα σε αλατισμένο νερό)
5 κόκκους μαύρο πιπέρι
Αλάτι
Λαδάκι
½ φλιτζάνι νερό
 
Εκτέλεση
Πλένουμε καλά τα υλικά μας. Κόβουμε το λάχανο. Κόβουμε σε μικρά κομμάτια το κρέας. Σε ένα πήλινο τσουκάλι βάζουμε το λαδάκι και αρχίζουμε τις στρώσεις: Μία στρώση λίγο λάχανο, μία στρώση το μοσχάρι. Ρίχνουμε αλάτι και πιπέρι. Μία στρώση λάχανο, μία στρώση το χοιρινό. Μία στρώση λάχανο, μία στρώση το κοτόπουλο. Μία στρώση λάχανο, από πάνω το ρυζάκι και, τέλος, φύλλο ή κομμένο λάχανο. Ρίχνουμε το νεράκι. Βάζουμε το καπάκι και κατευθείαν στο φούρνο. Θέλει 3 με 3,5 ώρες η αλήθεια είναι. Αλλά αξίζει!
 

Issue Articles