March 27, 2013

Η µετάλλαξη μιας κοινωνικής οικονομίας, του Βασίλη Παπακριβόπουλου

Του Βασίλη Παπακριβόπουλου
 
Απαρατήρητη πέρασε από τον ελληνικό Τύπο μια σημαντική λεπτομέρεια του πρόσφατου μεγάλου διατροφικού σκανδάλου με τις ποσότητες αλογίσιου κρέατος που βρέθηκαν στο έτοιμο φαγητό ή στα μενού της μαζικής εστίασης. Θα περίμενε κανείς ότι η «Spanghero», η εταιρεία μεταποίησης κρέατος και παραγωγής κατεψυγμένων γευμάτων που διέπραξε την απάτη –και η οποία, μάλιστα, είχε ήδη προσελκύσει τους προβολείς της δημοσιότητας το 2011, όταν είχε διαθέσει στην αγορά αρκετούς τόνους μολυσμένους με κολοβακτηρίδια− θα αποτελούσε μια τυπική περίπτωση παγκοσμιοποιημένης επιχείρησης, αδίστακτης και διψασμένης για κέρδη.
 
Όμως, προς μεγάλη της έκπληξη, η γαλλική κοινή γνώμη πληροφορήθηκε ότι η εταιρεία ανήκει σε έναν ιστορικό συνεταιρισμό δημητριακών, στην Lur Berri, ο οποίος ιδρύθηκε το 1936 στη νοτιοδυτική Γαλλία, στην ημιορεινή γαλλική περιοχή των Βάσκων (στην τοπική διάλεκτο, το όνομά του σημαίνει «Νέα Γη»). 
 
Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970, σε αυτόν τον συνεταιρισμό κυριαρχούσαν όλα τα χαρακτηριστικά που περιμένει κανείς από μια επιχείρηση του τομέα της κοινωνικής οικονομίας: ανθρώπινο πρόσωπο, σχετικά μικρό μέγεθος, έμφαση στην εξυπηρέτηση των 5.000 «ιδιοκτητών» αγροτών και καλό κλίμα ανάμεσα στη διοίκηση και στους 60 εργαζόμενους. Είχε, μάλιστα, καθιερωθεί και μείωση του εργάσιμου χρόνου χωρίς μείωση του μισθού. 
 
Όλα άλλαξαν όταν στην ηγεσία του συνεταιρισμού άρχισαν να κυριαρχούν τεχνοκράτες και ιδιαίτερα φιλόδοξα άτομα. Σημαντική δε καμπή ήταν η εκλογή το 1980 του Μπαρτελεμί Αγκέρ στη θέση του αντιπροέδρου. Το πρώτο του βήμα ήταν η συνεργασία του συνεταιρισμού με τον αμερικανικό γίγαντα της αγοράς σπόρων Pioneer. Η Lur Berri γίνεται ο κυριότερος προμηθευτής του στην Ευρώπη. Στη συνέχεια, ο συνεταιρισμός εγκαταλείπει το στόχο της εξυπηρέτησης και της ανάπτυξης της τοπικής οικονομίας και επιδίδεται σε μια φρενήρη επέκταση σε ολόκληρο τον κλάδο της μεταποίησης αγροτικών προϊόντων και των τροφίμων. 
 
Κλείνει τις μικρές «μη ανταγωνιστικές» τοπικές μεταποιητικές μονάδες του και αγοράζει σφαγεία και μονάδες τυποποίησης κρέατος σε Βέλγιο, Ισπανία και Πολωνία, ασχολείται με εισαγωγές και εξαγωγές κρέατος σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αναλαμβάνει την καλλιέργεια γενετικά τροποποιημένων οργανισμών, εμπλέκεται σε υγειονομικό σκάνδαλο λόγω της διάθεσης μεγάλης ποσότητας αλλοιωμένου κρέατος από τη θυγατρική του Arcadie, αγοράζει την μοιραία Spanghero και, το 2010, εξαγοράζει την Alfesca, το μεγάλο όμιλο παραγωγής φουαγκρά, χαβιαριού, καπνιστού σολομού και άλλων πολυτελών τροφίμων. 
 
Ενδεικτικό της γιγάντωσης της Lur Berri είναι το γεγονός ότι, μονάχα την περίοδο 2007−2012, ο συνολικός τζίρος όλων των κλάδων της αυξήθηκε κατά 270% και έφθασε τα 1,12 δισεκατομμύρια ευρώ. Στην προεδρία ή σε εξέχουσες θέσεις της διοίκησης της τριαντάδας των εταιρειών του ομίλου συναντάμε πάντα τον Μπαρτελεμί Αγκέρ, ο οποίος κατορθώνει, παρόλα αυτά, να βρει χρόνο για να διοικήσει και τις μεγάλες εκτάσεις γεωργικής γης που έχει αγοράσει η οικογένειά του σε Αργεντινή και Μαρόκο. 
 
Μικροί και μεγάλοι παίκτες
 
Κι όταν κατηγόρησαν τον Μπαρτελεμί ότι αγνοεί την ανάπτυξη του τόπου του και παραμελεί δυνητικά δυναμικούς κλάδους όπως το τοπικό πρόβειο γάλα, έκανε την εξής δήλωση, που ελάχιστα ταιριάζει σε συνεταιριστή: «Υπάρχουν δύο γεωργίες: η δική μου, η παραγωγικίστικη, με τα μεγάλα κυκλώματα διανομής προϊόντων σε μέρη όπου –δυστυχώς– υπάρχει πολύ γη και λίγοι αγρότες· κι η ορεινή γεωργία, με τα μικρά κυκλώματα διανομής και την άμεση πώληση από τον παραγωγό, η οποία, όσο κι αν πρέπει να ενθαρρυνθεί, δεν ταιριάζει στην Lur Berri, η οποία δεν μπορεί να παίζει με μικρούς παίκτες».
 
Όπως περιγράφεται δε στα άρθρα της Libération και του έγκυρου ενημερωτικού ιστότοπου www.rue89.com, η γνώμη των αγροτών-μελών, οι οποίοι θεωρητικά εξακολουθούν να είναι οι ιδιοκτήτες της Lur Berri, έχει ελάχιστο βάρος πλέον για την πορεία της επιχείρησής τους μετά από όλο αυτό το «success story». 
 
Στο εξής, οι αποφάσεις λαμβάνονται από τους παχυλά αμειβόμενους «ειδικούς» και τα στελέχη των τραπεζών και των hedge fund που έχουν χρηματοδοτήσει την ανάπτυξή της, οι οποίοι και αποφασίζουν για το πού θα διατεθούν τα κέρδη και ποιοι είναι οι στόχοι της επιχείρησης.
 
Μάλιστα, προκειμένου να μεγιστοποιηθούν τα κέρδη αποφασίζουν ότι ο συνεταιρισμός οφείλει να προσφέρει εξαιρετικά χαμηλές τιμές στους παραγωγούς-μέλη του, με αποτέλεσμα το 2007 να απειλήσουν 200 από τους τελευταίους ότι θα εγκαταλείψουν το συνεταιρισμό. Ταυτόχρονα, έχουν επιδεινωθεί και οι σχέσεις της διεύθυνσης με τους εργαζόμενους, οι οποίοι μάλιστα την έχουν σύρει στα δικαστήρια, κατηγορώντας την ότι δεν τους έχει καταβάλει επί δεκατρία χρόνια το 1,8 εκατομμύρια ευρώ που αντιστοιχεί στην προβλεπόμενη συμμετοχή των εργαζόμενων στα κέρδη. Η απάντηση της διεύθυνσης υπήρξε η απόλυση του ιστορικού συνδικαλιστή Σοβέρ Μπασό, ο οποίος όλα αυτά τα χρόνια αγωνίστηκε –μάταια− να εμποδίσει την πορεία που πήρε η επιχείρηση και υπήρξε πολιτικός της αντίπαλος σε τοπικό επίπεδο. 
 
Γιατί η ηγεσία του συνεταιρισμού, παράλληλα με τις μπίζνες, εκμεταλλεύθηκε την ισχύ της και στο πολιτικό πεδίο. Ο Μπαρτελεμί Αγκέρ εξελέγη νομαρχιακός σύμβουλος και είναι αναπληρωτής του κεντροδεξιού τοπικού βουλευτή (το σύστημα είναι μονοεδρικό και για κάθε βουλευτή υπάρχει ένας αναπληρωτής), ενώ ο πρώην πρόεδρος του ομίλου είναι γερουσιαστής της κεντροδεξιάς. 
 
Άλογα Ρουμανίας
 
«Μα που βρέθηκαν τόσα πολλά άλογα ώστε να γεμίσουν όλα τα ράφια της Ευρώπης με αλογίσιο κρέας;» Αυτή η ερώτηση ακούστηκε αρκετές φορές από δημοσιογράφους. Η απάντηση είναι αρκετά απλή. Τα τελευταία χρόνια, η Ρουμανία έχει απαγορεύσει την κυκλοφορία σε μεγάλο μέρος του οδικού της δικτύου αμαξών που σέρνονται από ζώα, στο πλαίσιο του «εκσυγχρονισμού» και του «εξευρωπαϊσμού» της χώρας. 
 
Στις εξαιρετικά φτωχές περιοχές της ρουμανικής υπαίθρου, σημαντικό μέρος του πληθυσμού –και κυρίως οι πολυπληθείς κοινότητες των Ρομά– τις χρησιμοποιούσαν ως το κατεξοχήν μεταφορικό μέσο λόγω του μηδενικού κόστους τους. Έτσι, μετά την απαγόρευση των αμαξών, τα άλογα και τα μουλάρια που στο εξής πλεόναζαν πήραν το δρόμο για το σφαγείο… 
 
Μάλιστα, ορισμένοι υποστήριξαν ότι αυτό το μέτρο εντασσόταν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο παρενοχλήσεων που αποσκοπεί στο να κάνει ακόμα δυσκολότερη την ζωή των Ρομά, οι οποίοι την τελευταία εικοσαετία γίνονται θύματα, όχι μόνον διακρίσεων, αλλά και πραγματικών πογκρόμ που εντάθηκαν μετά την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση: επιδιώκεται με αυτό τον τρόπο να εξωθηθούν να εγκαταλείψουν την Ρουμανία και να εγκατασταθούν σε κάποια άλλη ευρωπαϊκή χώρα. 
 

Issue Articles