27 Μαρτίου 2013

Εξαγωγές υπάρχουν! της Μαρίας Ψαρά

της Μαρίας Ψαρά
 
«Η Ελλάδα δεν παράγει τίποτα, δεν εξάγει τίποτα, δεν έχει σήμερα να επιδείξει τίποτα της προκοπής». Αυτή είναι η συνηθισμένη «γκρίνια» που εκστομίζεται από πολλά στόματα Νεοελλήνων, σχολιάζοντας τη δύσκολη περίοδο που διανύουμε. 
 
Πρόκειται, όμως, για ένα μύθο. Στην Ελλάδα της κρίσης, υπάρχουν ακόμη άνθρωποι και επιχειρήσεις που όχι μόνο παράγουν, αλλά και εξάγουν τα προϊόντα τους σε πολλές χώρες του πλανήτη. Δεν είναι μόνο οι μεγάλες εταιρείες, με  τμήματα μάρκετινγκ, διαφημιστικές  καταχωρήσεις και πολυπληθές ανθρώπινο δυναμικό. Είναι και παρέες, οικογένειες, νέοι επιστήμονες, που αποφασίζουν κόντρα στο δυσμενές κλίμα να τολμήσουν να ανοίξουν τα φτερά τους.
 
Το ρεπορτάζ της «Σχεδίας» γκρεμίζει, λοιπόν, αυτόν το μύθο. Συναντήσαμε ανθρώπους που κατάφεραν με τον κόπο, τον ενθουσιασμό και το μεράκι τους να βρουν «χώρο» στις δύσκολες αγορές της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ασίας. Δεν είναι οι μόνοι. Αρκετοί ακόμη το παλεύουν και το έχουν πετύχει με φαντασία, δημιουργικότητα και πρωτοτυπία. 
 
Κανείς τους δε λέει ότι ο δρόμος ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα, χωρίς δυσκολίες και απογοητεύσεις. Ωστόσο, το ότι το έχουν πετύχει, στέλνει ένα μήνυμα αισιοδοξίας, αλλά και περηφάνειας. 
 
Γι’ αυτό, την επόμενη φορά που ένας κινέζος φίλος σας σάς μιλήσει για την απαράμιλλη γεύση της στραγγιστής ντομάτας της Ελλάδας ή την ασύγκριτη γεύση των παραδοσιακών ζυμαρικών με σαφράν, μην απορήσετε. Απλώς... χαμογελάστε!
 
 
 
 
Μέλι και σάλτσες ντομάτας 
 
Στα Harrod’s του Λονδίνου, ανάμεσα στα προϊόντα από όλον τον πλανήτη, βρίσκονται τα βαζάκια με τη σάλτσα ντομάτας και το μέλι του Αλέξανδρου Γκουσιάρη. Για να τοποθετηθούν εκεί, άγγλοι τεχνολόγοι τροφίμων πήγαν στο χωριό Ηλιά της Καρδίτσας, έλεγξαν την παραγωγή, την παρασκευή, τις εγκαταστάσεις, επιβεβαίωσαν ότι όλα είναι αυθεντικά και βιολογικά, και όταν τα γεύτηκαν κιόλας, τελικά... ξετρελάθηκαν. 
 
Όπως με έμφαση μας είπε ο αγρότης Αλέξανδρος Γκουσιάρης που από το 1996 ασχολείται επαγγελματικά με την αγροτική παραγωγή, σημαντικός δεν είναι τόσο ο προορισμός, όσο η διαδικασία. «Για εμάς, έχει σημασία που ήρθαν, είδαν με τα μάτια τους, μέτρησαν με τα ειδικά τους εργαλεία και τελικά τα επέλεξαν. Για μένα, μεγαλύτερο “βραβείο” για τα προϊόντα μας ήταν όταν μια γιαγιά στην Καρδίτσα που ο μαγαζάτορας τη ρώτησε γιατί αγοράζει τη σάλτσα μας, αφού και η ίδια φτιάχνει τη δική της, απάντησε “για το καλό μου φαγητό της Κυριακής”», λέει στην «σχεδία» ο Α. Γκουσιάρης.
 
Αγαπούσε τα μαθηματικά και φοίτησε στο Μαθηματικό του Ηρακλείου Κρήτης, ωστόσο τον κέρδισε η φύση. Γιος και εγγονός αγρότη από τον Ηλιά, με μνήμες από τα μελίσσια της γιαγιάς του, ο Αλέξανδρος Γκουσιάρης τελειώνοντας τις σπουδές του αποφάσισε να ασχοληθεί με τη μελισσοκομία. 
 
Πέρασαν λίγα χρόνια που προσπάθησε να αγνοήσει τα «σημάδια» μέσα του, αλλά τελικά, το 1996 αποφάσισε να ξεκινήσει εταιρεία με καθαρά επαγγελματικό προσανατολισμό όσον αφορά τον αριθμό των μελισσιών που εκτρέφει, τις μετακινήσεις τους ανά την Ελλάδα (από την Καλαμάτα έως την Θάσο) αλλά και τις εγκαταστάσεις αποθήκευσης και τυποποίησης του μελιού.
 
Τυχαία, το 1997, σε ένα φιλανθρωπικό γκαλά όπου συμμετείχε με το μέλι του γνώρισε τον ιδιοκτήτη της εταιρείας «Odysea Ltd», η οποία εξάγει ελληνικά προϊόντα στην Αγγλία. Και κάπως έτσι, ξεκινά τις εξαγωγές. Την επόμενη χρονιά αρχίζει σιγά σιγά και η καλλιέργεια τομάτας σε μεγαλύτερη κλίμακα με την καθοριστική συνεργασία της οικογένειας Τάκα, στο χωριό Φύλλο της Καρδίτσας. 
 
Ο σπόρος που χρησιμοποιήθηκε τότε και που συνεχίζει να χρησιμοποιεί έως σήμερα καλλιεργείται ανελλιπώς, από τις αρχές του 1900 στην ευρύτερη οικογένειά του και ο τρόπος παστερίωσης παραμένει ίδιος με αυτόν που εφάρμοζαν από την εποχή του μεσοπολέμου.
 
«Η συμφωνία που κάνουμε με όλους τους συνεργάτες μας σε Ελλάδα και εξωτερικό είναι ότι... κάποια στιγμή, η παραγωγή τελειώνει και τότε δεν έχουμε άλλα προϊόντα να δώσουμε. Αυτό είναι απαραίτητο για να μπορέσουμε να έχουμε το καλύτερο αποτέλεσμα και γι’ αυτό τα βαζάκια σάλτσας είναι αριθμημένα», εξηγεί. Σήμερα, παράγει 5‒15 τόνους μέλι και 10‒50.000 βάζα σάλτσας νομάτας. Το 70% της παραγωγής έχει προορισμό το εξωτερικό, από την κεντρική Ευρώπη και τις ΗΠΑ μέχρι το Χονγκ Κονγκ. 
 
«Τίποτα δεν είναι εύκολο, τίποτα δεν είναι δεδομένο. Τώρα που πολλοί αναγκάζονται να επιστρέψουν στη γη λόγω οικονομικής κρίσης, μόνο αν έχουν πάθος και μεράκι μπορούν να τα καταφέρουν», τονίζει ο Α. Γκουσιάρης.
 
 
Indifex: εξάγει τεχνολογία
 
Όταν ήταν έξι ετών, ο πατέρας του χάρισε τον πρώτο του υπολογιστή. Και... κόλλησε. Στις εξετάσεις του λυκείου, οι γονείς του έπαιρναν το πληκτρολόγιο μαζί τους στη δουλειά, θεωρώντας ότι με αυτό τον τρόπο ο γιος τους θα στρωνόταν στο διάβασµα. Αλλά ο Δημήτρης Γλέζος ήξερε καλά αυτό που ήθελε να κάνει στη ζωή του: να δουλεύει μπροστά στον υπολογιστή του για να κάνει τη ζωή όλων μας πιο εύκολη!
 
Και το έκανε. Το 2009 ίδρυσε στην Πάτρα την εταιρεία Indifex. Βασικό της προϊόν είναι το Transifex, µια διαδικτυακή πλατφόρµα που παρέχει τη δυνατότητα σε εταιρείες να µεταφράζουν τα λογισµικά τους προγράµµατα. 
 
Πρώτος πελάτης ήταν η Ιntel, ακολούθησε η Nokia και άλλες εταιρείες, ενώ παράλληλα λειτουργεί το transifex.net, µια διαδικτυακή κοινότητα περίπου τριών χιλιάδων ανθρώπων που παρέχει δωρεάν µετάφραση λογισµικού. Μετά τις μεγάλες αυτές συνεργασίες, η εταιρεία έγινε κερδοφόρα και σήμερα έχει φτάσει να ανοίξει γραφείο και στην καρδιά του Silicon Valley στην Αμερική, ενώ η διευρυμένη ομάδα (απασχολούνται 11 άτομα)  έχει καταφέρει να εξελίξει το προϊόν με νέα χαρακτηριστικά, όπως το localization. 
 
Όλα ξεκίνησαν όταν ο μηχανικός ηλεκτρονικών υπολογιστών Δημήτρης Γλέζος, έκανε το διδακτορικό του στο Manchester της Αγγλίας. Με αφορμή την ενασχόλησή του με το ελεύθερο λογισμικό Linux ως υπεύθυνος μετάφρασης, συνειδητοποίησε ότι υπήρχε έλλειμμα επικοινωνίας μεταξύ των προγραμματιστών. Σκέφτηκε λοιπόν να φτιάξει ένα καινούργιο εργαλείο, που θα βοηθούσε τους χιλιάδες συναδέλφους του να συνεννοηθούν πιο εύκολα μεταξύ τους. 
 
«Πήρα τη δύσκολη απόφαση να σταματήσω το διδακτορικό μου για να κυνηγήσω το στόχο της ανάπτυξης στην πράξη. Και μετά, προέκυψε το εξής θέμα: ωραία, να ανοίξω εταιρεία, αλλά πού; Σκεφτόμουν ότι η Ελλάδα, ας πούμε, σε ωθεί να μην κάνεις πολύ μεγάλα βήματα, κάπως τα όνειρα είναι περιορισμένα ή ακούγονται ότι είναι κάποιου άλλου τα όνειρα, και κάποιος άλλος θα τα κάνει πραγματικότητα. Αλλά με πολλή πολλή ενθάρρυνση από γονείς, συγγενείς, φίλους και μερικούς πολύ καλούς συνεργάτες στην αρχή το εγχείρημα ξεκίνησε δυναμικά», εξηγεί ο Δ. Γλέζος στη «σχεδία».
 
Για να κάνει το όνειρό του πράξη, χρειάστηκε ένα πολύ μικρό κεφάλαιο. Περισσότερη «φόρα» χρειάστηκε για τα πρακτικά προβλήματα που προέκυψαν. «Υπάρχουν μεγάλες δυσκολίες στην Ελλάδα που δεν σου επιτρέπουν να εστιάσεις στην ανάπτυξη του προϊόντος σου. Λογιστικά, φορολογικά, όλα αυτά χρειάζονται επιπλέον δουλειά από κάποιον επιχειρηματία και αυτό είναι μεγάλο πρόβλημα. Επίσης, είναι λίγο δύσκολο κάποιες φορές να ξεκινήσεις και μόνος σου γιατί δεν υπάρχουν τα επενδυτικά κεφάλαια, οπότε, ναι, υπάρχει και μια “πρακτική γραφειοκρατία” που είναι να μην μπορείς να επιταχύνεις με το ρυθμό που θες. Αλλά, γενικότερα, το αντιμετωπίζεις με χαμόγελο, με καλούς συνεργάτες, με καλούς λογιστές που μπορούν να σε βοηθήσουν να ξεφύγεις πιο γρήγορα και να εστιάσεις σε αυτό που μετράει, το οποίο είναι η ανάπτυξη του προϊόντος και της ομάδας σου», μας λέει.
 
 
Μεσογειακοί μεζέδες
 
Λάτρευε πάντοτε τα παιδιά, την παράδοση και το νησί του άνδρα της, τη Λέσβο. Γι’ αυτό, αρχές της δεκαετίας του ’80 αποφάσισε να αναστηλώσει έναν παραδοσιακό νερόμυλο 305 ετών, να τον κάνει να λειτουργήσει για να έρχονται μαθητές σχολείων να βλέπουν πώς παράγεται το αλεύρι.
 
Έτσι ξεκίνησε η Χριστίνα Παντελεημονίτη, απόφοιτη Οικονομικού του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, να ασχολείται ενεργά με όσα αγαπούσε πολύ. Παρά το γεγονός ότι οι γύρω της την κοίταζαν «περίεργα», είχε καλούς συμπαραστάτες και συμμάχους, τον σύζυγο και τους τέσσερις γιους της που τούς άρεσε πολύ να πηγαινοέρχονται τόσο συχνά στη Μυτιλήνη!
 
Σύντομα, η ιδέα τού να ξεναγούνται δωρεάν μαθητές σχολείων σε έναν τέτοιον νερόμυλο (στον οποίον μάλιστα μάθαιναν για εναλλακτικές μορφές ενέργειας!) έγινε δημοφιλής. Και τότε, προέκυψε ένα ακόμη «πρόβλημα». Τι θα γινόταν το αλεύρι που έφτιαχνε ο μύλος; Χωρίς συντηρητικά, χωρίς προσθετικά, μόνο με την κλασική συνταγή του αγαπημένου τους μυλωνά, ήταν κρίμα να το πετάξουν.
 
«Και τότε είχα την ιδέα να φέρνω το αλεύρι σακί σακί στην Αθήνα. Έφτιαξα ένα χώρο στο σπίτι μας και με τους γιους μου αρχίσαμε να φτιάχνουμε ζυμαρικά με συνταγές που μάθαμε από τους μεγαλύτερους. Και τα επιστρέφαμε ξανά έξω από το νερόμυλο, για να αγοράσει όποιος ήθελε να ενισχύσει την πρωτοβουλία», διηγείται στη «σχεδία» η Χριστίνα Παντελεημονίτη. «Τα ζυμαρικά μας άρεσαν πάρα πολύ. Και έτσι, χωρίς σχέδιο, χωρίς κόνσεπτ, αυτό το πράγμα μεγάλωσε και έγινε... τα Μυλέλια!».
 
Σήμερα, η εταιρεία παράγει 250 διαφορετικά είδη χειροποίητων προϊόντων, όπως ζυμαρικά, σάλτσες ντομάτας, τουρσιά, εκλεκτά ελληνικά τυριά συντηρημένα σε ελαιόλαδο με αρωματικά βότανα, μαρμελάδες, αρωματικά ξύδια και ελαιόλαδα και εξάγει το 65% της παραγωγής της σε χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Κίνα, η Γαλλία, η Αγγλία, η Γερμανία και η Κύπρος, ενώ από 2002 έχει πιστοποιηθεί από την TUV Austria με HACCP και ISO όχι μόνο ως εταιρεία αλλά και για κάθε προϊόν χωριστά. 
 
«Οταν ξεκίνησα να ασχολούμαι με όλα αυτά τα παραδοσιακά προϊόντα, οι άνθρωποι μας θεωρούσαν μάλλον γραφικούς. Ζώντας στις υδροκέφαλες και έχοντας τη δυνατότητα να προμηθεύονται πια βιομηχανικά προϊόντα, σχεδόν μας λυπόντουσαν που ασχολούμασταν με αυτά. Ένας λόγος που στραφήκαμε στις αγορές του εξωτερικού ήταν γιατί στην Ελλάδα δυσκολευόμασταν να τα πουλήσουμε!», λέει η Χ. Παντελεημονίτη. «Στο εξωτερικό υπήρχε ήδη από τότε –από το 1999 που ξεκινήσαμε– ένα κοινό που εκτιμούσε την ποιότητα των προϊόντων αυτών και τα αναζητούσε. Αν για κάτι χαίρομαι σήμερα είναι γιατί ο κόσμος κατάλαβε ότι δεν ήμουν τρελή!».
 
Αν και χωρίς διαφήμιση ή μάρκετινγκ, τα Μυλέλια αναπτύχθηκαν γρήγορα. Βοήθησε πολύ η συνεργασία με τα duty free, απ’ όπου πολλοί τα γεύτηκαν και... επανήλθαν, αλλά και η παρουσία σε εκθέσεις. Φυσικά, η διάδοση του ίντερνετ παίζει καθοριστικό ρόλο. 
 
«Στην Ελλάδα έχουμε αυτήν την ευλογία, τη γεύση των προϊόντων μας που δεν υπάρχει αλλού. Ενθαρρύνω εκείνους που με ρωτούν αν μπορούν να προσπαθήσουν. Φυσικά μπορούν, αν δείξουν συνέπεια και αγαπήσουν αυτό που θα κάνουν. Άμα είμαι μία δεν μπορώ, αλλά αν είναι πολλοί σαν κι εμένα μπορούμε να κάνουμε τη διαφορά», εξηγεί, επιμένοντας ότι από την Πολιτεία το μόνο που θέλει είναι να μην την εμποδίζει! 
 
Η ελιά της Αθηνάς
 
Δε φτάνει που παράτησε την 12ετή του καριέρα σε πολυεθνικές εταιρείες, άνοιξε και την επιχείρησή του μέσα στην κρίση! Όμως, ο Κώστας Μπαλάφας φαίνεται απόλυτα σίγουρος ότι το ελαιόλαδο Moria Elea που παράγεται στην Ερμιόνη και εξάγεται ήδη σε πολλές χώρες της κεντρικής Ευρώπης αποτελεί μια καλή «επένδυση».
 
«Φτιάξαμε μια οικογενειακή καθετοποιημένη επιχείρηση, την Olive Vision, η οποία παράγει το δικό της λάδι, το τυποποιεί και εμπορεύεται άκρως ποιοτικά ελαιοκομικά προϊόντα», εξηγεί στην «σχεδία» ο Κ. Μπαλάφας, που διαθέτει μεταπτυχιακό από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. «Βασιστήκαμε σε ίδια κεφάλαια και επένδυσαμε εξ αρχής σε δικές μας εγκαταστάσεις. Δημιουργήσαμε με άλλα λόγια ένα ultra premium brand, με στόχο να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουμε το ελαιόλαδο. Επειτα από έρευνα αγοράς στο εξωτερικό είδα ανταγωνιστικές μάρκες, τιμές, συσκευασίες και έτσι προχωρήσαμε».
 
Συνεργάτης του Κ. Μπαλάφα είναι ο Γιώργος Δημαράκης, πτυχιούχος πληροφορικής που έχει αναλάβει το κομμάτι της παραγωγικής διαδικασίας με στόχο την εξασφάλιση των καλύτερων μεθόδων καλλιέργειας, συγκομιδής, ελαιοποίησης και τυποποίησης. Μαζί με τον πατέρα του, Αντώνη Δημαράκη, αγρότη, φροντίζουν όλες τις λεπτομέρειες ώστε το ελαιόλαδο που προέρχεται από τη μείξη δύο εκ των καλύτερων ελληνικών ποικιλιών, το Μανάκι και το Κορωνέικο, να διατηρεί εξαιρετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά.
 
Όλα είναι μελετημένα στην Olive Vision. «Μορία Ελαία» λεγόταν η πρώτη ελιά που φύτεψε η θεά Αθηνά ως δώρο στην Αθήνα, για την οποία συναγωνίστηκε και κέρδισε από τον Ποσειδώνα. Αυτό το όνομα λοιπόν δόθηκε και στο εμπορικό προϊόν της εταιρείας. Πάνω στο μύθο αναπτύχθηκε και το εικαστικό κομμάτι του ελαιόλαδου σε μία συσκευασία-στολίδι: μπουκάλι από γαλλικό γυαλί, πώμα και φελλό από φυσικό ξύλο, ετικέτα από βαμβακερό πανί φτιαγμένο στο χέρι και ξύλινο κουτί. Σχεδιάστηκε ειδικά για το Moria Elea και κατασκευάζεται σε εργαστήριο ξυλουργικής στην Ελλάδα. Κάθε μπουκάλι είναι μοναδικό και φέρει αρίθμηση στο μπροστινό μέρος της ετικέτας. Προσφέρεται σε περιορισμένο αριθμό ανάλογα με την παραγωγή. 
 
 «Τα ελληνικά προϊόντα είναι εξαιρετικής ποιότητας, αρκεί να τα παρουσιάσεις διαφοροποιημένα, να μπορέσει δηλαδή το κοινό να αντιληφθεί ότι μέσα στη συσκευασία υπάρχει κάτι γευστικό και πολύ καλής ποιότητας. 
 
Για το λόγο αυτό έχουμε φροντίσει πολύ τη συσκευασία, αλλά και όλα όσα χρειάζονται για να αναδειχθεί ένα τόσο καλό προϊόν, κυρίως στο εξωτερικό που είναι ο στόχος μας», επισημαίνει ο Κ. Μπαλάφας. «Από το 2012 το Moria Elea έχει λανσαριστεί στο εξωτερικό και έχει ξεκινήσει η τοποθέτησή του στη Γαλλία, τη Γερμανία, τη Βρετανία και την Ελλάδα, σε επιλεγμένα delicatessen, ξενοδοχεία και κορυφαία εστιατόρια. Επόμενοι στόχοι είναι οι αγορές της Ρωσίας, των ΗΠΑ, της Αυστραλίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Ο δρόμος των εξαγωγών δεν είναι ούτε εύκολος, ούτε «ανοιχτός». Ωστόσο, χρειάζεται υπομονή και επιμονή. Σε κάθε περίοδο κρίσης κρύβονται ευκαιρίες», καταλήγει.  

ΑΡΘΡΑ ΤΕΥΧΟΥΣ

ΓΙΝΕ ΠΩΛΗΤΗΣ

Από τη στιγμή που θα γίνεις πωλητής, θα σου δοθούν δωρεάν δέκα (10) αντίτυπα. Είναι το αρχικό σου  κεφάλαιο. Όταν πουλήσεις αυτά τα δέκα αντίτυπα, μπορείς να χρησιμοποιήσεις το αρχικό κεφάλαιο για  την αγορά άλλων στο 50% της ονομαστικής τους αξίας. Δηλαδή, αγοράζεις το περιοδικό 1,50 ευρώ και  το πουλάς 3,00 ευρώ, κρατώντας τη διαφορά ως έσοδό σου.

ΜΑΘΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ