Shedia

17 November 2021 Το περιοδικό

Το Πολυτεχνείο

Διωκόμενοι ήμασταν, για «ήρωες» δεν μας πέρναγε από το νου. Τρεις μέρες ανάμεσα στο αυθόρμητο και το οργανωμένο. Σε ατέρμονες συζητήσεις για τη διακήρυξη της εξέγερσης και το χαρακτήρα της επανάστασης. Με ελάχιστο φαγητό και άυπνοι. Αγκαλιά με τη «γλύκα» της έκρηξης που περιέτρεχε την Αθήνα και τον καθημερινό φόβο για το ξημέρωμα και τις συνέπειες της αποκοτιάς. Και προσμένοντας τον «ξεσηκωμό» του Σαββατοκύριακου, βρεθήκαμε αντιμέτωποι με την πραγματικότητα. 

Άρχισαν να έρχονται οι τραυματίες, να πέφτουν δακρυγόνα δίπλα σου, να κυριεύει η αλλοφροσύνη τους αμέτρητους εγκλωβισμένους μαζί σου που δεν έχουν κατά που να κάνουν. Εκεί δεν υπάρχει συλλογική σκέψη και απόφαση, ο καθένας ενεργεί κατά βούληση και όσο μπορεί να σκέπτεται μπροστά στον κίνδυνο του θανάτου που πλανιέται πάνω από το χώρο και την πόλη. Το μαρτυρούν οι πληροφορίες, οι ματωμένοι, οι ρουκέτες δακρυγόνων. Κλειδωμένες οι πόρτες, κάνεις κατά την έξοδο. Το τανκ ακίνητο στο βάθος, ο τεράστιος προβολέας, η σειρήνα. Στέκεσαι και λες: «Τώρα κατά πούθε κάνεις;». Και πριν σκεφτείς ανατριχιάζεις από το θόρυβο των ερπυστριών, καθώς το τανκ ξεκινάει. 
 
Κάπου στη βρύση μπροστά από την πρυτανεία πρέπει να πάρουμε την απόφαση σε δευτερόλεπτα για την επόμενη κίνηση. Ο Τζίμης και ο Γιώργης από τη Θεσσαλονίκη γυρίζουν στα σκαλιά της Αρχιτεκτονικής, φοβάμαι τη σύλληψη και ρισκάρω την έξοδο. Όλα αυτά σε απίστευτη πυκνότητα χρόνου και εν θερμώ αποφάσεων, η ανατριχίλα γίνεται δέος καθώς το σιδερένιο τέρας γκρεμίζει την είσοδο, οιμωγές και αίματα, ο αξιωματικός με το πιστόλι παρατεταμένο μπροστά σου να απειλεί πως «θα πεθάνεις κομμουνιστή». Η έξοδος, το κλωτσίδι και οι υποκοπανιές από τους μπάτσους, η κλεισμένη δίοδος προς την 3ης Σεπτεμβρίου όπου... φαντασιωνόσουν ότι... θα πάρεις το λεωφορείο για Κυψέλη. 
 
Και μετά ανάποδα στη Στουρνάρη, σπασμένα τζάμια εισόδου πολυκατοικιών, από ταράτσα σε ταράτσα και μετά λούφα σε «καθαρή» πολυκατοικία που κρέμονταν όλοι σαν σταφύλια στις σκάλες. Η αμηχανία των ενοίκων, τα χτυπήματα των κουδουνιών από τους ασφαλίτες, ο ήχος των πρώτων λεωφορείων, η χαλάρωση του κλοιού και η διαφυγή. Με μάτια κλαμένα από τον πόνο για τους ανθρώπους που χάθηκαν και τα δακρυγόνα, με τη βαζελίνη να τρέχει κάτω από τα μάτια, με τους συγγενείς να σε περιμένουν να φανείς, «πεθαμένοι» από την αγωνία, με τους γονείς να ταξιδεύουν με το τρένο την ώρα που στο νησί οι φήμες σου έκαναν κηδεία. Δεν πήγαμε να γίνουμε ήρωες.
 
Το κείμενο με τίτλο «Το Πολυτεχνείο», το οποίο φιλοξενείται στη στήλη «Η ιστορία μιας μικρής αγγελίας» του τεύχους Νοεμβρίου της «σχεδίας» (#94), είναι του κ. Ηλία Μπιτσάνη.
 
 
 
*Στη φωτογραφία , στιγμιότυπο από το Πολυτεχνείο, κατά την τρίτη ημέρα των εορτασμών για την 48η επέτειο από την εξέγερση,
Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2021. Φωτογράφος: Γιάννης Παναγόπουλος/Eurokinissi
 

comments powered byDisqus