Shedia

EN GR

28 Ιουνίου 2021 Το περιοδικό

Η πόλη υπό μετάλλαξη

Ένας κοινωνικός γεωγράφος καταρρίπτει τους μύθους που συνοδεύουν το Airbnb, εξηγεί πώς μετατράπηκε σε μια άκρως ανταγωνιστική αγορά, πώς μεταλλάσσει την ανθρωπογεωγραφία του αστικού ιστού και απειλεί με εκτοπισμό τους μόνιμους κατοίκους του, ενώ μας καλεί να στρέψουμε το βλέμμα σε καλές  πρακτικές αντιμετώπισης του φαινομένου.

Συνέντευξη του Δημήτρη Μπαλαμπανίδη στον Σπύρο Ζωνάκη

 

«Το Airbnb και οι διαδικασίες τουριστικοποίησης που επιφέρει μοιάζουν παράγοντες ικανοί να αλλάξουν την κοινωνική αυτή συγκατοίκηση, εκτοπίζοντας ντόπιους κατοίκους χαμηλότερων κοινωνικοικονομικών στρωμάτων, αλλά και μεταναστευτικούς πληθυσμούς από τις πολυκατοικίες  στις οποίες για χρόνια διέμεναν και από τις γειτονιές, στην κοινωνική, οικονομική και πολιτισμική ζωή των οποίων συνεισέφεραν», σημειώνει, μεταξύ άλλων, στη συνέντευξή του στη «σχεδία» ο δρ. Κοινωνικής Γεωγραφίας Δημήτρης Μπαλαμπανίδης, συγγραφέας μαζί μαζί με την Εύα Παπατζανή και τον Δημήτρη Πέττα του βιβλίου «Το Airbnb στην πόλη. Ευκαιρία ή απειλή;» (που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Πόλις»).  Ποιοι μύθοι συνοδεύουν το Airbnb; πώς εξελίχθηκε σε μια άκρως ανταγωνιστική αγορά; Πώς η τουριστικοποίηση απειλεί με εκτοπισμό τους κατοίκους της πόλης; Από ποιες καλές πρακτικές μπορούμε να αντλήσουμε διδάγματα για τη ρύθμιση του φαινομένου; Απαντήσεις (και) σε όλα τούτα τα ερωτήματα δίνει στη συνέντευξή του στη «σχεδία» ο κ. Μπαλαμπανίδης.

 

Στο βιβλίο επιχειρείτε μια κριτική ανάγνωση του φαινομένου Airbnb, αποδομώντας παρανοήσεις και μύθους που έχουν δημιουργηθεί γύρω από αυτό. Ποιες είναι αυτές οι παρανοήσεις;

Ο εντοπισμός ανακριβειών και παρανοήσεων γύρω από το φαινόμενο Airbnb, που είναι διαδεδομένες στον δημόσιο λόγο και εμπεδώνονται και θεσμικά, ήταν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους προέκυψε αυτό το βιβλίο. Στην Ελλάδα, τουλάχιστον ώς το 2019, ήταν καταχωρημένα στην πλατφόρμα της Airbnb περίπου 130.000 ακίνητα, νούμερο αρκετά μικρότερο από το πραγματικό, καθώς με τον καιρό ανέλαβαν και άλλες ιστοσελίδες να καταχωρούν Airbnb, ενώ υπάρχει οπωσδήποτε κι ένας αριθμός ακινήτων που διατίθενται χωρίς να είναι κάπου καταχωρημένα. Χρησιμοποιήθηκε ευρέως το επιχείρημα ότι το Airbnb δεν δημιουργεί τόσο μεγάλο πρόβλημα, αν μιλάμε για 130. 000 ακίνητα σε ολόκληρη τη χώρα μπροστά στα εκατοντάδες χιλιάδες μισθωμένα ακίνητα ή διαθέσιμα προς μίσθωση. Αυτά τα 130.000 ακίνητα, όμως, δεν είναι ομοιόμορφα κατανεμημένα γεωγραφικά. Έχουμε συγκεκριμένες περιοχές όπου εντοπίζονται υψηλότερες συγκεντρώσεις και ασκούνται έτσι εκεί αυξημένες πιέσεις. Οι περιφέρειες με τις υψηλότερες συγκεντρώσεις είναι της Αττικής, του Νοτίου Αιγαίου και της Κρήτης. Όσον αφορά την Περιφέρεια Αττικής, περισσότερα από τα μισά Airbnb ακίνητα εντοπίζονται στον Κεντρικό Τομέα Αθηνών, και πιο συγκεκριμένα στις περιοχές γύρω από την Ακρόπολη (στου Κουκάκι και στου Μακρυγιάννη, στην Πλάκα, στο Θησείο και στο Μοναστηράκι) και  γύρω από τον Λυκαβηττό (στο Κολωνάκι και στο Σύνταγμα, στα Εξάρχεια και στο Μουσείο). Μία άλλη μεγάλη παρανόηση έχει να κάνει με την ομπρέλα κάτω από την οποία τοποθετείται η υπόθεση Airbnb και λέγεται «οικονομία του διαμοιρασμού». Πράγματι, η ιδέα του Airbnb ξεκίνησε από δύο νεαρούς συγκατοίκους σε ένα μικρό και ακριβό διαμέρισμα του Σαν Φρανσίσκο που μίσθωναν για λίγες μέρες σε έναν φιλοξενούμενο ένα φουσκωτό στρώμα ύπνου στο δωμάτιό τους, προσφέροντας κι ένα πρόχειρο σπιτικό πρωινό. Πλέον, όμως, στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων,  οι Airbnb «οικοδεσπότες» δεν μοιράζονται με τρόπο πρόχειρο, αυθόρμητο και αποσπασματικό τον οικιακό τους χώρο με τους «επισκέπτες» με σκοπό να συμπληρώσουν το υφιστάμενο εισόδημά τους, αλλά προβαίνουν  στη μίσθωση ολόκληρου του ακίνητου (και περισσότερων του ενός ακινήτων), την οποία βλέπουν ως μια σημαντική ευκαιρία κερδοφορίας καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου με επαγγελματικά πια χαρακτηριστικά. Στη χώρα μας, το 90% των βραχυχρόνιων μισθώσεων αφορά ολόκληρα διαμερίσματα, ενώ στις περισσότερες ευρωπαϊκές πόλεις το ποσοστό αυτό  είναι επίσης υψηλό, υπερβαίνοντας το 70%.

Έχετε κατατάξει το Airbnb στον «καπιταλισμό πλατφόρμας». Για ποιο λόγο;

Ακριβώς. Όχι απλά είναι μια πολύ καλά οργανωμένη «οικονομία πλατφόρμας», αλλά έχει οργανώσει και επισφαλείς σχέσεις εργασίας. Οι εργασιακές σχέσεις που προκύπτουν ανάμεσα στον πάροχο και την πλατφόρμα από τη μία πλευρά και σε αυτούς που απασχολούνται για την κάλυψη διαφόρων αναγκών από την άλλη εντάσσονται στις χειρότερες μορφές εργασιακής εκμετάλλευσης ή ακόμα και «αυτό-εκμετάλλευσης». Όταν μιλάμε για το Airnbnb, πρέπει να φανταστεί κανείς αρχιτέκτονες που διακοσμούν ή ανακαινίζουν σπίτια, συνεργεία καθαρισμού, γραφίστες που προωθούν μέσω διαφήμισης τα ακίνητα, εκείνους στους οποίους ανατίθεται η υποδοχή και η «ξενάγηση» των επισκεπτών. Όλοι αυτοί εργάζονται, τις περισσότερες φορές, σε ένα καθεστώς «μαύρης» εργασίας, χωρίς ασφάλιση ή «με ποσοστά», διαμορφώνοντας ένα δυσμενές εργασιακό τοπίο. Οι δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στον καπιταλισμό πλατφόρμας όχι μόνο δεν έχουν σχέση με τον διαμοιρασμό, αλλά παράγονται και αναπαράγονται μέσα από ατομικές και απολύτως εμπορευματοποιημένες πρακτικές, γνήσιες εκδοχές της καπιταλιστικής οικονομίας. Η ίδια η εταιρεία Airbnb ντύνει αυτήν την οικονομία με θετικές συνδηλώσεις που δημιουργούν όροι όπως ο «διαμοιρασμός» και η «συνεργασία» και γίνονται έτσι όχημα «νομιμοποίησης» της κερδοσκοπίας και της απορρύθμισης. Η Airbnb έχει θερμά υποστηρίξει πως η δραστηριότητά της δεν θα έπρεπε να εμπίπτει σε περιοριστικές ρυθμίσεις και ειδικά στις φορολογικές ρυθμίσεις στις οποίες εμπίπτουν οι υπηρεσίες τουρισμού, καθώς η εν λόγω δραστηριότητα δεν πραγματοποιείται από επαγγελματίες αλλά από «ομότιμους χρήστες», που μοιράζονται μέσω πλατφόρμας το ακίνητό τους.

 

Σημειώνετε πως το Airbnb αναδεικνύεται σε μια άκρως ανταγωνιστική αγορά. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά αυτής της αγοράς και ποια είναι η θέση των μικρών «παικτών» σε αυτήν;

Δεν ισχύει απλώς ότι στις πιο κεντρικές, αυξημένου τουριστικού ενδιαφέροντος και «πλουσιότερες» περιοχές της Αθήνας η πρακτική της βραχυχρόνιας μίσθωσης ακινήτων είναι περισσότερο διαδεδομένη. Ισχύει, επίσης, ότι στις περιοχές αυτές τα έσοδα που αποφέρουν τα Airbnb ακίνητα είναι σημαντικά μεγαλύτερα. Με βάση τις μέσες τιμές βραχυχρόνιας μίσθωσης ανά βράδυ στις διάφορες περιοχές του δήμου Αθηναίων και με έναν συντηρητικό υπολογισμό, μισθώνοντας ένα μόνο ακίνητο για οκτώ μήνες το χρόνο, ένας Airbnb οικοδεσπότης στην Πλάκα μπορεί να πετύχει κατά μέσο όρο ετήσιο εισόδημα περίπου 20.000 ευρώ, ενώ ένας άλλος στα Σεπόλια κάτι παραπάνω από 6.000. Στο βαθμό που το Airbnb αναπτύχθηκε ως στρατηγική επιβίωσης για κάποιες χαμηλές εισοδηματικές κατηγορίες που διέθεταν το δεύτερο ακίνητο που ενδεχομένως είχαν για να συμπληρώσουν το μηνιαίο εισόδημα που είχε υποστεί φοβερές περικοπές, αποτέλεσε σανίδα σωτηρίας για τα νοικοκυριά αυτά. Η αυξανόμενη, όμως, «επαγγελματοποίηση» της Airbnb δραστηριότητας, η ανάδειξή της σε προνομιακό πεδίο κερδοσκοπίας, συνοδεύονται από τη διαρκώς αυξανόμενη εμπλοκή στην Airbnb αγορά ιδιωτών, επενδυτών και εταιρειών με μεγάλο αριθμό ακινήτων στην κατοχή τους. Πιο απλά, τα καταχωρημένα στην πλατφόρμα της Airbnb ακίνητα συγκεντρώνονται σε όλο και λιγότερα χέρια.

Όσον αφορά το δήμο Αθηναίων, το 50,8% των καταχωρήσεων στην πλατφόρμα Airbnb είναι «πολλαπλές καταχωρήσεις», δηλαδή καταχωρήσεις περισσότερων του ενός ακινήτων από έναν και μόνο Airbnb οικοδεσπότη. Από αυτές τις καταχωρήσεις, οι μισές περίπου έχουν πραγματοποιηθεί από οικοδεσπότες που διαθέτουν από δύο έως έξι ακίνητα και οι υπόλοιπες από οικοδεσπότες που διαθέτουν περισσότερα από έξι ακίνητα, ενώ οι λεγόμενοι «κορυφαίοι οικοδεσπότες» ξεπερνούν τα 20 και φθάνουν τα 100.  Εκεί μιλάμε πια για ολόκληρο χαρτοφυλάκιο ακινήτων. Ειδικά στην περίπτωση των «κορυφαίων οικοδεσποτών», πρόκειται για μεγάλους «παίκτες» της Airbnb αγοράς, είτε για επενδυτές οι οποίοι αγοράζουν ακίνητα προκειμένου να τα αξιοποιήσουν μέσω του Airbnb, είτε για εταιρείες που διαχειρίζονται μαζικά ακίνητα που ανήκουν σε επιμέρους ιδιοκτήτες (παίρνοντας ένα ποσοστό από το Airbnb μίσθωμα. Οι συνθήκες που διαμορφώνονται στην Airbnb  αγορά για τους μικρούς «παίκτες», εκείνους που διαθέτουν ένα μόνο ακίνητο και όχι ιδιαίτερα προνομιακό, γίνονται όλο και πιο δύσκολες. Η διαχείριση ενός ακινήτου, πέρα από την εντατική απασχόληση που προϋποθέτει, εμπεριέχει και διάφορες δαπάνες, όπως γύρω από την παρακολούθηση της πλατφόρμας και την επικοινωνία με τους επισκέπτες, τη λογιστική διαχείριση της μίσθωσης, την προώθηση του ακινήτου, τον καθαρισμό του κ. ά. Προφανώς, οι μικροί «παίκτες» της Airbnb αγοράς δεν είναι δυνατό να εξοικονομήσουν ούτε χρόνο ούτε χρήμα με τον τρόπο που μπορεί μια εταιρεία διαχείρισης ακινήτων και η οποία καταφέρνει έτσι να αυξήσει την ανταγωνιστικότητά της, κυρίως μειώνοντας τις τιμές βραχυχρόνιας μίσθωσης των ακινήτων που διαχειρίζεται. Κατά συνέπεια, και υπό την απουσία σχετικής ρυθμιστικής παρέμβασης (όπως ο περιορισμός του αριθμού των ακινήτων που μπορεί ένας Airbnb οικοδεσπότης να διαχειρίζεται), οι μικροί «παίκτες» της Airbnb αγοράς κινδυνεύουν να εκτοπιστούν μέσα από τον αυξανόμενο ανταγωνισμό, τον οποίο μάλλον δύσκολα θα αντιμετωπίσουν.

Πώς και για ποιο λόγο το Airbnb ανεβάζει τις τιμές ενοικίων και ακινήτων και γιατί στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ισχύει η θεωρία της αυτορρύθμισης;

Με όλο και περισσότερα ακίνητα να αποσύρονται από την αγορά μακροχρόνιας μίσθωσης για να διατεθούν στη νέα αγορά της βραχυχρόνιας, η προσφορά ακινήτων για μακροχρόνια μίσθωση διαρκώς μειώνεται, ενώ η σχετική ζήτηση παραμένει σταθερή (ή ακόμα χειρότερα αυξάνεται) και, έτσι, τα ενοίκια (αλλά εμμέσως και οι τιμές ακινήτων) πιέζονται διαρκώς προς τα πάνω. Στο σημείο αυτό, προβάλλεται συχνά ο μύθος της αυτορρύθμισης της αγοράς, ο οποίο βασίζεται στη γνωστή απλή σχέση μεταξύ προσφοράς και ζήτησης που (υποτίθεται πως) τείνει να φέρνει τις τιμές σε ισορροπία. Στην περίπτωση της αγοράς ενοικίων και ακινήτων, οι αυξήσεις των τιμών αναμένεται να υποχωρήσουν μέσα από τη διαρκή αύξηση των διαθέσιμων Airbnb ακινήτων, δηλαδή μέσα από τη δημιουργία υπερπροσφοράς και την αύξηση του ανταγωνισμού. Όντως, παρατηρήθηκε (τουλάχιστον μέχρι το ξέσπασμα της πανδημίας) ότι όλο και περισσότερα ακίνητα αποσύρονται από τη (συμβατική) αγορά της μακροχρόνιας μίσθωσης, προκειμένου να διατεθούν στην πιο συμφέρουσα αγορά της βραχυχρόνιας. Σε περίοδο βαθιάς κρίσης, με πολλούς ενοικιαστές να δυσκολεύονται να καταβάλλουν το συμφωνημένο ενοίκιο, η διάθεση των ακινήτων στην Airbnb αγορά έγινε ελκυστική για όλο και περισσότερους ιδιοκτήτες. Ολόκληρες περιοχές των πόλεων συγκέντρωσαν έτσι έναν πολύ μεγάλο αριθμό διαθέσιμων Airbnb ακινήτων, χάνοντας, όμως, έναν πολύ μεγάλο αριθμό ακινήτων διαθέσιμων για μακροχρόνια μίσθωση. Μιλώντας για χτισμένα κέντρα πόλεων, η προσφορά ακινήτων για μακροχρόνια μίσθωση δεν είναι δυνατό να αυξηθεί (για παράδειγμα, μέσα από τη δημιουργία νέων κατασκευών), ενώ η ζήτηση παραμένει σταθερή ή μπορεί και να αυξάνεται. Ειδικά στην περίπτωση των κέντρων πόλεων λοιπόν, και με πολλούς ακόμα παράγοντες να υπεισέρχονται, οι τιμές των ενοικίων (στην αγορά της μακροχρόνιας μίσθωσης) δεν φαίνεται να αυτορυθμίζονται, υποχωρώντας, ως διά μαγείας, σε προηγούμενα χαμηλότερα επίπεδα. Για να μιλήσουμε με αριθμούς, από το 2016 μέχρι το 2018, στο σύνολο της μητροπολιτικής περιοχής της Αθήνας, οι τιμές των ενοικίων αυξήθηκαν κατά 14,3%. Κατά την ίδια χρονική περίοδο, σε επιμέρους κεντρικές περιοχές του Δήμου Αθηναίων (όπως τα Εξάρχεια, η Νεάπολη, ο Λυκαβηττός, το Κολωνάκι και η περιοχή Χίλτον), η αύξηση των τιμών ενοικίων κυμάνθηκε πολύ υψηλότερα, αγγίζοντας περίπου το 30%.

 

Έχει υποστηριχθεί πως το Airbnb έχει προκαλέσει μια αναθέρμανση της τοπικής οικονομίας. Εσείς υπογραμμίζετε ότι βαραίνουν περισσότερο οι αρνητικές όψεις του Πώς το εξηγείτε;

Αναγνωρίζουμε στο βιβλίο ότι ορισμένες επιπτώσεις του Airbnb στην τοπική οικονομία είναι θετικές. Επαγγέλματα που είχαν πληγεί από την κρίση ενεργοποιούνται ξανά, όπως αυτά του κατασκευαστικού τομέα, από τους αρχιτέκτονες και τους πολιτικούς μηχανικούς, μέχρι τους υδραυλικούς ή τους ηλεκτρολόγους. Ταυτόχρονα, δημιουργούνται ευκαιρίες απασχόλησης για διακοσμητές, διαφημιστές κ.ά. Πέρα από τα υφιστάμενα σχετικά επαγγέλματα, δημιουργούνται και νέες υπηρεσίες που δεν υπήρχαν στην αγορά πριν από την ανάπτυξη του Airbnb. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι υπηρεσίες που παρέχει ο «υποδοχέας τουριστών», ο άνθρωπος που αναλαμβάνει την υποδοχή των Airbnb επισκεπτών στο ακίνητο, την παράδοση και παραλαβή των κλειδιών, την ξενάγηση στο χώρο, την περιγραφή των παροχών κ.λπ. Οι υπηρεσίες αυτές προσφέρονται όχι μόνο από ιδιώτες αλλά και από σύνθετες εταιρείες διαχείρισης ακινήτων. Ενεργοποιούνται και μια σειρά άλλων συμπληρωματικών υπηρεσιών, όπως υπηρεσίες ξενάγησης. Είναι χαρακτηριστικό ότι τέτοιες ξεναγήσεις μπορεί να παρέχονται σήμερα από ιδιώτες που διατείνονται πως εισάγουν τους Airbnb επισκέπτες σε μια «αυθεντική εμπειρία» της πόλης και τους προσφέρουν την ευκαιρία να «ζήσουν σαν ντόπιοι» (live like a local), όπως υπόσχεται το περίφημο σλόγκαν της εταιρείας Airnbnb. Από τη μία, όμως, υπάρχει ο αστερίσκος ότι η απασχόληση στις σχετικές με το Airbnb  δραστηριότητες κινείται σε μεγάλο βαθμό στο πεδίο της σκιώδους, άτυπης και επισφαλούς εργασίας και, από την άλλη, έχουμε έναν βίαιο μετασχηματισμό των γειτονιών σε μονολειτουργικές περιοχές, που μπορεί να καταλήξουν σε διασκεδαστήρια για τους τουρίστες, έχοντας σαφώς αρνητική επίδραση στην καθημερινή ζωή των μόνιμων κατοίκων, αλλά και των επισκεπτών. Μέσω της εισβολής νέων χρήσεων που απευθύνονται κυρίως σε επισκέπτες των γειτονιών της πόλης, πολλές από τις προϋπάρχουσες τοπικές επιχειρήσεις δυσκολεύονται να επιβιώσουν, ενώ σε ορισμένες περιοχές έχουν ήδη αρχίσουν να κλείνουν. Στη θέση παλιών μικρών παντοπωλείων, εμφανίζονται πολυτελή καταστήματα, στη θέση καταστημάτων ρούχων ακριβά καταστήματα δώρων, στη θέση παραδοσιακών χώρων εστίασης που άντεξαν την κρίση γκουρμέ εστιατόρια. Στην πλειοψηφία τους, τα νέα καταστήματα δεν είναι παρά καταστήματα εστίασης, καφέ-μπαρ και φούρνοι. Οι μεταλλαγές αυτές τις οποίες υφίστανται πολλές κεντρικές περιοχές της Αθήνας είναι δυνατό να οδηγήσουν τους μόνιμους κατοίκους σε εκτοπισμό, είτε αυτοί είναι ενοικιαστές είτε ιδιοκατοικούν. Οι μόνιμοι κάτοικοι εκτοπίζονται καταρχάς λόγω της υπερβολικής όχλησης και κινητικότητας. Εκτοπίζονται, επίσης, επειδή οι καθημερινές τους ανάγκες, για παράδειγμα σε εμπόριο και υπηρεσίες, δεν ικανοποιούνται πια σε απόσταση περπατήματος από την κατοικία τους ή, ακόμα χειρότερα, είναι δύσκολο να ικανοποιηθούν με βάση τις νέες πολύ υψηλότερες τιμές στις οποίες προσφέρονται από τις νέου τύπου τοπικές επιχειρήσεις. Εκτοπίζονται, τέλος, καθώς η λειτουργία ορισμένων βασικών υπηρεσιών στο επίπεδο της γειτονιάς απειλείται από τη σταδιακή μείωση του τοπικού πληθυσμού, όπως  παρατηρήθηκε στην περίπτωση ορισμένων σχολείων όπου δεν σχηματίστηκαν τμήματα, λόγω μείωσης των παιδιών της περιοχής.

Πώς αυτή η «τουριστικοποίηση» που περιγράφετε μεταμορφώνει την ανθρωπογεωγραφία της Αθήνας, απειλώντας την ποικιλομορφία της και ποιες διαιρέσεις χαράσσει στο «σώμα» τις πόλης; 

Εδώ ακριβώς πέφτει σε αντίφαση η ίδια η πλατφόρμα Airbnb, καθώς η υπόσχεση «ζήσε σαν ντόπιος» που δίνει στους επισκέπτες τείνει να χάσει μελλοντικά το νόημά της. Ξεκινάει με σύνθημα την αυθεντική/πραγματική ζωή των ντόπιων και να μεταμορφώνει την καθημερινότητά τους και τον συνολικό χαρακτήρα της γειτονιάς τους. Με τους μόνιμους κατοίκους να απειλούνται με εκτοπισμό (και ορισμένους ήδη να εκτοπίζονται) και με τις τοπικές δραστηριότητες να αλλάζουν βίαια, οι «αυθεντικές αστικές εμπειρίες» υπονομεύονται. Ο τρόπος με τον οποίο οικοδομήθηκε και κατοικήθηκε η Αθήνα μπορεί να δημιούργησε ένα ασφυκτικά πυκνοδομημένο αστικό περιβάλλον, παράλληλα, όμως, επέτρεψε την ανάμειξη του πληθυσμού  και των καθημερινών δραστηριοτήτων στις ίδιες γειτονιές και στις ίδιες πολυκατοικίες. Η πολυλειτουργική και κοινωνικά μεικτή πολυκατοικία της αντιπαροχής αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Σε αντίθεση με την εμπειρία πολλών άλλων πόλεων της βόρειας και κεντρικής Ευρώπης και των ΗΠΑ, στις ελληνικές πόλεις και ειδικά στην Αθήνα, η αυξημένη κοινωνική ανάμειξη και οι σχετικά μειωμένες χωρο-κοινωνικές διαιρέσεις αποτελούν διαχρονικά μερικά από τα θετικότερα στοιχεία τους.

 Το Airbnb και οι διαδικασίες τουριστικοποίησης που επιφέρει μοιάζουν παράγοντες ικανοί να αλλάξουν την κοινωνική αυτή συγκατοίκηση, εκτοπίζοντας ντόπιους κατοίκους χαμηλότερων κοινωνικοικονομικών στρωμάτων, αλλά και μεταναστευτικούς πληθυσμούς από τις πολυκατοικίες  στις οποίες για χρόνια διέμεναν και από τις γειτονιές, στην κοινωνική, οικονομική και πολιτισμική ζωή των οποίων συνεισέφεραν. Έχει παρατηρηθεί ότι ακόμα και τα λιγότερο προνομιακά διαμερίσματα στους χαμηλότερους ορόφους των πολυκατοικιών μετατρέπονται σήμερα σε Airbnb καταλύματα. Απειλούνται, με αυτόν τον τρόπο, τα θετικά χαρακτηριστικά του αστικού χώρου της Αθήνας, με τον κίνδυνο αύξησης των  στεγαστικών, χωρικών και κοινωνικών διαχωρισμών ή τον κίνδυνο δημιουργίας νέου τύπου διαχωρισμών και κοινωνικών αποκλεισμών να είναι υπαρκτός. Αν η «αυθεντικότητα» των ελληνικών πόλεων και των γειτονιών τους έγκειται στην κοινωνική ανάμειξη, στην ποικιλομορφία, στην πολυσυλλεκτικότητα και στην πολυλειτουργικότητα, αυτά ακριβώς είναι που απειλούνται σήμερα μέσω του Airbnb.

 

Πώς αυτός ο κίνδυνος εκτοπισμού συνδέεται με τη στεγαστική κρίση, την οποία αναδεικνύετε;

Στην Ελλάδα, όπως και αλλού, η πρακτική του Airbnb δεν αναπτύχθηκε εν κενώ, αλλά εν μέσω μιας σοβαρής στεγαστικής κρίσης, όπως καταδεικνύει η στεγαστική επισφάλεια, τα κόκκινα δάνεια, η ενεργειακή φτώχεια, οι πλειστηριασμοί και η αστεγία, που για πρώτη φορά σημειώθηκαν με τέτοια ένταση στην πρόσφατη ιστορία της χώρας. Την ίδια στιγμή, απουσιάζει από τη χώρα οποιαδήποτε συγκροτημένη και αποφασιστική κοινωνική στεγαστική πολιτική, μέσα από θεσμούς όπως αυτός της κοινωνικής κατοικίας, μέσα από κοινωνικές πολιτικές για την ενοικιαζόμενη κατοικία, πολιτικές προστασίας των ενοικιαστών κ. ά. Σε σύγκριση με τους ιδιοκτήτες, οι ενοικιαστές έρχονται με πολύ πιο βίαιο τρόπο αντιμέτωποι με τις επιπτώσεις της εξάπλωσης του Airbnb. Είναι πρωτίστως αυτοί που εκτοπίζονται βίαια από τις γειτονιές όπου διέμεναν για δεκαετίες, αυτοί που βλέπουν τους όρους των μισθωτηρίων τους να καταστρατηγούνται και που μπορεί να ενημερωθούν οποιαδήποτε στιγμή από τον ιδιοκτήτη του ακινήτου ότι θα χρειαστεί να φύγουν γιατί «θέλει να το κάνει Airbnb». Εντωμεταξύ, στα μεγάλα αστικά κέντρα, τα ποσοστά των ενοικιαστών (μεταξύ των οποίων βρίσκεται μεγάλο τμήμα των πιο ευάλωτων κοινωνικών ομάδων) εμφανίζονται υψηλότερα και ξεπερνούν τον μέσο όρο στη χώρα. Ενδεικτικά, ενώ στο σύνολο της χώρας το ποσοστό του πληθυσμού που ζει σε ενοικιαζόμενη κατοικία αγγίζει διαχρονικά περίπου το 20%, το αντίστοιχο ποσοστό στον κεντρικό δήμο Αθηναίων άγγιζε περίπου το 40%, κατά την απογραφή του 2011. Σε όλα αυτά προστίθεται ένας ακόμα κρίσιμος παράγοντας, που μένει συχνά στο περιθώριο της σχετικής συζήτησης, εκείνος του στεγαστικού κόστους. Ως στεγαστικό κόστος, νοείται το σύνολο των δαπανών ενός νοικοκυριού για την κατοικία του και περιλαμβάνει πληρωμές ενοικίων και δανείων, καταβολές φόρων ακινήτων και λειτουργικά έξοδα. Όταν το στεγαστικό κόστος ξεπερνάει το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος του νοικοκυριού, αυτό πανευρωπαϊκά θεωρείται «υπερβολική επιβάρυνση από το στεγαστικό κόστος». Στην περίπτωση της Ελλάδας, κατά το 2018, «υπερβολική επιβάρυνση από το στεγαστικό κόστος» παρουσίαζε το 83% των ενοικιαστών, το οποίο είναι και το υψηλότερο ποσοστό που καταγράφεται στην Ευρώπη, όπου ο μέσος όρος κατά το 2018 ήταν 26,4%. Με το Airbnb να εκτοπίζει πρωτίστως τους ενοικιαστές, οι κοινωνικοοικονομικές ανισότητες που προϋπήρχαν μεταξύ αυτών και των ιδιοκτητών γίνονται σήμερα εντονότερες, επανακαθορίζοντας τις διαφορές μεταξύ κοινωνικών ομάδων στη βάση (και) της κατοχής ακίνητης περιουσίας.

Κρίνετε ως ελλειπτικό το νομικό οπλοστάσιο για το Airbnb στην Ελλάδα και πως  αυτό αναπαράγει τις «παρανοήσεις» γύρω από το  Airbnb φαινόμενο. Τι περιέχει το ελληνικό θεσμικό πλαίσιο;

Ο νόμος 4472 του 2017  για το Airbnb περιλαμβάνει μία θεμελιώδη παρανόηση γύρω από τον ορισμό της βραχυχρόνιας μίσθωσης μέσω ψηφιακής πλατφόρμας. Εντάσσει αδιακρίτως κάθε περίπτωση βραχυχρόνιας μίσθωσης ακινήτου στην «οικονομία του διαμοιρασμού», ενώ ο νομοθέτης θεωρεί το εισόδημα που αποκτάται από τη βραχυχρόνια μίσθωση ακινήτων ως εισόδημα από ακίνητη περιουσία, ίδιο με αυτό που αποκτάται από τη μακροχρόνια αστική μίσθωση ακινήτων, και σε καμία περίπτωση ως εισόδημα από τουριστική μίσθωση ακινήτου, από επιχειρηματική ή άλλη δραστηριότητα. Ο νόμος δίνει τη δυνατότητα για δύο ειδικούς περιορισμούς της Airbnb δραστηριότητας, γνωστούς από τη διεθνή εμπειρία. Οι περιορισμοί αυτοί μπορούν να τεθούν σε εφαρμογή  με την υπογραφή Κοινής Υπουργικής Απόφασης (μεταξύ του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης, του Υπουργείου Οικονομικών και του Υπουργείου Τουρισμού), σε συγκεκριμένες «γεωγραφικές περιοχές» και «για λόγους που σχετίζονται με την προστασία της κατοικίας». Πιο συγκεκριμένα, σε γεωγραφικές περιοχές όπου σημειώνεται σημαντική έλλειψη διαθέσιμων προς μακροχρόνια μίσθωση ακινήτων και οι τιμές ενοικίων έχουν αυξηθεί δραματικά, η εν λόγω ΚΥΑ μπορεί να απαγορεύσει τη βραχυχρόνια μίσθωση άνω των δύο ακινήτων ανά ΑΦΜ δικαιούχου εισοδήματος. Κάτι τέτοιο θα απέτρεπε τη συγκέντρωση πολλών Airbnb ακινήτων στα χέρια λίγων μόνο «παικτών» της αγοράς και θα ανέκοπτε, ενδεχομένως, την απόσυρση μεγάλου αριθμού ακινήτων από την αγορά της μακροχρόνιας μίσθωσης. Επιπλέον, η εν λόγω ΚΥΑ μπορεί να περιορίσει τη βραχυχρόνια μίσθωση ακινήτων στις 90 ημέρες ανά έτος ή στις 60, όταν πρόκειται για νησιά με λιγότερους από 10.000 κατοίκους. Όμως, μέχρι σήμερα, καμία τέτοια ΚΥΑ δεν έχει υπογραφεί και δεν έχει τεθεί σε εφαρμογή. Διακρίνουμε έναν σοβαρό δισταγμό, από τη μεριά της πολιτείας, να προχωρήσει σε θεσμικούς περιορισμούς που οπωσδήποτε θα δυσαρεστούσαν από τους μικρούς μέχρι, κυρίως, τους μεγάλους «παίκτες» της Airbnb αγοράς. Από το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο λείπει μια σύνθετη αντιμετώπιση του Airbnb φαινομένου και των πολλαπλών του επιπτώσεων, που θα υπερέβαινε τη φορολογική συμμόρφωση των Airbnb οικοδεσποτών, καθώς οι εκάστοτε κυβερνήσεις περιορίζονται στα φορολογικά και μόνο μέτρα. Μία τέτοια αντιμετώπιση θα περιλάμβανε στοχευμένα μέτρα, σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές όπου τα προβλήματα που δημιουργεί η Airbnb δραστηριότητα  εμφανίζονται αυξημένα και, ως εκ τούτου, θα χρειάζονταν εκεί περιορισμοί, όχι απαραίτητα απαγορευτικοί αλλά πάντως προσαρμοσμένοι στην περίσταση. Στο θεσμικό πλαίσιο, πέρα από τη διάκριση ανάμεσα στην «οικονομία του διαμοιρασμού» και στην «οικονομία της πλατφόρμας», χρειάζεται να αποσαφηνιστεί η διάκριση ανάμεσα στη «μίσθωση ακίνητης περιουσίας», όταν εκμεταλλεύεται κανείς ένα-δύο ιδιόκτητα ακίνητα, και στην «επιχειρηματική δραστηριότητα», όταν κανείς εκμεταλλεύεται ένα ολόκληρο χαρτοφυλάκιο. Ίσως η πιο κρίσιμη διάκριση αφορά την «αστική μίσθωση ακινήτου», όταν κανείς εκμισθώνει ένα ακίνητο ως κατοικία, και την «τουριστική», όταν κανείς εκμισθώνει ένα ακίνητο που έχει, ουσιαστικά, μετατραπεί σε ένα μικρό ξενοδοχείο. Το πραγματικό ερώτημα που τίθεται εδώ είναι πόσα μικρά ξενοδοχεία, υπό το πρόσχημα της βραχυχρόνιας μίσθωσης ακινήτων, μπορούν να «φιλοξενηθούν» στις πολυκατοικίες και  στις γειτονιές των πόλεων, στα ηπειρωτικά χωριά και στα νησιά; 

 

Αναφέρετε πως, διεθνώς, η εναντίωση στο Airbnb εκδηλώνεται και διά της θεσμικής οδού, όπως μέσα από κανονισμούς πολυκατοικιών που αναθεωρούνται και προβλέπουν πλέον την απαγόρευση του Airbnb. Έχουμε τέτοιες κινήσεις στην Ελλάδα;

Παρόμοιες εμπειρίες συσσωρεύονται σταδιακά και στη χώρα μας, με αγωγές που έχουν καταθέσει εις βάρος των Airbnb εκμισθωτών οι γείτονές τους. Στην Ελλάδα, η πρώτη αγωγή εις βάρος Airbnb ιδιοκτήτη κατατέθηκε το 2018 από τους συνιδιοκτήτες πολυκατοικίας στο κέντρο της Αθήνας. Οι ενάγοντες υποστήριξαν ότι η βραχυχρόνια μίσθωση διαμερίσματος στον πέμπτο όροφο γινόταν κατά παράβαση του κανονισμού της πολυκατοικίας και δημιουργούσε αίσθημα ανασφάλειας, συνεχείς οχλήσεις κατά τις ώρες κοινής ησυχίας, φθορές στους κοινόχρηστους χώρους και βλάβες στον ανελκυστήρα. Το Δεκέμβριο του 2019, το Πρωτοδικείο Αθηνών δικαίωσε τον Airbnb οικοδεσπότη, απορρίπτοντας τις αιτιάσεις των συνιδιοκτητών περί όχλησης και αντιμετωπίζοντας τη βραχυχρόνια μίσθωση του διαμερίσματος ως μία νέα μορφή «αστικής μίσθωσης», που δεν είναι δυνατό να τυγχάνει  διαφορετικής αντιμετώπισης από τις μέχρι σήμερα γνωστές μορφές μίσθωσης ακινήτων. Ωστόσο, την ίδια περίοδο, εκ διαμέτρου αντίθετη απόφαση έλαβε το Πρωτοδικείο Ναυπλίου, με αφορμή παρόμοια υπόθεση. Απαγόρευσε σε ιδιοκτήτρια διαμερίσματος τη βραχυχρόνια μίσθωσή του, με το σκεπτικό ότι παραβίαζε τις διατάξεις του κανονισμού της πολυκατοικίας που απαγόρευε τη χρήση των οριζόντιων ιδιοκτησιών ως «τουριστικών καταλυμάτων», καθώς επίσης και εξαιτίας των διαφόρων οχλήσεων που προκαλούσε στους υπόλοιπους ιδιοκτήτες. Διαθέτουμε, λοιπόν, δικαστικό προηγούμενο, που, αν και αντιφατικό, μπορεί να αποτελέσει τη βάση για να ξεκαθαρίσουμε, σταδιακά,  τις πιο βασικές παρανοήσεις γύρω από το Airbnb.

Mας καλείτε να στρέψουμε το βλέμμα μας σε καλές πρακτικές, σε στοχευμένες πολιτικές που υιοθετούνται για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων του Airbnb. Ποιες είναι μερικές από αυτές;

Οι παρανοήσεις γύρω από τον ορισμό της βραχυχρόνιας μίσθωσης ακινήτων, οι ελλείψεις του θεσμικού πλαισίου και οι δισταγμοί της πολιτείας να επιβάλει περιορισμούς δεν αποτελούν αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Υπάρχουν, ωστόσο, και ορισμένα παραδείγματα καλών πρακτικών, στα οποία αξίζει να στρέψουμε την προσοχή μας.

Το πιο ακριβή ορισμό της Airbnb δραστηριότητας και την πιο εύστοχη αντιμετώπισή της έχει πετύχει το Βερολίνο. Για τις κύριες κατοικίες που εκμισθώνονται σε επισκέπτη κατά το ήμισυ της επιφάνειάς τους (κατά μέγιστο), δηλαδή με τον ιδιοκτήτη να διαμένει εντός και να μοιράζεται πραγματικά τον οικιακό του χώρο, δεν απαιτείται κανενός είδους αδειοδότηση και δεν επιβάλλεται ούτε φορολόγηση ούτε κάποιος άλλος περιορισμός. Το Παρίσι, από την πλευρά του, περιγράφει την Airbnb δραστηριότητα ως «εμπορική δραστηριότητα», διακριτή από την «αστική μίσθωση ακινήτου», και επιβάλλει την αλλαγή χρήσης του ακινήτου από «χρήση κατοικίας» σε «χρήση εμπορίου». Η Βαρκελώνη, δε, πρωτοτυπεί, καθώς αντιμετωπίζει το ζήτημα στις χωρικές του διαστάσεις, θέτοντας πρόσφατα σε εφαρμογή το πολύ επεξεργασμένο «Ειδικό Σχέδιο για την Τουριστική Διαμονή». Το σχέδιο οριοθετεί έξι διακριτές γεωγραφικές περιοχές, που δέχονται διαφορετικού τύπου πιέσεις από το Airbnb. Στην κεντρική περιοχή της Βαρκελώνης, εντοπίζονται περιοχές όπου το ποσοστό των διαμενόντων 

Επισκεπτών στο σύνολο των μόνιμων κατοίκων αγγίζει μέχρι και το 70%. Στη ν κεντρική «γεωγραφική περιοχή 1», λοιπόν, δεν επιτρέπεται καμία νέα βραχυχρόνια μίσθωση ακινήτου, ενώ για κάθε ακίνητο που αποσύρεται από τη βραχυχρόνια μίσθωση ένα άλλο Airbnb ακίνητο μπορεί να διατεθεί στην πιο απομακρυσμένη από το κέντρο «γεωγραφική περιοχή 3», υπό τις προϋποθέσεις που ισχύουν εκεί. Εν τω μεταξύ, στο ιστορικό κέντρο της πόλης, ειδικό σύστημα στοχεύει στη συγκέντρωση των Airbnb ακινήτων σε όσο το δυνατόν λιγότερα κτίρια. Στη «γεωγραφική περιοχή 2», περιμετρικά της κεντρικής περιοχής, για κάθε ένα ακίνητο που αποσύρεται από τη βραχυχρόνια μίσθωση ένα άλλο Airbnb ακίνητο μπορεί να διατεθεί στην ίδια περιοχή. Επιπλέον, τα Airbnb ακίνητα δεν μπορούν να ξεπερνούν το 1,5% των συνολικά διαθέσιμων ακινήτων ανά οικοδομικό τετράγωνο ή μπορούν να συγκεντρώνονται σε ένα μόνο κτίριο του οικοδομικού τεετραγώνου, χωρίς όμως να ξεπερνούν τα 10. Το ίδιο ισχύει και στη «γεωγραφική περιοχή 3», όπου δεν υπάρχει όριο στον αριθμό των βραχυχρόνιων μισθώσεων ακινήτων, ενώ μπορούν να λειτουργήσουν εκεί έως και 400 ακίνητα που αποσύρθηκαν από τη βραχυχρόνια μίσθωση στις «γεωγραφικές περιοχές 1 και 2».  Στις υπόλοιπες ζώνες, εφαρμόζονται διαφοροποιημένα μέτρα, είτε πολύ αυστηρά είτε ήπια, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες και την πίεση που δέχεται κάθε γειτονιά.

Εισηγείστε την ανάγκη συνολικότερων πολιτικών για την κατοικία που να περιλαμβάνουν και ρυθμίσεις για το Airbnb. Υπάρχουν τέτοιου είδους στρατηγικές διεθνώς;

Και βέβαια υπάρχουν συγκροτημένες πολιτικές που πραγματεύονται συνολικά το στεγαστικό ζήτημα και, μεταξύ άλλων, επιχειρούν μία ευρύτερη αντιμετώπιση κάποιων από τις συγκεκριμένες αρνητικές επιπτώσεις του Airbnb και του υπερτουρισμού, ειδικά σε ό,τι αφορά τη διασφάλιση της πρόσβασης των μόνιμων κατοίκων σε προσιτή κατοικία. Το κρατίδιο του Βερολίνου, για παράδειγμα, το καλοκαίρι του 2019, προέβη στην αγορά 670 διαμερισμάτων στην εμβληματική για την πρώην Ανατολική Γερμανία λεωφόρο Καρλ Μαρξ. Τα συγκεκριμένα διαμερίσματα, ιδιοκτησίας διαφόρων ιδιωτικών επιχειρήσεων, επρόκειτο να πουληθούν στη μεγαλύτερη εταιρεία διαχείρισης ακινήτων στο Βερολίνο, την Deutsche Wohen, η οποία κατέχει ήδη πάνω από 100.000 διαμερίσματα στη γερμανική πρωτεύουσα. Ανησυχώντας για την αύξηση των ενοικίων που αυτό θα προκαλούσε, οι κάτοικοι ξεκίνησαν μια σειρά κινητοποιήσεων καθώς και μια πολύμηνη δικαστική διαμάχη, καταφέρνοντας να πιέσουν τη γερουσία να εμποδίσει τη συγκεκριμένη αγοραπωλησία. Αντ’ αυτής, αποφασίστηκε η επανακρατικοποίηση των 670 διαμερισμάτων, τα οποία αγοράστηκαν από τον κρατικό πάροχο κατοικιών Gewobag.

Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο πρόβλημα της έλλειψης προσιτής κατοικίας για τους μόνιμους κατοίκους και ιδιαίτερα τους πιο ευάλωτους, ο δήμος του Παρισιού, το καλοκαίρι του 2019, θεσμοθέτησε την (προσωρινή) κατάληψη εγκαταλελειμμένων χώρων, κατόπιν συμφωνίας με έναν σημαντικό αριθμό δημόσιων και ιδιωτικών φορέων που διαθέτουν λιμνάζουσα ακίνητη περιουσία.

Το πιο πρόσφατο παράδειγμα, που συνδέεται και με τον κορωνοϊό, είναι εκείνο της Λισαβόνας. Πολλά νοικοκυριά είχαν εκτοπιστεί από το κέντρο της πόλης, όπου το ένα τρίτο των ακινήτων διατίθενται πια για Airbnb και, ως εκ τούτου, τα διαθέσιμα για τους μόνιμους κατοίκους ακίνητα σπανίζουν, ενώ μισθώνονται σε δραματικά υψηλές τιμές. Σε μια προσπάθεια να προσελκύσει πίσω τους κατοίκους του κέντρου της πόλης που το είχαν εγκαταλείψει και ειδικά εργαζόμενους σε τομείς ζωτικής σημασίας (όπως υγειονομικούς, εκπαιδευτικούς κ.λπ.), ο Δήμος της Λισαβόνας αποφάσισε να επιδοτήσει  τους ιδιοκτήτες ακινήτων προκειμένου να διαθέσουν ξανά τα ακίνητά τους στην αγορά της (συμβατικής) μακροχρόνιας μίσθωσης και, μάλιστα, σε προσιτές τιμές.

Υπάρχει η πεποίθηση ότι η πανδημία θα σημάνει την αρχή της κατάρρευσης του Airbnb. Κατά πόσο ισχύει κάτι τέτοιο;

Η άποψη αυτή βιάστηκε να διατυπωθεί, ενώ, σταδιακά, φαίνεται πως δεν επιβεβαιώνεται. Από την πρώτη κιόλας άρση των περιοριστικών μέτρων, πέρσι το καλοκαίρι, παρατηρήθηκε ότι οι κρατήσεις των Airbnb ανέκαμψαν σημαντικά, χωρίς, βέβαια, να φτάσουν τα προηγούμενα υψηλά επίπεδα. Παράλληλα,  είδαμε να μπαίνουν στο χάρτη νέοι αγροτικοί προορισμοί, που δεν είχαν εμφανιστεί ποτέ στις λίστες των δημοφιλέστερων προορισμών και σημείωσαν για πρώτη φορά εντυπωσιακή αύξηση στις Airbnb κρατήσεις, όπως η Λάρισα, η νότια Κυνουρία και η Πάργα. Παρατηρήθηκε, επίσης, μία ποιοτική διαφορά, καθώς το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης προέκυψε από τον εσωτερικό τουρισμό και αφορά απομονωμένα καταλύματα σε όσο το δυνατό πιο κοντινούς και ασφαλείς προορισμούς, προσβάσιμους με ιδιωτικό αυτοκίνητο. Αυτά κέρδισαν την προτίμηση των επισκεπτών σε σχέση με τα παραδοσιακά ξενοδοχειακά συγκροτήματα. Οι παραπάνω τάσεις επιβεβαιώθηκαν (και μάλλον σε μεγαλύτερο βαθμό) και κατά την πρόσφατη εκδρομική έξοδο το Πάσχα του 2021, ενώ αναμένονται με ενδιαφέρον οι εξελίξεις της καλοκαιρινής τουριστικής περιόδου. Τέλος, πέρα από τους εκδρομείς, στη συζήτηση μπαίνουν και νέου τύπου επισκέπτες, όπως οι λεγόμενοι «ψηφιακοί νομάδες», εκείνοι οι επαγγελματίες που συνηθίζουν να εργάζονται από οποιαδήποτε περιοχή του κόσμου έχοντας δίπλα τους το λάπτοπ και μια καλή σύνδεση στο ίντερνετ. Το νέο αυτό (και μάλλον αυξανόμενο) κοινό υποδέχεται θερμά  η Airbnb αγορά, στο πλαίσιο των «μεσοπρόθεσμων» πια μισθώσεων ακινήτων. Καθόλου τυχαία, με την επέκταση και την πιθανή καθιέρωση (μέχρι κάποιο βαθμό) της εργασίας από απόσταση, η εταιρεία Airbnb  καλεί πια τους επισκέπτες και πελάτες της όχι μόνο να «ζήσουν σαν ντόπιοι» (σύμφωνα με το αρχικό κεντρικό σλόγκαν της: live like a local) αλλά και να «ζήσουν παντού» (live anywhere).

 


comments powered byDisqus

Αρχειο

Κατηγοριες