Shedia

EN GR

26 Απριλίου 2021 Το περιοδικό

Η πόλη με τα παραμυθόσπιτα

Ένας ακάματος «αθηναιογράφος» μάς ταξιδεύει στα κτίρια, τις λησμονημένες ιστορίες και τις μυρωδιές της πόλης, υπερασπίζεται την εγγενή δημοκρατικότητα της πρωτεύουσας, αποδομεί τους μύθους για την καταστροφή της, απορρίπτει τη στρεβλή διάκριση ανάμεσα σε «πολυκατοικίες» και «νεοκλασικά», ενώ μας καλεί να ανακαλύψουμε την ωραιότητα που κρύβεται σε όλη τη χώρα.

 

Συνέντευξη του Νίκου Βατόπουλου στον Σπύρο Ζωνάκη

«Η Αθήνα μού ανοίχτηκε σαν μια σελίδα από τα παραμύθια που διάβαζα και σε κάθε γωνιά της έβρισκα ένα σημείο περιβεβλημένο με το μανδύα ενός κρυμμένου θρύλου. Υπήρχαν πολλά. Ακόμα και σήμερα τα εντοπίζω όλα εκείνα τα παραμυθόσπιτα, όπως μπορεί  να είναι κάθε σπίτι με λησμονημένες ιστορίες, χωμένο ανάμεσα σε πολυκατοικίες, σε πίσω αυλές, σε ξεχασμένα οικόπεδα…» εξηγεί, μεταξύ άλλων, στη συνέντευξή του στη «σχεδία» ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Νίκος Βατόπουλος, δημιουργός του αφηγήματος για την Αθήνα «Στο βάθος του αιώνα» (που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο»).

Πώς μπορούμε να δεθούμε με την πόλη μέσα από τις σκιές του χρόνου, τις μυρωδιές και τις λησμονημένες ιστορίες; Τι συνθέτει την αθηναϊκή μοναδικότητα; Γιατί πρέπει να απέχουμε από θεωρίες καταστροφής της πρωτεύουσας και από μία στείρα νοσταλγία του παρελθόντος της; Τι αγνοημένοι θησαυροί κρύβονται σε κάθε γωνιά του τόπου μας;

Απαντήσεις (και) σε όλα τούτα τα ερωτήματα δίνει στη «σχεδία» ο κ. Νίκος Βατόπουλος.

 

Το πρόσφατο βιβλίο σας «Στο βάθος του αιώνα» βρίσκεται στο μεταίχμιο της αστικής βιογραφίας της Αθήνας, μια εναλλακτική θεώρηση για την πόλη τις τελευταίες δεκαετίες, και της προσωπικής βιογραφίας, διότι, όπως τονίζετε, ο χάρτης της Αθήνας σας όρισε. Με ποιον τρόπο; 

Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου έξω από την εμπειρία της Αθήνας. Συχνά με ρωτάνε πώς ξεκίνησα να μελετώ και να αγαπώ τόσο πολύ την Αθήνα. Νομίζω ότι ήταν κάτι έμφυτο. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην περιοχή της Πατησίων και διαμορφωνόμουν τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, όταν η Αθήνα άλλαζε δραματικά. Η πρώτη μου μνήμη από την Αθήνα που άλλαζε όταν και εγώ μεγάλωνα μαζί της ήταν μία κατεδάφιση στην οδό Πατησίων, στο ύψος της Αγίου Μελετίου. Ήταν ένα από τα «αγαπημένα» μου σπίτια, παρότι ήμουν δεν ήμουν πέντε ετών. Μου έκαναν εντύπωση τα μαρμάρινα λιοντάρια που φαίνονταν στο βάθος του κήπου, στη βάση της εξωτερικής σκάλας με τους φοίνικες παραστάδες. Με είχε κλονίσει η θέα της μπουλντόζας και τα σύννεφα της σκόνης. Η πορεία της Αθήνας προς τον εκσυγχρονισμό ήταν παράλληλη με τη δική μου πορεία προς την ενηλικίωση. Ήταν μια σύμπλευση. Όταν άρχισα τις πρώτες μου περιηγήσεις στην Αθήνα, τελείωνα το σχολείο και δύσκολα μπορεί κανείς να αποσυνδέσει την ανάγκη μου να γνωρίσω τη μυστική πόλη από την αφύπνιση του ερωτισμού που κλονίζει κάθε έφηβο. Η αστική περιπλάνηση είναι πράξη ερωτική. Με την έννοια ότι είναι μια διαδικασία που περιλαμβάνει το σύνολο της συνείδησης του ανθρώπου και η οποία  σε δονεί και σε αποσπά από την καθημερινότητα και το εφήμερο. Με αυτό το βιβλίο προσπάθησα να συνομιλήσω με τις γενιές, να φτιάξω ένα τοπίο μνήμης και χρόνου, ένα τοπίο που ξεκινάει από μια υποκειμενική αφετηρία, αλλά επιδιώκει να καταστεί ένα κοινό κτήμα, κατά κάποιον τρόπο.

ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΟΣΠΙΤΑ

Δεν είναι ένα βιβλίο μονάχα για το αρχιτεκτονικό απόθεμα της πόλης, μα και για τις μυρωδιές της Αθήνας, τα βιβλία και τους κινηματογράφους, τις λησμονημένες ιστορίες που κρύβονταν σε κάθε σπίτι.

Αυτό που με δένει με την Αθήνα και αυτό που δένει τον κάθε άνθρωπο με το αστικό περιβάλλον, τη μήτρα που τον γέννησε, είναι οι ιστορίες, οι μυρωδιές, οι σκιές του χρόνου, αυτό που λέμε άυλη κληρονομιά. Σκέφτομαι συχνά έναν άυλο χάρτη από τις μυρωδιές του άστεως, κάθε φορά που περιπλανιέμαι στους δρόμους της Αθήνας. Στα χρόνια του ’60 και του ’70, όταν μεγάλωνα μαζί με την Αθήνα στα πέριξ της Πατησίων, της Φωκίωνος Νέγρη, αλλά και του κέντρου, η ανοικοδόμηση της πρωτεύουσας έφτανε όχι μόνο ως εικόνα αλλά και ως ήχος και ως μυρωδιά. Η μυρωδιά του ασβέστη. Ορόσημα –εκείνα τα χρόνια της διαμόρφωσης– ήταν τα παλιά σπίτια και τα έντυπα, δύο πύλες μύησης και εισαγωγής στον διά βίου κόσμο του μυστηρίου. Η Αθήνα μού ανοίχτηκε σαν μια σελίδα από τα παραμύθια που διάβαζα και σε κάθε γωνιά της έβρισκα ένα σημείο περιβεβλημένο με το μανδύα ενός κρυμμένου θρύλου. Υπήρχαν πολλά. Ακόμα και σήμερα τα εντοπίζω όλα εκείνα τα παραμυθόσπιτα, όπως μπορεί  να είναι κάθε σπίτι με λησμονημένες ιστορίες, χωμένο ανάμεσα σε πολυκατοικίες, σε πίσω αυλές, σε ξεχασμένα οικόπεδα και σε στενούς δρόμους εντελώς άσημους, που δεν τους φτάνεις αν δεν έχεις κάποιο λόγο να πας ώς εκεί. Μερικές φορές, εκεί που περπατώ, ανακαλώ την αίσθηση που έχω από κάποια βιβλία, γιατί αυτό που μένει είναι η γεύση της γραφής, ο αισθησιασμός του λόγου. Από ιδιοσυγκρασία μού άρεσαν οι κόγχες οι αθέατες και από εκπαίδευση καλλιέργησα την επαφή μου με έναν κόσμο που ζούσε παράλληλα με τον ορατό. Ήταν ένας τρόπος να μεγαλώνει κανείς με τη μισή του ύπαρξη στα βιβλία, στο σινεμά, στη μουσική και στα σπίτια της πόλης. Όλα αυτά συνδέονται. Σε παλιά σπίτια αναζητώ πάντα ίχνη από εφημερίδες που μπορεί να έχουν αφήσει άστεγοι, παλαιοί κάτοικοι ή ακόμα και μάστορες που μπορεί να είχαν έρθει για μια εργασία. Συχνά, όταν σκέφτομαι τα σπίτια της Αθήνας, αποσπώμαι από το ίδιο το σπίτι, τα χρώματά του, τα υλικά του και την ιστορία του, και στέκομαι σε εκείνα τα όνειρα που ξετυλίγονταν μέσα από τις εφηβικές κάμαρες. Σε όλα αυτά που δεν ειπώθηκαν ποτέ, αλλά μπορεί να ήταν σκέψεις σε ένα εφηβικό δωμάτιο του 1926 στην οδό Αριστομένους, σε μια νυφική κάμαρα του 1955 στην οδό Νηλέως, σε ένα εργένικο διαμέρισμα του 1977 στην οδό Ερατοσθένους, σε μία φοιτητική εστία του 1992 κάπου στην Αθήνα.

 

ΕΥΡΥΧΩΡΗ ΜΑΤΙΑ

Η ματιά σας για την πόλη δεν είναι αυτή της καταγγελίας, ούτε της νοσταλγίας για τον απολεσθέντα παράδεισο της παλιάς Αθήνας, αλλά εκείνη της καταγραφής και της αποδόμησης μύθων. 

Μεγάλωσα με μύθους. Ότι η Αθήνα, για παράδειγμα, είναι μια άσχημη πόλη, ότι ώς το 1830 ήταν ένα ασήμαντο λασποχώρι, ότι ώς το 1960 ήταν μια από τις ωραιότερες πόλεις της Ευρώπης, ότι οι πολυκατοικίες επιβλήθηκαν και ότι η πόλη πρέπει να γκρεμιστεί και να ξαναχτιστεί από την αρχή. Αυτές οι απλοϊκές και ανιστόρητες προσεγγίσεις ενδέχεται να αποτελούν κοινό τόπο για εκατομμύρια Έλληνες και οπωσδήποτε δεν συμβάλλουν παρά μόνο στην καλλιέργεια μιας αρνητικής εικόνας, που με τα χρόνια σκληραίνει και γίνεται ένα ψυχικό πέτρωμα που περνάει από γενιά σε γενιά. Ενώ θυμάμαι τη ρομαντική θλίψη κάποιων το 1960 και το 1970 για τα παλιά σπίτια που έφευγαν, δεν μπορώ να μην αναλογιστώ την τεράστια ανάγκη που γεννούσε η ζήτησή στέγης. Υπήρχε ένα στοιχείο πένθους και απώλειας μαζί με μια ανυπομονησία για το μέλλον. Σαν εκφωνήσεις χωρίς πλέον ήχο φτάνουν στα αυτιά μου όσα άκουγα όταν ήμουν παιδί για τις πολυκατοικίες που άλλαζαν κάθε μέρα την όψη της Αθήνας. Συχνά, υπήρχε ο θαυμασμός για το μπάνιο και τον θερμοσίφωνα. Μια ολόκληρη κοινωνία είχε θέσει σε υψηλή ιεράρχηση την ανάγκη να έχει ένα πλήρες λουτρό στο σπίτι. Ενώ πάντα με θλίβει η απώλεια της ιστορικής φυσιογνωμίας της πόλης, που έχει και αυτή πολλές όψεις, άλλο τόσο προτάσσω ως πρωτεύουσας σημασίας να κατανοήσω την πόλη έτσι όπως αυτή εξελίχθηκε. Όταν ήμουν νεότερος, είχα  κι εγώ μια πιο ρομαντική διάθεση και ενδεχομένως και μια νότα καταγγελίας, η οποία θεωρώ ότι ήταν λίγο αυθαίρετη και ανώριμη. Όσο  περισσότερη δύναμη έπαιρνα από τη βαθύτερη κατανόηση της πόλης τόσο θρυμμάτιζα και απονομιμοποιούσα τα στερεότυπα με τα οποία είχα μεγαλώσει. Μπορώ να πω ότι πράγματα που μου φαίνονταν πολύ άσχημα και απωθητικά, όπως μία πολυκατοικία του 1960 και του 1970, τώρα τα υποδέχομαι  με πολύ πιο φιλικό βλέμμα. Η ματιά μου είναι πια ευρύχωρη, ανοιχτή, κινητική.

Ένας από τους μύθους που καταρρίπτετε είναι και αυτός των κατεδαφίσεων, που δεν συμβαίνουν μονάχα μεταπολεμικά, καθώς το αίτημα εκσυγχρονισμού της πόλης είναι πολύ παλαιότερο.

Εκείνο που έμαθα μελετώντας την Αθήνα είναι πως το αίτημα εκσυγχρονισμού και διαρκούς ανανέωσης του κτιριακού ιστού της είναι τόσο παλιό όσο και η ίδια η νεότερη πόλη. Θα τοποθετούσα την απαρχή του γύρω στο 1875-1880, όταν πλέον η συμπαγής αστική τάξη αντικαθιστά τα πιο απλά, στην πλειονότητά τους, οθωνικά σπίτια.  Ίσως δεν είναι απολύτως σαφές πως σχεδόν στο σύνολό του ο 19ος αιώνας έχει εξαϋλωθεί, αν μείνει κανείς στην κατηγορία της ιδιωτικής κατοικίας. Πολλά από τα θεωρούμενα παλιά σπίτια της Αθήνας είναι του Μεσοπολέμου, οπότε και έχουμε μία οικοδομική αναγέννηση που δεν είναι και τόσο γνωστή. Ήταν, όμως, μια αντικειμενική πραγματικότητα ο μεγάλος αριθμός των κατεδαφίσεων νεοκλασικών κτιρίων πριν από το 1940. Στο μέλλον, η αθηναϊκή πολυκατοικία θα έχει πολλαπλές ερμηνείες. Η πολυκατοικία με τις πολλές διαβαθμίσεις της θα αποσπαστεί από τη γενίκευση και θα αποκτήσει ποιότητες. Το μέλλον θα μας βοηθήσει επίσης να ξεπεράσουμε τις τομές στο χρόνο, όπως τις κατανοούμε σήμερα. Δεν είναι βέβαιο ότι θα επιζήσει η στρεβλή διάκριση ανάμεσα στα «νεοκλασικά» και τις «πολυκατοικίες», καθώς η εξέλιξη της ζωής θα μεταβάλει τα κριτήρια. Τείνω προς μια ενιαία θεώρηση της Αθήνας και απορρίπτω αυτές τις βαθιές διαχωριστικές τομές μεταξύ προπολεμικής και μεταπολεμικής Αθήνας.

Πώς προέκυψε η έλξη σας για τα ερείπια και τα ερειπωμένα σπίτια;

Η έλξη των ερειπίων, η ιδιαίτερη εκείνη μελαγχολία που γεννά η θέασή τους, είναι μια ιδέα βαθιά ριζωμένη στον δυτικό άνθρωπο. Είχα μια φυσική έλξη στο να κατανοήσω το πεπερασμένο, το τέλος του εαυτού και των πραγμάτων. Από μικρό παιδί η θέα των κλειστών και ερειπωμένων σπιτιών με σαγήνευε, μου δημιουργούσε δέος. Στη γωνία της Πατησίων με την Κύπρου, εκεί όπου υπάρχει ένα μικρό πάρκο, υπήρχε ώς τις αρχές της δεκαετίας του ’70 ένα μεγάλο νεοκλασικό αρχοντικό, κλειστό και έρημο για χρόνια.   Το έρημο αρχοντικό το ένιωθα σαν ένα πρόσωπο πολύ θλιμμένο και πολύ μόνο. Το περικυκλώναμε τα παιδιά της γειτονιάς και το πολιορκούσαμε με τα παιχνίδια μας στους υγρούς του τοίχους, στη θεόρατη εξώθυρα, στις κουφάλες των δέντρων ολόγυρα και στις λακκούβες της γης, που έμοιαζαν σαν να είναι εκεί από πάντα, από την αρχή του χρόνου. Και ήταν τα παιχνίδια αυτά μια γιορτή, μια αφορμή να αφήσουμε στην άκρη την κοινωνική μας ταυτότητα. Μπλέκαμε όλα τα παιδιά από τα ρετιρέ και από τα θυρωρεία, γιατί εκεί, γύρω από το παλιό, έρημο σπίτι, που ήταν πάντα βουβό, με τα παράθυρα καλά κλεισμένα, να μην ακούγεται ούτε τριγμός μήτε ρόγχος, το χρόνο τον ξεχνούσαμε και μαζί τον εαυτό μας. Η ανάμνηση αυτού του στοιχειωμένου στη φαντασία σπιτιού, εξαερωμένου στη μνήμη της πόλης, με οδηγεί συχνά στις σπαρακτικές φωτογραφίες των κατεδαφίσεων. Θυμάμαι τις φωτογραφίες της Έλλης Παπαδημητρίου. Η θέα των κατεδαφίσεων μέσα από τον δικό της φακό είναι η θέα προς ένα αστικό δράμα μεταβολής, με τα καλά και τα κακά του, αλλά εν προκειμένω πρόκειται για ένα σχόλιο πάνω στην έλλειψη συναισθηματικής νοημοσύνης και την ένταση του κυνισμού πάνω στην πόλη. Η Παπαδημητρίου δείχνει τους οικοδόμους την ώρα που κατεδαφίζουν, πώς ανεβοκατεβάζουν τον κασμά πάνω στις πέτρες του νεοκλασικού σπιτιού, κάτι που είχα δει και εγώ ως παιδί. Όλη αυτή η θεατρικότητα και η δραματικότητα της κοινής κατεδάφισης αυτών των σπιτιών,  το πώς ξεκοιλιάζονται, πώς πέφτουν τα δοκάρια και οι πέτρες, ο ήχος των κομπρεσέρ, της αξίνας, της μπουλντόζας, το σύννεφο της σκόνης, η σταδιακή τους εξαφάνιση και αντικατάσταση ήταν ένα τραύμα για μένα, αλλά και ένα μάθημα περί ζωής και θανάτου που με σφράγισε.

EΦΑΠΤΟΜΕΝΕΣ ΥΠΑΡΞΕΙΣ

Επισημαίνετε πως η σκιά του παλιού κόσμου σας διαμόρφωσε και πως ενισχύετε την ιδέα του όλου έναντι της κατάτμησης σε χρονικές περιόδους. Τι εννοείτε;

Ήμουν συνειδητός απέναντι στη ροή του χρόνου, από πολύ μικρός ένιωθα τον εαυτό μου σαν ένα υποκείμενο της ιστορίας. Με συγκλόνισε το πώς όταν ήμουν 5-6 ετών συνομιλούσα με ανθρώπους που ήταν τότε πάνω από 80, μπορεί και 90. Είναι συγκλονιστικές στιγμές, όπου συναιρούνται οι διαφορές μεταξύ των γενεών. Όταν εφάπτονται οι υπάρξεις, αυτές οι διαφορές είναι περισσότερο κατασκευασμένες, μια ψυχική σύνδεση ή αποσύνδεση. Είναι εικόνες ισχυρές, γιατί επίμονο ήταν το βλέμμα μου πάνω στην κυρία Κ. που την έβλεπα από τη μισάνοιχτη πόρτα του ισόγειου διαμερίσματός της, κοντά στο ασανσέρ. Με την απόσταση του χρόνου πιστεύω πως θα την κοιτούσα διερευνητικά με την περιέργεια του παιδικού βλέμματος. Μόνο που και οι δύο, εκείνη ένα παιδί του 1890 και εγώ ένα παιδί του 1965, ήμασταν στο ισόγειο μιας αθηναϊκής πολυκατοικίας της ανοικοδόμησης κοντά στην πλατεία Αμερικής. Με το παιδικό μου βλέμμα, μέσα σε διασπαστικά κύματα αποδέσμευσης από τον ενεστώτα χρόνο, βίωνα σχεδόν σε έκσταση την εικόνα του γήρατος και, ναι, ήταν μια εικόνα που με τάραζε και συχνά με έλκυε. Μου άρεσε να σκέφτομαι ότι με άνεση συνδεόμουν με τον 19ο αιώνα, έναν αιώνα που για κάποιον λόγο, πάλι ίσως μέσα από τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο, μου στοίχειωνε τη φαντασία, πριν ακόμη αρχίσω καν να διαβάζω βουλιμικά Ιούλιο  Βερν. Με ρωτάνε συχνά αν είμαι Αθηναίος, ποια είναι η καταγωγή μου. Είναι ένα μεγάλο θέμα η ρίζα, οι προγονικές διαδρομές, ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε την πορεία στο χρόνο και μέσα από την αλληλουχία των γενεών, αλλά όχι απαραίτητα μόνο μέσα από τη βιολογική συνέχεια. Θα ήθελα να σκέφτομαι κάποιον μάστορα λιθοξόο ή αγγειοπλάστη στην Αθήνα του 1890 να μένει σε μια κάμαρη στην Πλάκα, με συγγενείς σε κάποιο νησί των Κυκλάδων… Θα είχε έρθει δώδεκα χρονών στην Αθήνα, θα είχε ζαλιστεί από την πολυκοσμία, θα είχε νιώσει την πόλη σαν δική του χωρίς να είναι…  

 

Σε αυτές τις περιηγήσεις στην Αθήνα πιάνετε το νήμα από εκεί που το άφησαν άλλοι, προκάτοχοί σας, πραγματικοί ή φανταστικοί. Επισημαίνετε πως δανείζεστε τα μάτια περασμένων οδοιπόρων.

 Ναι, δανείζομαι τα μάτια περασμένων οδοιπόρων για να συμπορευτώ. Συνομιλώ μαζί τους. Νιώθω πολλές φορές ότι μου έχουν χαράξει ένα δρόμο και τον ακολουθώ. Νιώθω ότι υπήρξαν άνθρωποι που μου κληροδότησαν τη ματιά τους και την αγάπη τους για την πόλη, που την ανακαλύπτεις μόνο όταν περπατήσεις σε αυτήν με τη διάθεση να την αποκρυπτογραφήσεις, να κάνεις μια ανασκαφή στην πόλη, η οποία είναι μια καθαρά ψυχική διεργασία. Ένας από αυτούς τους ανθρώπους ήταν ο Κωνσταντίνος Τρίπος, που, στις αρχές του 20ου αιώνα, κατέγραφε κάθε δρόμο και φωτογράφιζε ερασιτεχνικά όψεις της κεντρικής Αθήνας, που σήμερα έχουν χαθεί. Οι σκηνές που φωτογράφισε, για παράδειγμα, από την οδό Ευρυπίδου, στη δεκαετία του 1930, έχουν τη ζωντανή σπιρτάδα ενός φιλμ του Μεσοπολέμου. Αυτοκίνητα, κάρα, πεζοί στο οδόστρωμα, μαγαζιά στη σειρά κάθε είδους και πάντα κάποιο βλέμμα να έχει συλλάβει το φακό και περνάει στην αθανασία. Αυτές οι φωτογραφίες, σκηνές δρόμου, μπορούν να μελετηθούν με κάθε λεπτομέρεια, γιατί μας δίνουν αδιάψευστα στοιχεία όχι μόνο για τα κτίρια, τα ενδύματα, το είδος των καταστημάτων, αλλά και για τα στοιχεία λειτουργίας της πόλης, όπως το άπλωμα της πραμάτειας στα πεζοδρόμια, τον αριθμό των γυναικών στην αγορά, την παιδική εργασία, τα παλιά ή τα καινούρια μοντέλα αυτοκινήτων. Προφανώς και ο ίδιος είχε εκπλαγεί, ίσως και να είχε αιφνιδιαστεί, από την πύκνωση των κατεδαφίσεων σε κεντρικά σημεία της πόλης μετά το 1930.

ΕΓΓΕΝΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

 Τι συνθέτει την αθηναϊκή μοναδικότητα, την οποία υπερασπίζεστε;

Απέχω από θεωρίες καταστροφής και από δογματισμούς με εμμονές στην άρνηση.  H Αθήνα είναι μια πόλη που δοξάζει το ανθρώπινο μέτρο, παρότι ίσως ακούγεται αντιφατικό και παράδοξο αν μείνει κανείς στη δυστοπία της σύγχρονης πόλης. Είναι μια πόλη αρκετά δημοκρατική, χωρίς τις μεγάλες ταξικές διακρίσεις άλλων ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων. Υπάρχουν, φυσικά, οι διαφορές, που είναι φυσιολογικές και ευνοούν τη λειτουργία της οικονομίας, αλλά αυτό που κυριαρχεί είναι ένας μεγάλος, μεσαίος χώρος ευρυχωρίας και κινητικότητας, όπου το λαϊκό διυλίζεται μέσα στο αστικό και όπου το λόγιο εμπνέεται από το πηγαίο. Αυτή η εγγενής  δημοκρατικότητα αντανακλάται και στο περιβάλλον και στην αρχιτεκτονική, τόσο στα σπίτια της παλαιάς μορφής της  πόλης, ώς περίπου το 1930, όσο και στα σπίτια της οριζόντιας ιδιοκτησίας, που και αυτά, οι πολλών ειδών και μορφών πολυκατοικίες, συναίρεσαν ιδιώματα από τον λαϊκό και αστικό πολιτισμό της. Ακόμη και σε περιοχές που αναπτύχθηκαν ως μεγαλοαστικές, όπως είναι το Κολωνάκι, έβλεπες μικρές ταβέρνες, καρβουνιάρικα, μικρές αποθήκες να συνυπάρχουν με εντυπωσιακά μέγαρα. Αντιστοίχως, έχω δει σπίτια στον Βοτανικό, μια λαϊκή συνοικία, που αν τα έκοβες και τα έβαζες στην οδό Σκουφά στο Κολωνάκι θα έστεκαν μια χαρά. Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό και πολύ γοητευτικό στοιχείο της Αθήνας, που νομίζω ότι υπάρχει ακόμη. Θεωρώ ότι ο αθηναϊκός νεοκλασικισμός, ιδίως στη λαϊκή του εκδοχή, δηλαδή το λαϊκό νεοκλασικό σπιτάκι στην αθηναϊκή συνοικία, του οποίου δεν καταλάβαμε την αξία, έχει μια διεθνή μοναδικότητα και μια πολύ συγκινητική ιστορία, υποτιμημένη και παραγνωρισμένη. Ο  αρχιτέκτονας Παύλος Μυλωνάς (1915-2005), μαζί με τα μνημειώδη αρχιτεκτονήματα του αθηναϊκού κέντρου, ήταν ο πρώτος που κατέγραψε και ανέδειξε τη μοναδική αξία του λαϊκού νεοκλασικισμού. Μίλησε για τα μικρά σπιτάκια της Αθήνας, αυτά τα αυτοφυή άνθη της αττικής γης, που έχουν μείνει πλέον διάσπαρτα σε όλες τις παλιές συνοικίες, χωρίς την πρωτογενή κλίμακά τους και αποσπασμένα από εκείνα τα γοητευτικά μέτωπα που σχημάτιζαν με τη σειρά των παραθύρων και των μοναδικών εξώθυρων, δείγματα του λαϊκού πολιτισμού του άστεως. Είναι ένα πολιτιστικό απόθεμα διαρκώς ενεργό, ασχέτως αν τα τρία τέταρτα της προπολεμικής κτιριακής υποδομής της Αθήνας έχουν κατεδαφιστεί και αντικατασταθεί από κτίρια ποικίλων διαβαθμίσεων σε ποιότητα.

 

ΥΠΟΤΙΜΗΜΕΝΗ ΜΑΣΤΟΡΙΑ

Έχετε σταθεί  και στην αστείρευτη ποικιλία που κατέκλυζε την αθηναϊκή συνοικία. Τι περιλάμβανε αυτή;

Σε αντίθεση με την ομοιομορφία του τώρα, η γειτονιά του χθες είχε απελευθερώσει το προσωπικό γούστο κάθε ιδιοκτήτη. Είναι πραγματικά συγκλονιστικό, αν σκεφτεί κανείς  τα μοτίβα που παραλλάσσονται στις εξώθυρες, τα μπαλκόνια και τις φρίζες των αθηναϊκών σπιτιών. Ενώ υπάρχει μια τεράστια συγγενής τυπολογία, ελάχιστα είναι ίδια. Κάνω μια φωτογραφική συλλογή από αυλόπορτες σιδερένιες, από καγκελόπορτες. Μόνο στα κάγκελα, μπορεί να δει κανείς ότι υπάρχουν τέσσερα πέντε μοτίβα που επαναλαμβάνονται, αλλά και οι πόρτες που είναι είτε ξύλινες είτε μαντεμένιες είναι πραγματικά μνημεία λαϊκής τέχνης. Είναι πολύ ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι πολλές φορές αγνοούμε ή υποτιμούμε αυτό που λέμε «τεχνικό πολιτισμό», δηλαδή όλη τη μαστοράντζα, τους ξυλουργούς, τους πλακάδες, τους γυψαδόρους, τους σιδηρουργούς, όλους αυτούς που είχαν τη συγκεκριμένη γνώση και η οποία περνούσε από μάστορα σε παραγιό και από πατέρα σε γιο, το οποίο εκλείπει πια. Υπήρχαν εμπειροτεχνίτες και μάστορες που έφτιαχναν υπέροχα σπίτια, χωρίς να είναι αρχιτέκτονες ή μηχανικοί.

Βρίσκετε την αγνοημένη Αθήνα του Μεσοπολέμου άκρως γοητευτική. Για ποιο λόγο;

 Σήμερα, όταν περιπλανιέμαι στους δρόμους της Αθήνας, βλέπω όσα σπίτια της δεκαετίας του ’20 έχουν διασωθεί σε διάφορες συνοικίες. Τα σπίτια αυτά είναι γεροχτισμένα και καλοσχεδιασμένα, τα περισσότερα από αυτά είναι μικρά και εξελίσσουν τον προγενέστερο τύπο της απλής νεοκλασικής κατοικίας του 1880-1910. Σταδιακά, μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και ειδικά μετά το 1922-1923, έχουμε μια εκτίναξη της πόλης. Το τεράστιο τμήμα της πόλης από το Μουσείο και την πλατεία Αιγύπτου μέχρι την πλατεία Αμερικής και ακόμα πιο πέρα σε όλα τα τετράγωνα από τη Δροσοπούλου μέχρι την Αχαρνών, η Αθήνα γνώρισε τη δική της αστική επανάσταση που αποτυπώθηκε σε εξαιρετικής αισθητικής οικοδομήματα από το 1910 έως το 1940.Στην ανερχόμενη αυτή περιοχή, επένδυαν όσοι ονειρεύονταν ένα καινούριο σπίτι στην Αθήνα. Νέοι αρχιτέκτονες που είχαν σπουδάσει στη Γαλλία και τη Γερμανία μετέφεραν στην αθηναϊκή κλίμακα το μεταβατικό αρχιτεκτονικό ρεύμα ανάμεσα στον κλασικισμό και τον μοντερνισμό.  Στον Μεσοπόλεμο έχουμε έναν πολύ σημαντικό εκσυγχρονισμό της οικιακής οικονομίας, δηλαδή έχουμε πια σπίτια που έχουν οργανωμένο λουτρό, που έχουν τους χώρους υποδοχής που πλησιάζουν σε αυτό που λέμε living room, έχουμε μια άλλη αίσθηση οικογένειας, υπάρχει δηλαδή η εστία. Έχουμε πια ένα αστικό περιβάλλον απολύτως κατανοητό με βάση τα σημερινά δεδομένα.  

ΖΩΝΤΑΝΟ ΚΕΝΤΡΟ

Σημειώνετε πως έχουμε χάσει τη συνταγή της ζωντανής χρήσης της πόλης. Πώς μπορούμε να την ξαναβρούμε;

Πολλά μεγάλα σπίτια είχαν σύνθετη χρήση. Μαγαζιά κάτω, γραφεία ίσως και στον πρώτο όροφο, κατοικία πιο ψηλά. Αυτή η σύμμεικτη λειτουργία νομίζω ότι είναι πια μια τάση η οποία έχει επανέλθει θεαματικά στη σύγχρονη αντίληψη περί πόλεων, εις βάρος του διαχωρισμού μεταξύ κατοικίας και εργασίας ή δημόσιας λειτουργίας. Η σύμμειξη των λειτουργιών είναι απαραίτητο στοιχείο για να σωθεί η πόλη, αλλά και το χρώμα της, να διαφυλαχθεί και η εργασία και η κατοικία, να μη νεκρώνουν περιοχές. Νομίζω ότι υπάρχει διάθεση από πολλούς ανθρώπους να μείνουν στο κέντρο της πόλης, απλώς πρέπει να διευθετηθούν διάφορα ζητήματα ασφάλειας, καθαριότητας, λειτουργίας. Σκεφτείτε τώρα να υπήρχαν στην οδό Αιόλου, στο κέντρο της Αθήνας, άλλα 100 διαμερίσματα-μόνιμες κατοικίες. Πόσο διαφορετική θα ήταν η ζωή το βράδυ, όταν κλείνουν τα μαγαζιά. Είναι σχετικά απλό να γίνει κάτι τέτοιο, δίνοντας, φυσικά, κίνητρα. Να φτιαχτούν, να εκσυγχρονιστούν  οι παλιές οικοδομές του 1960, κτίρια γραφείων στα οποία δεν υπάρχουν πια γραφεία να ενοικιαστούν. Μπορούν κάλλιστα, σταδιακά, να γίνουν διαμερίσματα.

Στο βιβλίο σας «Όπου και να ταξιδέψω» εγκαταλείπετε το αγαπημένο σας θέμα, την Αθήνα, επιδιώκοντας να ραγίσετε τα στερεότυπα που συνοδεύουν άλλες πόλεις τις χώρας. Πώς γεννήθηκε τούτη η ανάγκη;

Επειδή άρεσε στον πατέρα μου να πηγαίνουμε εκδρομές με το αυτοκίνητο, είχαμε περάσει από πολλές πόλεις όταν ήμουν μικρός και θυμάμαι την εντύπωση που μου είχαν κάνει, πόσο μεγάλη διαφορά είχαν από την Αθήνα, καθώς οι περισσότερες διατηρούσαν την παλιά τους μορφή ώς περίπου τη δικτατορία. Έχω μια έλξη για το μη αυτονόητο. Η ανάγκη μου ήταν να περιεργαστώ το αστικό απόθεμα, που ένιωθα ότι ήταν παραμελημένο, υποτιμημένο και σε απόσυρση. Από ένα απλό σπίτι σε μια συνοικία ώς ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο, από μία μισοσβησμένη αγιογραφία ώς το περίγραμμα ενός αιωνόβιου δέντρου και από την ατμόσφαιρα ενός παλιού καφενείου ώς την αυλή ενός σχολείου, η Ελλάδα έστελνε διαρκώς σήματα. Έχω ταχθεί κατά της στερεότυπης απαξίωσης του αστικού αποθέματος της χώρας μας. Κάθε πόλη έχει ιστορία, έχει ανθρώπους που νοιάζονται και πασχίζουν. Αν ζητήσεις σήμερα από έναν απλώς ενημερωμένο και σχετικά ταξιδεμένο Έλληνα να αναφέρει τρεις ωραίες ελληνικές πόλεις, θα ακούσεις μερικούς συνδυασμούς που περιλαμβάνουν ενδεχομένως το Ναύπλιο, την Κέρκυρα, τα Χανιά, την Καβάλα, τη Ρόδο, την Καστοριά, την Ερμούπολη, τα Ιωάννινα, τη Μυτιλήνη ή την Ξάνθη. Μπορεί να έβαζε κανείς και την Καλαμάτα ή τον Βόλο, ακόμα και την Άμφισσα, αν σκεφτεί μια μικρή πόλη. Αυτές οι επιλογές είναι πάντα αυθαίρετες, αλλά υπακούουν σε έναν γενικό κανόνα κοινής αισθητικής και μιας ορισμένης φήμης. Παρ’ όλ’ αυτά, εγώ βρήκα μια τρομερά ενδιαφέρουσα αστική παρακαταθήκη και στη Λάρισα και τη Λαμία, που αγνοεί ακόμη και ο ίδιος τους ο πληθυσμός. Η Λαμία είναι μια πόλη της παλιάς Ελλάδας που έχει μια θαυμάσια αρχιτεκτονική του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου αιώνα. Φυσικά και έχουν γίνει και εκεί πολύ μεγάλες καταστροφές, εντούτοις διατηρούνται πάρα πολλά νεοκλασικά κτίσματα  με μια ποιότητα εξαιρετική, που θα μπορούσαν να σταθούν σε δρόμους των Εξαρχείων ή του Κολωνακίου. Όσο περισσότερο περπατούσα τις διάφορες πόλεις με το βλέμμα του περιηγητή τόσο περισσότερη απόσταση ένιωθα από τα συμβατικά σχήματα περί ωραιότητας και γραφικότητας. Γράφοντας το βιβλίο «Όπου και να ταξιδέψω», είχα μια διάθεση αφύπνισης της κοινής γνώμης, ήθελα να μιλήσω για το πόσους θησαυρούς μπορεί να βρει κανείς στις ελληνικές πόλεις, ακόμη και μοντέρνας αρχιτεκτονικής. Είδα και στη Λάρισα και στα Τρίκαλα, και στο Άργος ακόμη, μερικές πολυκατοικίες του ’50 που έχουν μεγάλο ενδιαφέρον.

 


comments powered byDisqus

Αρχειο

Κατηγοριες