March 26, 2014

Ζωή πέρα από τη φαντασία. Συνέντευξη του Γκάρι Όλντµαν στην Jane Graham

Ο βρετανός ηθοποιός θυμάται με νοσταλγία το πρώτο του φιλί και μια ταινία των Μπιτλς, αφού, κατά βάθος, παραμένει το ντροπαλό παιδί από τις εργατικές γειτονιές του νοτίου Λονδίνου
 
Ο Γκάρι Όλντμαν θεωρείται ένας από τους καλύτερους ηθοποιούς της γενιάς του. Ο βρετανός ηθοποιός, στη διάρκεια της μακράς καριέρας του, έχει υποδυθεί μια σειρά από διάσημους χαρακτήρες, μεταξύ των οποίων ο Λι Χάρβεϊ Όσβαλντ  στο «JFK», ο Κόμης Δράκουλας στο «Dracula» του Μπραμ Στόκερ, καθώς και ο Σίριους Μπλακ στο «Χάρι Πότερ». Το 2012 ήταν η χρονιά που ο Όλντμαν κέρδισε την πρώτη υποψηφιότητά του για Όσκαρ του καλύτερου ηθοποιού για την ερμηνεία του ως Τζόρτζ Σμάιλι στην ταινία «Κι ο κλήρος έπεσε στον Σμάιλι» («Tinker Tailor Soldier Spy»). Ο διάσημος ηθοποιός μίλησε στην Τζέιν Γκράιαμ του βρετανικού περιοδικού δρόμου «The Βig Issue UK» για το Χόλιγουντ, τα παιδικά του χρόνια, την πιο ευχάριστη ανάμνηση και μια συνομιλία που είχε με τον… εαυτό του και με τους Μπιτλς.  
 
Όλα ξεκίνησαν, όπως τόσα άλλα πράγματα, με τους Μπιτλς. Ήταν το 1964, όταν στο σινεμά Odeon στο Πέκαμ, χωρίς να ξέρει τι συμβαίνει στον υπόλοιπο κόσμο που απλώνονταν πέρα από τα σύνορα της γειτονιάς του, ένα εξάχρονο αγόρι, που επρόκειτο να γίνει ένας από τους καλύτερους ηθοποιούς της γενιάς του, περνούσε την ωραιότερη στιγμή της ζωής του μπροστά σε μια οθόνη κινηματογράφου.
 
«Μέχρι και σήμερα, πιστεύω ότι η πιο χαρούμενη ανάμνησή μου είναι τη νύχτα που η αδελφή μου Τζάκι με πήρε μαζί στο λεωφορείο της γραμμής 36 για το Odeon», λέει ζεστά ο Γκάρι Όλντμαν. «Πήγαμε να δούμε την ταινία “A Hard Day's Night”». Θυμάμαι πολύ καθαρά να περιμένουμε στην ουρά, μετά να καθόμαστε με το κοινό σε εκείνο το πανέμορφο παλιό σινεμά, τραγουδώντας παρέα όλα τα τραγούδια των Μπιτλς.
 
 Η Τζάκι είχε το άλμπουμ, και γι' αυτό ήξερα όλους τους στίχους. Νομίζω φορούσα κοντό παντελόνι και μια πλεκτή μπλούζα που μου είχε φτιάξει η μαμά μου. Σε κάποια φάση, η Τζάκι αναγκάστηκε να με σκουντήξει να ησυχάσω, γιατί τραγουδούσα πολύ δυνατά. Θυμάμαι εκείνη την στιγμή. Σπουδαία ανάμνηση. Πολύ σπουδαία ανάμνηση. Ήμουν έξι χρονών. Δεν είχα καθόλου έννοιες».
 
Με αιφνιδίασε με την ευγενική νοσταλγική του στάση.
 
 
Κοκκαλιάρης τυχοδιώκτης
 
Δεν προσπαθούσε να αφηγηθεί μια μυθική ιστορία με προφητικές προεκτάσεις.  Πέρασε τα επόμενα δέκα χρόνια ονειρευόμενος να γίνει παίκτης του φούτμπολ, μα άλλαξε γνώμη όταν είδε μια ταινία του Μάλκολμ ΜακΝτάουελ στην τηλεόραση, κατά τα εφηβικά του χρόνια.
 
Ρέμβαζε κάπως αφηρημένα με μια ρομαντική διάθεση. Με ξάφνιασε. Αλλά, έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού μου τις προσδοκίες που είχα πριν του μιλήσω, μπορώ να πω ότι με ξάφνιασε αρκετές φορές.
 
Το να παίρνεις συνέντευξη από κάποιον μέσω τηλεφώνου δεν είναι ποτέ το ιδανικό. Σε αυτή την περίπτωση, όμως, δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Ο Γκάρι Όλντμαν βρίσκεται χιλιάδες μίλια μακριά, και ο χρόνος είναι αμείλικτος. 
 
 «Ποιος είναι αυτός ο ερασιτέχνης;» σκέφτομαι, όταν ακούω τη φωνή που απαντάει το τηλέφωνο. Φαντάζομαι ένα 21χρονο παιδί της εργατικής τάξης με ελαφρύ ρινικό, ανεπιτήδευτο τρόπο ομιλίας και προφορά νότιου Λονδρέζου.
 
«Όλα καλά;» λέει ο τύπος που, τελικά είναι ο ίδιος ο Γκάρι Όλντμαν. Ο άνθρωπος που πήρε τον τίτλο του καλύτερου ηθοποιού της εποχής του από τον κύκλο του πιο πολλές φορές απ' ότι θα περίμενε κανείς, εκτός, ίσως, από τον Ντάνιελ Ντέι Λιούις. 
Ξαφνικά, το τηλέφωνο μοιάζει να είναι μια υπέροχη ιδέα.
Αυτός ο Γκάρι Όλντμαν ακούγεται σαν τον κοκαλιάρη τυχοδιώκτη που έψαχνε να βρει το δρόμο του στην ταινία «Meantime» του Μάικ Λι (Mike Leigh)  το 1983.  Ίσως, τώρα να γέρνει πίσω στην καρέκλα του, αδειάζοντας αχόρταγα ένα πακέτο πατατάκια.
 
Με εξέπληξε, επίσης, η παιχνιδιάρικη φωνή του Όλντμαν στο τηλέφωνο,  που δεν θα μπορούσα να μην σχολιάσω, εστιάζοντας περισσότερο στην καθαρή προφορά του Νότιου Λονδίνου – παρά το γεγονός ότι έζησε 20 χρόνια στην Αμερική. 
 
«Χε,χε, χε», γελάει με κέφι  και συμφωνεί, παρόλο που παραδέχεται ότι σαν κάτοικος Λος Άντζελες, που τώρα ζει στη Σάντα Μπάρμπαρα με την αγγλίδα σύζυγό του Αλεξάνδρα Έντενμποροου (Αlexandra Edenborough), η οποία είναι τραγουδίστρια της τζαζ, «αντικατέστησα μερικές αγγλικές λέξεις με αμερικάνικες». Πιστεύει ότι η φωνή κάποιου ανθρώπου είναι το κλειδί της προσωπικότητάς του.
 
 
Η τέχνη της φωνής
 
«Ο τρόπος με τον οποίο ακούγεται ένας χαρακτήρας είναι ένας καλός τρόπος για να τον καταλάβεις», λέει. «Συχνά, πρώτα ακούω τη φωνή, πριν αρχίσω να μαθαίνω πώς κινείται ή οτιδήποτε άλλο. Δεν έλαβα ποτέ μέρος σε κάποια σχολική παράσταση, δεν ασχολούμουν ποτέ με τις δραστηριότητες του σχολείου. Αλλά, ήμουν καλός μίμος. Έχω αυτή την ικανότητα. Μπορώ να γνωρίσω κάποιον και μέσα σε μερικά λεπτά να τον μιμηθώ».
 
Αυτό είναι μια εξαιρετική δεξιότητα, λέω, αντιλαμβανόμενη ότι νιώθει περήφανος γι’ αυτό. Συμφωνεί χαμογελώντας.
 
«Ναι, είναι μια δεξιότητα. Θα μπορούσα να κάνω μια ολόκληρη συνομιλία με τον εαυτό μου και τους τέσσερις Μπιτλς. Μου αρέσει η γλώσσα και πάντα μου άρεσαν οι υπέροχοι ήχοι από διαφορετικές προφορές. Μπορώ να αποκτήσω μια προφορά πολύ εύκολα.
 
Είναι ενδιαφέρον που ο Όλντμαν, ένας άρχοντας της βρετανικής υποκριτικής σχολής πλέον, ένας πολυβραβευμένος ηθοποιός, με μια πληθώρα από απίστευτα λατρεμένους κινηματογραφικούς ρόλους –Σιντ Βίσιους στο «Sid and Nancy», Τζόε Όρτον στο «Prick Up Your Ears», ο οργισμένος   σκίνχεντ Bexy στο «The Firm» του  Άλαν Κλαρκ και οι ρόλοι στις ταινίες που έφτασαν στην κορυφή του box office: Λι Χάρβεϊ  Όσβαλντ στο «JFK», Κόμης Δράκουλας στο «Dracula» του Μπράμ Στόκερ και Σίριους Μπλακ στο «Χάρι Πότερ» - δίνει έμφαση στις διαφορετικές αποχρώσεις της φωνής, λαμβάνοντας υπόψη την παιδικότητα της δικής του.
 
Αλλά, λέει επίσης, συζητώντας τη χαρούμενη δυσπιστία του να για τη βράβευσή του, στην αρχές του Φεβρουαρίου που μας πέρασε, με το μεγάλου κύρους βραβείο «Dilys Powell Award» για την προσφορά του στην έβδομη τέχνη. Είναι μια επιβεβαίωση «πέρα από τη φαντασία μου. Είναι παραμύθι. Είναι τρελό, αφού, κατά κάποιον τρόπο, ένα μέρος μου είναι ακόμα εκείνο το μικρό παιδί από το Νότιο Λονδίνο».
 
 
Ένα γλυκό παιδί
 
Πώς ήταν, λοιπόν, αυτό το παιδί; Στα χαρτιά, ήταν ένα σκληρό παλικάρι, του οποίου ο πατέρας, πρώην ναυτικός –που έχει μείνει στη μνήμη του ως ένας σαδιστής μέθυσος στο τολμηρό σκηνοθετικό ντεμπούτο του γιου του «Nil By Mouth»–, έφυγε από το σπίτι όταν ο Γκάρι ήταν μόλις επτά χρονών.
 
Έμαθε να βουτά και να κάνει καταδύσεις με τους φίλους του. Ακολούθησε μια περιπετειώδη πορεία, διαμορφωμένη ίσως μέσα από τις χρόνιες μάχες του με το αλκοόλ, που τον βοήθησαν στο να διακριθεί σε ασυμβίβαστους και, συνήθως, βίαιους ρόλους.
 
Στην πραγματικότητα, ωστόσο, ο Όλντμαν επιμένει ότι ήταν βασικά «ένα γλυκό παιδί, του οποίου η συνείδηση ήταν πάντα σωστή. Ένα καλό παιδί, ίσως περισσότερο συναισθηματικό από ό,τι θα έπρεπε για το δικό μου καλό».
 
«Θυμάμαι που ήμουν έφηβος και προσπαθούσα να δημιουργήσω μια εικόνα μου, σκεφτόμενος πολύ το πώς με έβλεπε ο κόσμος. Αν έχεις λιπαρά, ποντικοειδή μαλλιά και δεν είσαι πολύ ψηλός και έχεις εκείνο το χλωμό δέρμα γεμάτο ακμή και κοκκινίζεις αμέσως στον ήλιο, θα υποφέρεις.
 
Είχα και ένα φίλο που ήταν πολύ όμορφος. Ξέρεις είχε εκείνη τη μαύρη ιρλανδική όψη. Ήξερα ότι θα είναι ο άνδρας που κάθε γυναίκα θα ήθελε. Εγώ ... [ ακούγεται απροσδόκητα ντροπαλός] ... Εγώ είχα το παράξενο. Δεν είχα μεγάλη επιτυχία. Ακόμη θυμάμαι το πρώτο μου φιλί. Ήμουν εννιά χρονών. Την έλεγαν Νίκολα. Ένιωθα πάρα πολύ τρυφερά για εκείνη».
 
Φαίνεται πως ξεπέρασε τη νεανική συστολή με τις γυναίκες, έχοντας κάνει τρεις γάμους  –τον ένα με την εντυπωσιακή βασίλισσα των ταινιών «Kill Bill» Ούμα Θέρμαν– , καθώς και μια σχέση με την υπέροχη σ Ιζαμπέλα Ροσελίνι.
 
Αλλά, πέρα από αυτούς τους εντυπωσιακούς πειρασμούς και τα ενθουσιώδη κομπλιμέντα από συναδέλφους του, όπως  –βαθιά αναπνοή–  Μπραντ Πιτ, Μπενεντίκτ Κάμπερμπατς, Ράιαν Γκόσλινγκ, Τζόνι Ντεπ, Άντονι Χόπκινς, Τζον Χαρτ και Κόλιν Φέρθ, που τον χαρακτήριζαν ως «έναν πολύ δυνατό υποψήφιο για τον καλύτερο εν ζωή ηθοποιό του κόσμου», υποστηρίζει ότι έβγαινε εκτός συναγωνισμού κάθε φορά που ερχόταν αντιμέτωπος με κάποιον που ήξερε και αγαπούσε τη δουλειά του.
 
«Αυτό που με εντυπωσιάζει περισσότερο είναι όταν συναντάς άτομα που σέβεσαι και σε εκτιμούν», λέει, χωρίς κανένα εμφανές ίχνος ψεύτικης σεμνότητας. « Είσαι θαυμαστής τους και τυχαίνει να είναι και αυτοί δικοί σου θαυμαστές. Ακόμη και τώρα, συναντώ αυτά τα άτομα και σκέφτομαι: “Έλα τώρα! Δεν θα έχουν την παραμικρή ιδέα για το ποιος είσαι”!
 
Είναι υπέροχο όταν ξέρουν ποιος είμαι. Θυμάμαι τον Ντάστιν Χόφμαν, που έτσι απλά μου τηλεφώνησε μια μέρα. Απάντησα το τηλέφωνο και ήταν [κάνει μια τέλεια μίμηση του Ντάστιν Χόφμαν μιλώντας με τη μύτη του], “Κοίτα Γκάρι, είμαι ο Ντάστιν”! Και απάντησα με ένα αμήχανο: “Aαα… μάλιστα”! Ήταν μια ταινία του στην οποία είχα παίξει και ήθελε να μου το πει».
 
Το εκτίμησε τόσο πολύ, που άρχισε να συγχαίρει ο ίδιος προσωπικά άλλους συναδέλφους ηθοποιούς για τη σπουδαία ερμηνεία τους. Η τελευταία του αναφορά ήταν στον «θαυμάσιο» Μάθιου Μακόναχι έχοντας δει το «Dallas Buyers Club». Σίγουρα, ο Μακόναχι   –που, στο μεταξύ, κέρδισε για το ρόλο αυτό το Όσκαρ Α’ ανδρικού ρόλου– τώρα θα ήταν αρκετά ευχαριστημένος.
 
Όπως ανακάλυψα, μια τηλεφωνική κουβέντα με τον Γκάρι Όλντμαν μπορεί να είναι κάτι το υπέροχο. Και αν ο Μακόναχι τον βρει σε στοχαστική, γενναιόδωρη και ταπεινή διάθεση, όπως τον βρήκα εγώ, είναι πολύ πιθανό ο Όλντμαν να μην του αναφέρει ούτε λέξη για την ταινία του που αυτή την περίοδο είναι στους κινηματογράφους, τον «RoboCop». Καθ' όλη τη διάρκεια της ωριαίας συνομιλίας μας, δεν ανέφερε το όνομά της ούτε μια φορά. Ναι, ο ένας και μοναδικός Γκάρι Όλντμαν.
 
 
*Η ταινία «RoboCop» παίζεται αυτή την περίοδο στους κινηματογράφους
 

Issue Articles