March 26, 2014

«Η καλύτερη επιλογή είναι να γελάσεις...». Συνέντευξη των DUO FINA στην Ελεωνόρα Ορφανίδου

Δύο τενόροι αναδεικνύουν το λαϊκό στοιχείο της όπερας που, με τον δικό της τρόπο, πραγματεύεται αισθήματα και πόθους ανθρώπων.
 
 Ένα εκκεντρικότατο κόκκινο Ωδείο στην οδό Πριγκιποννήσων είναι η επαγγελματική στέγη των δίδυμων αδερφών Τάκη και Γιάννη Φίνα,   του περίφημου ντουέτου της όπερας που  γεμίζει κάθε Κυριακή το Half Note με το ασύνηθες:  την ιστορία δύο τενόρων που μέσα στην κρίση επιχειρούν καριέρα στα  μπουζούκια. Κοιτάζοντας το πολλαπλό τους είδωλο στους ατελείωτους καθρέφτες της αίθουσας του πιάνου, σκεφτόμουν ότι  αυτοί κι εγώ, τρία παιδιά μεταναστών,  συναντηθήκαμε  ένα απόγευμα για να μιλήσουμε για την πιο εστέτ μουσική του κόσμου. Τελικώς, είπαμε για τη λαϊκότητα: όχι μόνο της όπερας ...
 
Είστε δυο τενόροι που κάνετε μια παράσταση σε ένα τζαζ κλαμπ για δυο τενόρους που κάνουν καριέρα στα μπουζούκια. 
 
ΤΑΚΗΣ.  Mας ενδιαφέρει το κόντρα στο αυτονόητο. Και ποιο είναι το κόντρα σε αυτό το αυτονόητο, στο να έρθει, δηλαδή, ο κόσμος να απολαύσει ένα κονσέρτο όπερας σε μια Λυρική σκηνή; Να πάει η όπερα, ένα κατεξοχήν λαϊκό είδος, σε εναλλακτικά μέρη.  Έτσι, συναντάμε ένα κοινό που για κάποιους λόγους δεν θα έμπαινε ποτέ στην όπερα. Η συγκεκριμένη μουσική σκηνή στην οποία εμφανιζόμαστε, το Half Note,  έχει ένα κοινό που ακούει τζαζ, σόουλ κ.λπ. Λειτούργησε εντός μας ως πρόκληση να παρουσιαστούμε και να παρουσιάσουμε το λυρικό τραγούδι σε μια σκηνή μη αναμενόμενη. Εκεί που είχαμε το φόβο ότι πιθανώς η όπερα μπορεί να μη λειτουργεί, απεδείχθη ακριβώς το αντίθετο.   Αποδεικνύεται για άλλη μια φορά το λαϊκό στοιχείο της όπερας: ότι πραγματεύεται τα  αισθήματα και τους πόθους των ανθρώπων.  Απλά, το κάνει με τον δικό της τρόπο… 
 
ΓΙΑΝΝΗΣ: Γι’ αυτό κι εκστασιάζεται ο κόσμος όταν ακούει το τραγούδι «Άναψε το τσιγάρο δωσ’ μου φωτιά», ένα  λαϊκότατο άσμα, κάπως διαφορετικά. Σου λέει :«Μα μπορεί να γίνει κι έτσι;». Το φωτίζουμε με τον δικό μας τρόπο. Αυτό συνιστά μια πρόκληση για όλους μας.
 
 
Μουσική, η απάντηση
 
Να ρωτήσω γιατί  τώρα; Ξεκινώντας από την ίδια τη Λυρική και συνεχίζοντας με εσάς, με τους Oper (Ο), τους Opera Chaotique , οπερετικά σχήματα βγήκαν σε αντισυμβατικούς χώρους  και βρήκαν ένα ενθουσιώδες κοινό. 
 
ΓΙΑΝΝΗΣ: Έχει να κάνει και με το τώρα, τα σημεία και τέρατα των καιρών, δείτε τη μουσική κι ως απάντηση!  Αλλά  έχει να κάνει και με το ότι οι συνάδελφοί μας λυρικοί τραγουδιστές αντιλήφθηκαν ότι απευθύνονταν έως τώρα στη μειονότητα του πληθυσμού.  Γι’ αυτό, ήταν εξαιρετική η κίνηση της Λυρικής να βγει έξω από το θέατρο Ολύμπια με την « Όπερα της Βαλίτσας», ένα θέαμα που έρχεται αβίαστα προς τον κόσμο, γιατί γίνεται μ’ έναν λαϊκό χαρακτήρα. Δεν χρειάζεται να ξεπεράσεις εκτός από το εισιτήριο και όλες τις προκαταλήψεις, ότι πρέπει, δηλαδή, να φορέσεις κάτι καλό, να είσαι πολύ προσεκτικός στη συμπεριφορά σου, κάπως να είσαι κι από κάπου να κατάγεσαι. Δηλαδή βλακείες.   
 
Πολλοί Έλληνες που δεν είχαν συνάφεια με το λυρικό τραγούδι, όταν το βρήκαν μπροστά τους,  το αγκάλιασαν. Εσείς ακολουθήσατε λίγο το συρμό ή το ότι  βγάλατε την καλλιτεχνική σας περσόνα έξω από τις αίθουσες της όπερας  ήταν μέσα στην κουλτούρα σας και στην καλλιτεχνική σας παιδεία;
 
ΤΑΚΗΣ:  Αυτό το έχουμε συζητήσει πολλές φορές με τον Γιάννη. Ο σημαντικότερος λόγος που το κάνουμε είναι γιατί θέλουμε να μοιραστούμε τη χαρά που παίρνουμε από το λυρικό τραγούδι με τον απλό ακροατή. Πιστεύω ότι το αυτί του κάθε ανθρώπου εκτιμάει το ωραίο. Αρκεί να βρεθεί στη συγκεκριμένη στιγμή να το δεχτεί. Όταν βγαίνεις έξω από την όπερα, αυξάνεις αυτές τις πιθανότητες. Όταν είσαι μέσα στην όπερα και σε νοιάζει πιο πολύ η εικόνα σου, ενός σπουδαίου πρωταγωνιστή αλλά όχι το είδος που υπηρετείς,  παραμένει η απόσταση του ακροατή από την όπερα. 
 
 
Στο Half Note βλέπουμε δυο καλλιτέχνες της όπερας να σαρκάζουν την όπερα.
 
ΓΙΑΝΝΗΣ: Κοίτα, είμαστε λαϊκοί άνθρωποι, καταγόμαστε από μια λαϊκή οικογένεια.  Ο μπαμπάς οδηγούσε φορτηγά στην ξενιτιά και η μαμά  δούλευε σε εργοστάσιο στην πρώην Δυτική Γερμανία, όπου μεγαλώσαμε κι εμείς μέχρι τα εννιά.  Μετά, επιστρέψαμε  σε μια λαϊκή γειτονιά μιας επαρχιακής πόλης, και υπάρχει αυτό μέσα μας. Με μεγάλη περηφάνια το δηλώνω ότι είμαστε λαϊκοί άνθρωποι, υπό την έννοια ότι αισθανόμαστε πως μας δένουν κοινά πράγματα με όλους τους ανθρώπους που περπατάνε δίπλα μας. Δεν θεωρήθηκε από εμάς αυτοσκοπός  η επαγγελματική ενασχόληση με τη μουσική.  Κάποιοι άλλοι λόγοι μας έσπρωξαν μέσα στο Δημοτικό Ωδείο της πόλης μας, σε σχετικά μεγάλη ηλικία, στα δεκαέξι, τα δεκαεφτά και τα δεκαοκτώ.  Αυτό που διακωμωδούμε είναι τον καθωσπρεπισμό που έχει η όπερα. Δηλαδή, πρέπει να βγεις κάπως στη σκηνή, όλο αυτό είναι ένα τυπικό. Αυτό το  τυπικό λείπει από την ελληνική κοινωνία, δεν είναι δικό μας. Ένας τραγουδιστής ανεβαίνει σ’ ένα πάλκο και κάνει…ώπα. Αυτή η διαφορά διακωμωδείται από εμάς , έχουμε κάνει μια παρωδία. Έχουμε πρώτα απ’ όλα απομυθοποιήσει τους εαυτούς μας , γιατί η βάση μας δεν είναι αυτή, είμαστε λαϊκοί άνθρωποι στην Ελλάδα. 
 
Στην παράσταση κάνετε την κρίση κωμωδία. Εμείς πάλι τη φανταζόμαστε ως ένα ωραιότατο δράμα. 
 
ΓΙΑΝΝΗΣ: Το κάναμε για την ελπίδα. Το θέμα του κατά  πόσο πρέπει να διακωμωδήσουμε την κρίση μάς απασχόλησε πολύ. Δεν θέλαμε να φέρουμε ανθρώπους σε αμηχανία. Αλλά πιστεύω πως ό,τι κακό κι αν συμβαίνει γύρω σου  η επιλογή του να γελάσεις είναι καλύτερη απ’ το  να βυθιστείς μέσα στο δράμα. Και σε προσωπικό επίπεδο, το γέλιο είναι το μεγαλύτερο αντίβαρο στις δυσκολίες που περνάμε. Και θέλουμε να μοιραστούμε με τον κόσμο το γέλιο και την ελπίδα ότι θα έλθουν καλύτερες μέρες. Κι αλίμονο αν μέσα σε μια τόσο δύσκολη κατάσταση δεν νιώθαμε και λίγη χαρά. Θα μπορούσαμε να προκαλέσουμε γέλιο από χίλια δυο θέματα, αλλά επιλέξαμε την κρίση για να την ξορκίσουμε. Στο κάτω κάτω, δεν θα είμαστε έτσι και για πάντα. 
 
Μπορούμε να δούμε ένα καλό μέσα σε όλο αυτό το κακό που βιώνουμε; Υπάρχει έστω κι ένα φωτεινό σημείο που μπορούμε να εστιάσουμε ως κοινωνία;
 
ΓΙΑΝΝΗΣ: Νομίζω ότι από οποιαδήποτε δυσκολία, τώρα είναι η κρίση, αύριο μπορεί να είναι κάτι προσωπικό, ένα πρόβλημα μπορεί να σε φέρει αντιμέτωπο με τον βαθύτερο εαυτό σου. Επομένως, αυτό που έχεις να εισπράξεις ως θετικό από την κρίση είναι να φτάσεις στην αυτογνωσία.  Πρέπει να μπορείς να ερμηνεύεις τη ζωή και τον εαυτό σου εντός των συνθηκών. Και όλα αυτά να τα κάνεις όπλα για το αύριο.  Εμείς, σε προσωπικό επίπεδο, προσπαθούμε προς αυτή την κατεύθυνση. Όχι ότι λείπουν οι στιγμές που είναι όλα μαύρα. Α, η ταβανοθεραπεία πέφτει σύννεφο.  
 
 
Η έμπνευση έρχεται από τα δύσκολα;
 
ΤΑΚΗΣ: Φυσικά. Τολμώ να πω ότι εμείς ήμασταν αρκετά  καθησυχασμένοι. Είχαμε πριν από την κρίση μια δουλειά μόνιμης απασχόλησης, φυσικά κάναμε και τα δικά μας. Όμως, όταν η θέση μας κλονίστηκε και χάθηκε και η βεβαιότητα της οικονομικής εξασφάλισης, το μυαλό άρχισε να παίρνει στροφές. Υπό αυτή την έννοια, η κρίση κάνει πιο επινοητικούς τους ανθρώπους – οφείλει να τους κάνει έτσι. 
 
Περιμένατε ότι το «Δυο τενόροι στα μπουζούκια»  θα πάει τόσο καλά;
 
ΤΑΚΗΣ: Όχι βέβαια, εδώ ντρεπόμασταν να το δείξουμε. 
 
Μετά τα μπουζούκια οι τενόροι θα επιστρέψουν στα λυρικά θέατρα;
 
ΓΙΑΝΝΗΣ: Αρχικά, να πούμε ότι οι τενόροι και τα μπουζούκια θα περιοδεύσουν. Αυτή η παράσταση θα συνεχιστεί έως το τέλος της σεζόν και μετά θα περιοδεύσει σε συγκεκριμένες πόλεις στην Ελλάδα από τις  αρχές Ιουνίου μέχρι το τέλος του Ιουλίου.
 
Αυτή η εμπειρία άλλαξε τον επαγγελματικό σας προσανατολισμό;
 
ΤΑΚΗΣ: Όχι, κάθε άλλο. Λέγαμε χθες με τον Γιάννη πόσο μας λείπει το τραγούδι. Πότε θα κάνουμε ένα ρεσιτάλ. Όχι ότι δεν περνάμε καλά εδώ. Αν, όμως, δεν μας γίνει συγκεκριμένη πρόταση για κάτι ανάλογο του χρόνου, τα επόμενα σχέδιά μας και τα μόνιμα σχέδιά μας είναι οι μουσικές εμφανίσεις. 
 
 
Κλείνω με αυτό: Τελικά,  η μουσική είναι καταφύγιο του ανθρώπου; 
 
ΓΙΑΝΝΗΣ: Φυσικά , ποιος μπορεί να πει το αντίθετο;  Μια μελωδία μπορεί να σε πάρει από το σκοτάδι και να σε πάει στο φως ή να σου δείξει το δρόμο. 
 
Μπορεί να είναι παρηγορητική;
 
ΤΑΚΗΣ: Ναι, αλλά νομίζω ότι έχει ένα όριο. Όταν ο άνθρωπος ευτελισθεί εντελώς , γίνει ζητιάνος, γίνει άστεγος, τότε η μουσική γίνεται πολυτέλεια.  Η  κοινωνία αν δεν ζει από μια τιμή και πάνω δεν μπορεί να αντιληφθεί παρά μόνο την επιβίωση.   
 
Είχε αρχίσει να βραδιάζει, εγώ έφευγα , το πιάνο άρχιζε να παίζει. «Μη γελιέσαι απ' τα μπουζούκια», σκέφτηκα, «κατά βάθος είναι τενόροι».
 
 

Issue Articles