March 26, 2014

Συναντήσεις του Γιώργου Αράπογλου

Ο Χρήστος Βάνας, 57 χρόνων, είναι ιδιοκτήτης ενός  ιστορικού καφενείου της Αθήνας. Ο Νίκος Τσουκαντάς, 76 χρόνων, είναι θαμώνας σε αυτό από το 1948. 
 
ΝΙΚΟΣ: Γεννήθηκα το 1938 στα Εξάρχεια. Τότε, η γειτονιά ήταν μοιρασμένη. Από τη Χαριλάου Τρικούπη ώς το Λυκαβηττό ήταν Νεάπολη , ενώ από τον ίδιο δρόμο ώς την πλατεία ήταν Εξάρχεια. Ήταν φτωχική γειτονιά, αλλά ζούσαμε όμορφα. Παίζαμε πολλά παιχνίδια, κάναμε πολλές πλάκες, ενώ η μπάλα ήταν το επίκεντρο. Υπήρχαν δύο ομάδες, η Νεάπολη και ο Πανεξαρχειακός. Όταν παίζαμε αντίπαλοι, γινόταν σκοτωμός. Ήμασταν η πάνω γειτονιά με την κάτω γειτονιά.
 
Το καφενείο υπήρχε από πολύ παλιά. Εδώ ερχόταν ο πατέρας μου. Εγώ πρωτοήρθα όταν ήμουν μόλις δέκα χρονών. Έχουν περάσει 65 χρόνια από τότε, και είμαι ο πιο παλιός εν ζωή πελάτης. Εδώ μεγάλωσα, εδώ πέρασα τη νιότη μου. Έλειψα μόνο όταν υπηρέτησα τη θητεία μου. Τότε, το καφενείο ήταν μια παλιά μονοκατοικία, με κεραμίδια. Αν κοιτάξεις ψηλά, θα δεις ακόμα τη μαρκίζα από τον παλιό τον τοίχο, όπως ήταν το μαγαζί. Είχε δύο σκαλάκια, από πάνω είχε κεραμίδια, το πάτωμα είχε μαδέρια. Εδώ μαζευόμασταν μια μεγάλη παρέα, παίζαμε χαρτιά, καλαμπουρίζαμε.  Όταν έγινε η πολυκατοικία και γκρεμίστηκε το παλιό σπίτι, το μόνο που έμεινε ήταν το καφενείο. Ο Χρήστος ήρθε περίπου δυο δεκαετίες μετά. Δεν τον θυμάμαι όταν πρωτοξεκίνησε ως υπάλληλος, έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε. Τον θυμάμαι, όμως, νεαρό ως ιδιοκτήτη, που ήταν πάντα φιλικός και ευχάριστος. Είναι καλό παιδί, χαμηλών τόνων, καλός οικογενειάρχης, προσπαθεί να κρατήσει καλά το μαγαζί. Το δικό μου μαγαζί είναι απέναντι και έρχομαι κάθε πρωί κατά τις δέκα. Γύρω στο μεσημέρι, συνήθως πίνω ένα ουζάκι. Φτιάχνει έναν πολύ καλό μεζέ με το ουζάκι και, μάλιστα, το χρεώνει σε πολύ καλές τιμές, αφού εκτιμά την κατάσταση του κόσμου. Και δεν είναι τσιγκούνης!  Κερνάει πολύ συχνά, αφού όλοι, πια, είμαστε μια παρέα. Όχι μόνο αυτό, αλλά έχουμε και πιο προσωπική σχέση. Έπειτα από λίγα χρόνια παντρεύτηκε, και του πρότεινα να τον πάω εγώ στην εκκλησία, στον Άγιο Νικόλαο. Είναι η εκκλησία που βαφτίστηκα, παντρεύτηκα και βάφτισα το παιδί μου.
 
Η «Μουριά» ήταν η «φωλιά» της διανόησης και των τεχνών της περιοχής. Από εδώ έχουν περάσει πάρα πολλοί καλλιτέχνες, ο Ξαρχάκος, ο Διαμαντόπουλος, ο Καρύδης, ο Μοσχονάς, ο Κούρκουλος, ο Φέρτης και άλλοι πολλοί που δεν έχει τελειωμό η απαρίθμησή τους. Παίζαμε τάβλι και κάναμε διαγωνισμούς. Τότε, υπήρχαν άνθρωποι που πήγαιναν στο καφενείο, υπήρχαν τραπέζια στρογγυλά με τσόχα. Γίνονταν πολλές «μάχες»! Εδώ ήταν η γειτονιά των φοιτητών. Αν ρωτήσεις οποιονδήποτε επιστήμονα που έζησε εδώ στην περιοχή και του αναφέρεις απλώς το όνομα της οδού, θα σου πει ότι για όλα τα φοιτητικά του χρόνια ήταν το στέκι του.
 
Ο Χρήστος όπως το παρέλαβε, το συνέχισε. Το έκανε και πιο μοντέρνο και, με αυτό τον τρόπο, έχει καταφέρει να ανανεώσει και τον κόσμο. Δεν χρειάστηκε ποτέ να τον συμβουλεύσω για κάτι. Ο καθένας κάνει τη δουλειά του, όπως ξέρει και πιστεύει καλύτερα. Τα καταφέρνει πολύ καλά. Η κοινωνία, όμως, έχει αλλάξει, δεν έρχεται στο καφενείο να παίξει χαρτιά ή τάβλι.  Προτιμά τις καφετέριες. 
 
Εδώ, όμως, είναι ένα παραδοσιακό καφενείο, όπου  ο καθένας λέει τα δικά του και που οι συζητήσεις δεν τελειώνουν ποτέ. Και, βέβαια, τόσα χρόνια δεν έχουμε τσακωθεί ποτέ. Τον αγαπάμε, μας αγαπάει, αλλά ακόμα κι αν καμιά φορά στην «καφενειακή» συζήτηση πούμε και μια κουβέντα παραπάνω, δεν γίνεται ποτέ παρεξήγηση. Δεν έχουμε να μοιράσουμε τίποτα. Καφεδάκια, ουζάκια, τα πίνουμε και τελειώνουν όλα εκεί. Υπάρχει, πια, σχέση εμπιστοσύνης, που δεν αλλάζει όσα χρόνια κι αν περάσουν.
 
ΧΡΗΣΤΟΣ: Η «Μουριά» είναι από τα πιο παλιά καφενεία της Αθήνας. Η πρώτη άδεια του μαγαζιού είναι από το 1915. Την έχω ακόμα κορνιζαρισμένη σε έναν από τους τοίχους του μαγαζιού.  Στην αρχή, ερχόμουν ως πελάτης με την παρέα μου. Αργότερα, ήρθα να δουλέψω ως νεαρός και, μετά, όταν έφυγε ο ιδιοκτήτης, μου πρότεινε να το κρατήσω και το έκανα. Είχαμε μια παρέα, δεν είχαμε άλλο στέκι ,και μου φάνηκε πολύ καλή ιδέα να το συνεχίσω. Ήταν το 1981, έχουν περάσει, πια, 33 ολόκληρα χρόνια. Τον Νίκο τον θυμάμαι σαν πελάτη όταν είχα πρωτοέρθει να δουλέψω εδώ. Ήξερα ότι ήταν από τους πιο παλιούς, όπως και ο πατέρας του που ήταν οδηγός ταξί και σύχναζε εδώ, αφού η πιάτσα ήταν έξω από το καφενείο.  Ήταν πάντα η ψυχή της παρέας του, έπινε το καφεδάκι του, το ουζάκι του. Τόσα χρόνια δεν έχει αλλάξει συνήθειες. Πίνει πάντα ελληνικό καφέ, είναι διαρκώς ανήσυχος, συνεχώς τρέχει για τις δουλειές του, είναι πολύ δραστήριος. Είναι μακράν ο πιο παλιός πελάτης, αφού όλοι οι άλλοι ήρθαν πιο μετά, ενώ, τουλάχιστον από την εποχή που πρωτοήρθα εγώ, εκείνος δεν έχει φύγει καθόλου από εδώ. Το καφενείο έχει ένα οικογενειακό στυλ, είμαστε όλοι μια μεγάλη παρέα. Από όλους του παλιούς πελάτες που έρχονταν όλα αυτά τα χρόνια, έχουν «φύγει» περισσότεροι από 200. Ένα ολόκληρο χωριό. Του χρόνου σκέφτομαι να κάνουμε μια γιορτή για τα 100 χρόνια του καφενείου και να προσπαθήσω να καλέσω όσους από τους παλιούς μπορώ να βρω. Ο Νίκος, φυσικά, θα είναι ο «πρόεδρος». 
Τα τελευταία χρόνια, βλέπω ότι έχει αρχίσει να έρχεται και πολλή νεολαία. Σε αυτό έχει συντελέσει ότι κάνουμε θεατρικές παραστάσεις, εκθέσεις, ενώ, σκεφτόμενος πιο πολύ ως πελάτης, έχω κρατήσει τις τιμές όσο πιο χαμηλά μπορώ. Έχω δύο παιδιά που θα μπορούσαν να είναι άνεργα, και γι’ αυτό μπαίνω στη θέση του καθενός και θέλω να βοηθήσω. Έχουν κάνει τις σπουδές τους και δίνουν τον δικό τους αγώνα. Προς το παρόν, δεν έχω ιδέα και δεν μπορώ να σκεφτώ αν κάποιος θα ενδιαφερόταν να το αναλάβει μετά από μένα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο Νίκος θα είναι πάντα εδώ να πίνει το καφεδάκι ή το ουζάκι του και να κάνουμε μια από αυτές τις συζητήσεις που δεν τελειώνουν ποτέ, αλλά και που ποτέ δεν θέλεις να τελειώσουν. 
 
 

Issue Articles