Dec. 25, 2013

Συναντήσεις του Σπύρου Ζωνάκη

Η τραγουδίστρια, ηθοποιός και σκηνοθέτιδα Μάρθα Φριντζήλα, 41 ετών, συναντιέται με το σύζυγό της  μουσικό, ζωγράφο και σκηνογράφο Βασίλη Μαντζούκη, 39 ετών.
 
ΜΑΡΘΑ: Η γνωριμία μου με τον Βασίλη έγινε το 1996 στον Πολιτιστικό Όμιλο Φοιτητών του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου ήμουν υπεύθυνη της θεατρικής ομάδας. Σπούδαζε τότε Ζωγραφική στη Σχολή Καλών Τεχνών. Συνεργαστήκαμε στον «Ματωμένο Γάμο» του Λόρκα. Εγώ ανέλαβα τη σκηνοθεσία  και ο Βασίλης τη σύνθεση και τη σκηνογραφία. Έκτοτε, συμπορευόμαστε στη ζωή, αλλά και στην τέχνη, τόσο στο θέατρο όσο και στη μουσική. Μου έκανε μαθήματα σχεδίου και μουσικής, με βοήθησε να βελτιώσω την τεχνική μου στο τραγούδι. Χάρη σε αυτόν, αγάπησα συνθέτες όπως ο Στραβίνσκι και ζωγράφους όπως ο Κλέε και ο Μοράντι. Και οι τρεις τέχνες με τις οποίες καταπιάνεται συναντιούνται σε αυτόν μοναδικά. Είναι ο πιο παραγωγικός συνθέτης που έχω γνωρίσει. Μου κάνει φοβερή εντύπωση το πόσο εύκολα γεννά συνεχώς καινούριες ιδέες. Μεταπηδάει με ταχύτητα από την «Ερέντιρα» του Μάρκες στις «Βάκχες» του Ευρυπίδη, μεταμορφώνοντας το τοπίο με τη μουσική του. Εγώ χρειάζομαι πολύ περισσότερο χρόνο για να καταλάβω μια ατμόσφαιρα και να παρασυρθώ από το κλίμα ενός έργου. Ταυτόχρονα, είναι πολύ ψύχραιμος, σε αντίθεση με τη δική μου παρορμητικότητα, μοιράζεται τη συγκίνησή του με τους άλλους και δεν φοβάται ποτέ να πει την αλήθεια. Το ότι επηρεαζόμαστε διαρκώς ο ένας από τον άλλον, αλλάζοντας συνήθειες και χαρακτήρα είναι ο πιο ισχυρός μας δεσμός. Το 2000, θα συγκροτήσουμε τη δική μας ομάδα, το «Δρόμο με  Δέντρα», όπου έχουμε ανεβάσει  14 παραστάσεις, καλύπτοντας ένα μεγάλο φάσμα, από γαλλικό βοντβίλ μέχρι κρητικό θέατρο και δραματοποίηση νουβέλας. Δεν θέλουμε να εμμένουμε μονάχα σε ένα είδος. Ωστόσο, είναι  αλήθεια πως εστιάζουμε στο ποιητικό θέατρο, από Βιριπάεφ έως Μπέκετ, και κυρίως, στην μεγάλη κοινή μας αγάπη, το αρχαίο δράμα. Η διαρκής μελέτη και παρουσίαση του έργου των τριών μεγάλων τραγικών ποιητών αποτελεί έναν από τους κεντρικότερους καλλιτεχνικούς  άξονες του θιάσου μας, από την ίδρυσή του. Η ανάγκη μας να εμβαθύνουμε, να εκπαιδευτούμε και να εκπαιδεύσουμε σε αυτό μας οδήγησε πέρυσι στη δημιουργία του Αττικού Σχολείου Αρχαίου Δράματος, στην Ελευσίνα. Μάλιστα, στο πλαίσιό του έχουμε, ήδη, ανεβάσει τις «Βάκχες» και ετοιμάζουμε τον «Αίαντα» του Σοφοκλή. Πέρα από το θέατρο, το άλλο κοινό μας  πάθος είναι η μουσική. Λίγο μετά το γάμο μας, το 2005, δημιουργήσαμε  μαζί και  με τον κουμπάρο μας Παναγιώτη Τσεβά τo σχήμα «Kubara Project». Με τις μουσικές  παραστάσεις μας  προσπαθούμε να συστήσουμε στον κόσμο τραγούδια, από ρεμπέτικα και έθνικ έως δημοτικά, που να  περιγράφουν τον καημό του, την απόρριψη, τον έρωτα, το χωρισμό με τρόπο αληθινό και καλαίσθητο. Ένας άνθρωπος που έχει ανάγκη να θεραπευτεί μόνο με την καλή μουσική μπορεί να το κατορθώσει. Θέλουμε να υπηρετήσουμε μια λαϊκή μουσική που να διαπνέεται από αυθεντική λαϊκότητα και όχι από εκλαΐκευση.  Επιπλέον, δίνουμε πολύ  μεγάλη σημασία στο δικαίωμα όλων στην καλλιτεχνική παιδεία. Έχουμε μετατρέψει το χώρο εργασίας και έρευνας της ομάδας μας, το Baumstrasse, σε εκπαιδευτική εστία όπου πραγματοποιούνται μαθήματα και σεμινάρια υποκριτικής, θεάτρου, μουσικής, παραδοσιακών χορών, τραγουδιού. Οι μαθητές μας δεν έρχονται σε μας για να αγοράσουν αυτό που τους διδάσκουμε και να φύγουν, αλλά για να σχηματίσουν μια κοινότητα αλληλεγγύης. Όταν σχηματίσαμε και το Αττικό Σχολείο Αρχαίου Δράματος, παρείχαν εθελοντική εργασία, παρακολουθώντας δωρεάν τα μαθήματα. Εκείνο που ονειρευόμαστε με τον Βασίλη είναι να ανεβάσουμε και τις 33 σωζόμενες αρχαίες ελληνικές τραγωδίες και τα έργα όλων των αγαπημένων μας συγγραφέων, όπως του Σαίξπηρ, του Ίψεν, του Τσέχωφ. Ελπίζω να το καταφέρουμε.
 
ΒΑΣΙΛΗΣ: Όταν πρωτογνωριστήκαμε με τη Μάρθα, πριν από δεκαεπτά χρόνια, ήμασταν λίγο παραπάνω από είκοσι χρονών. Νέα παιδιά ακόμη. Ωριμάσαμε μαζί, και μέσα από την αλληλεπίδρασή μας ανακαλύψαμε, πραγματικά, τι μας αρέσει και τι θέλουμε να κάνουμε καλλιτεχνικά. Λόγω της Μάρθας, λάτρεψα το αρχαίο δράμα, ενώ ήρθα σε επαφή και με τον αστείρευτο πλούτο της λαϊκής μουσικής μας παράδοσης, τα δημοτικά τραγούδια, τα ρεμπέτικα. Με τη Μάρθα μπόρεσα, επίσης, να καταλάβω και να απολαύσω το θέατρο και τα κείμενά του, να αρχίσω να διερευνώ  τη λειτουργία του, την ιστορία και το ξεκίνημά του. Τη θαυμάζω βαθιά ως καλλιτέχνη. Όπως εκείνοι οι αθλητές του στίβου που πρωταγωνιστούν σε πολλά αγωνίσματα, έτσι και η Μάρθα είναι εξίσου καλή είτε ως σκηνοθέτιδα, είτε ως τραγουδίστρια, είτε ως ηθοποιός. Είναι ένα πλάσμα με τρομερή εξωστρέφεια, δύναμη, ταλέντο και λάμψη. Εγώ, από την πλευρά μου, διαθέτω περισσότερο τα στοιχεία του στοχασμού, της μεθόδευσης, της οργάνωσης. Έτσι, ο ένας συμπληρώνει τον άλλον. Από την αρχή της κοινής  μας καλλιτεχνικής  διαδρομής, μπορούμε να πούμε πως υπηρετούμε, συχνά, μια τέχνη που έχει  λαϊκό χαρακτήρα. Με τους όρους, όμως,  του λαϊκού που θέτουμε εμείς, μακριά από κάθε μορφή λαϊκισμού. Μια μουσική με εξωστρέφεια και με λαϊκές φόρμες κι ένα θέατρο που  θέλουμε να είναι ανοιχτό σε όλο τον κόσμο, από τον πλέον αδαή μέχρι  και τον πιο μορφωμένο που έχει δει την τελευταία avant-garde παράσταση στην Ευρώπη. Επιπλέον, πιστεύοντας πως, όπως όλες  τέχνες, η μουσική και το θέατρο συγγενεύουν απόλυτα μεταξύ τους, τις περισσότερες παραστάσεις μας έχουμε την τάση να τις προσεγγίζουμε και μ’ έναν τρόπο μουσικό. Η μουσική είναι δομικό στοιχείο του κάθε έργου. Δεν μπορούμε, ωστόσο, να πούμε ότι κάνουμε μουσικό θέατρο. Δεν πρόκειται  ούτε  για  βαριετέ ούτε για μιούζικαλ. Ταυτόχρονα, αν και δεν περιχαρακωνόμαστε μονάχα σε ένα ρεύμα ή σε έναν συγγραφέα, είναι δεδομένη η εστίασή μας στο ποιητικό θέατρο και, ιδίως, στο αρχαίο δράμα. Δεν μπορούμε να αγνοούμε έργα που έχουν γραφτεί στο παρελθόν και είναι τόσο σπουδαία και σοκαριστικά σύγχρονα.  
 
Προχωρήσαμε, λοιπόν, με τη Μάρθα στη δημιουργία του Αττικού Σχολείου Αρχαίου Δράματος, διαπιστώνοντας την απουσία εκπαιδευτικού πλαισίου για την έρευνά του. Επιπλέον, είναι κοινή η αγάπη μας με τη Μάρθα  και για τις περισσότερες μουσικές παραδόσεις από όλο τον κόσμο, με εξαίρεση τη σκανδιναβική, την κέλτικη και εκείνη των Άνδεων. Έτσι, στις μουσικές μας παραστάσεις και συναυλίες, συχνά, παντρεύουμε στοιχεία από διαφορετικές παραδόσεις, κάτι που μας βγαίνει  αβίαστα και δεν γίνεται με πρόθεση. 
 
Για καλλιτέχνες σαν και εμάς, που αγωνιζόμασταν πάντα μόνοι μας, χωρίς να κυνηγούμε πόστα, τα πράγματα  ήταν δύσκολα και πριν από την κρίση. Πλέον, είναι ο υπόλοιπος κόσμος που έρχεται στη δική μας καθημερινότητα. Ωστόσο, η τωρινή συγκυρία, έστω και κάτω από πολύ σκληρές συνθήκες, αποτελεί μια ευκαιρία επαναδιαπραγμάτευσης της ζωής μας. Έχω συγκινηθεί βλέποντας τους μαθητές μας στο Baumstrasse, νέα παιδιά, άνεργα, να πληρώνουν από το υστέρημά τους όχι απλώς για να κάνουν ένα μάθημα, αλλά  για να συνάψουν αληθινές σχέσεις, να επικοινωνήσουν ανοιχτά και χωρίς προκαταλήψεις.
 
Σε κάθε περίπτωση, θεωρώ πολύ μεγάλη τύχη το ότι έχω στο πλευρό μου, όλα αυτά τα χρόνια, τη Μάρθα.
 

Issue Articles