Oct. 30, 2013

Λόγια της πλώρης του Χρήστου Αλεφάντη

Πόσο ήρθε η Μάντσεστερ;
 
Το σημείωμα στο ηλεκτρονικό γραμματοκιβώτιο με την περιγραφή της επερχόμενης δημοσιογραφικής αποστολής αρχικά σαν να με ενόχλησε. Τίτλος: «Χρυσή Αυγή». Με τη Χαμίντα, μια αφγανοκαναδή δημοσιογράφο της μεγαλύτερης εφημερίδας του Καναδά, της «Toronto Star», καλούμασταν να περιγράψουμε, να αναλύσουμε και να εξηγήσουμε το φαινόμενο στα πιο απλά… αγγλικά. Είχαν μείνει άλαλοι (και) οι Καναδοί με το φαινόμενο της ανόδου της Ακροδεξιάς στην Ελλάδα και έστελναν δικό τους άνθρωπο να διερευνήσει το θέμα. Σε αυτή την αποστολή θα ήμουν «ο άνθρωπός της». Πέρσι τέτοιες μέρες ήταν.
 
«Χρυσή Αυγή για αρχάριους» θα μπορούσε να είναι ο ολοκληρωμένος τίτλος της αποστολής, αφού, όταν απευθύνεσαι στο εξωτερικό, θέλει ιδιαίτερη προσοχή. Δεν μπορείς να μπεις σε πολλές λεπτομέρειες. Δεν τον ενδιαφέρουν τον αναγνώστη του Μπόλντγουϊν Βίλατζ.  Ένα καλό «ρεπορτάζ-ανάγνωσμα» θέλει.  
 
Η πρώτη μας επαφή με το «θέμα» ήταν ένα συσσίτιο της «Χρυσής Αυγής» στην πλατεία Αττικής. Μιλήσαμε με τον Κασιδιάρη, τον Μπούκουρα, τον Αρτέμη τον Ματθαιόπουλο από τις Σέρρες. Μιλήσαμε και με κόσμο, ο οποίος –για αρκετή ώρα μετά το σφύριγμα της λήξης– προσερχόταν για μια αγκαλιά ζαρζαβατικά, έχοντας ακούσει το μαντάτο «από την τηλεόραση». Την ίδια τηλεόραση και τους ίδιους ανθρώπους που πριν από λίγες εβδομάδες (στις 18 Σεπτεμβρίου για την ακρίβεια) «ανακάλυψαν» έκπληκτοι την εγκληματική δράση της οργάνωσης και ολοφύρονται έκτοτε σαν να έχασαν κάποιο αγαπημένο τους πρόσωπο.
 
Σχεδόν μοιρολατρικά, «ευλογούσαν» οι μεσήλικες συνομιλητές μας τη Χρυσή Αυγή που «ταΐζει τον κόσμο». Καλή δημοσιογράφος η Χαμίντα, δεν «τσιμπούσε» εύκολα.
 
Μετά από μέρες και μέρες σκληρής δουλειάς, φτάσαμε στο Σάββατο 17 Νοεμβρίου. Η Χ.Α. είχε –μάλλον καθόλου τυχαία– προγραμματισμένα δύο συσσίτια για την ημέρα. Το πρωί στα νότια προάστια και το απόγευμα στις 17:00 στα Λιόσια. Πήγαμε στο πρωινό. Μαύρα t-shirts, ουρές Ελλήνων, επίδειξη ταυτότητας, πειθαρχία και πλαστικές σακούλες με ντομάτες και αγγούρια. Αυτή τη φορά, παρών και ο Παναγιώταρος.
 
«Από το Μενίδι κατέβηκα», μου είπε ένας 50άρης, και μέσα μου στεναχωριόμουν με τη σκέψη πόσο μεγάλη ανάγκη πρέπει να έχει ένας άνθρωπος για να αλλάξει 2-3 συγκοινωνίες (μάλλον χωρίς να πληρώσει εισιτήριο, αλλιώς δεν έχει λογική) και να αφιερώσει το μισό της ημέρας του για μια σακούλα λαχανικά αξίας 2-3 ευρώ.
 
Είχε μεσημεριάσει για τα καλά όταν πήραμε το δρόμο για το Πολυτεχνείο και έναν άλλο κόσμο, τελείως διαφορετικό. Η κεντρική πύλη κλειστή, λουλούδια, περισυλλογή, θλίψη, αλλά και περηφάνεια. Μια περηφάνια που δεν μπορούσαν να κρύψουν ούτε τα σύννεφα του μελαγχολικού εκείνου απογεύματος. Τη διάβαζες στα λόγια και το ύφος των ανθρώπων που μιλήσαμε. Ίδια φτωχοί κι εκείνοι με τους «πρωινούς». 
 
Δεν κάτσαμε πολύ. Το πρόγραμμα της ημέρας έκλεινε με επίσκεψη στον Άγιο Παντελεήμονα. Πιο πολύ θλίψη μας προκάλεσε η κλειδωμένη παιδική χαρά παρά η παραληρηματική συμπεριφορά των καταστηματαρχών συνομιλητών μας. Είχαμε τόσο πολύ εθιστεί στο «άκουσμά της» όλες εκείνες τις ημέρες, που οι έμμεσες αλλά σαφείς αναφορές στην «καλή διάθεση» του Α.Τ. Αγίου Παντελεήμονα δεν μας έκανε καν εντύπωση.
 
Τελειώσαμε, και κατά τις 19:00 άφησα τη Χαμίντα στο ξενοδοχείο. Μια παλιά αγγλοσαξονική συνήθεια για το διάστημα που μεσολαβεί από το τέλος της έργασίας μέχρι την είσοδο στην οικογενειακή ζωή με οδήγησε σε μια παμπ στο Μοναστηράκι. Μια μπίρα θα εκτόνωνε την ένταση της ημέρας.
 
Εκεί, όμως, καραδοκούσε το μεγαλύτερο σοκ. Η παμπ κατάμεστη με νέους, κυρίως, ανθρώπους, με μια μπίρα στο χέρι και το βλέμμα καρφωμένο στις οθόνες. Έπαιζε η Μάντσεστερ! Όλοι κρέμονταν από τα πόδια του Ρούνεϊ και τα χείλη του σερ Άλεξ.
 
Έξω μαινόταν ένας πόλεμος. Προσωπικά, ένιωθα ότι μόλις είχα επιστρέψει από ένα «τουρ» στα μέτωπα. Συσσίτια, φτώχεια, πετροπόλεμοι, Πολυτεχνεία, ματ, συνθήματα, διαταγές. Ο κόσμος και η κοινωνία ολόκληρη ήταν επί ποδός. Όχι όλη. Κάποιοι μακάριοι, στην καρδιά της Αθήνας, σαν να μη τους ένοιαζε, σαν να μην τους αφορούσε η ανεργία, η κρίση, το Πολυτεχνείο, η ζωή η ίδια, αναφωνούσαν «αααχ!» επειδή η μπάλα βρήκε στο δοκάρι.
 
Εκεί ήταν που ένιωσα τη μεγαλύτερη έκπληξη. Έκπληξη και θυμό μαζί. Στην παρέα με τους αδιάφορους. Εκείνους που προσποιούνται ότι δεν συμβαίνει τίποτα όχι επειδή δεν βλέπουν ή επειδή δεν τους έχει επηρεάσει όλο αυτό που συμβαίνει, αλλά επειδή εξακολουθούν να πιστεύουν ότι άμα σκύψουν κι άλλο, θα περάσει η μπόρα –ξυστά έστω– από πάνω τους. Θα είναι αυτοί οι τυχεροί που θα τη «βγάλουν» με τις λιγότερες απώλειες.
 
Η αδιαφορία και ο φόβος είναι οι πιο επικίνδυνοι «αντίπαλοι».
 
ΥΓ.: Αγαπώ πολύ το ποδόσφαιρο ως παιχνίδι και ως άθλημα.
 

Issue Articles