30 Οκτωβρίου 2013

Επείγοντα περιστατικά του Γιώργου Μπαζίνα

Σκίτσο του Αρκά

Τοπίο στην αιθαλομίχλη

Ο γευστικός παράδεισος μια ολόκληρης ζωής μπορεί να βρίσκεται ασφυκτικά τυλιγμένος σε μια λαδόκολλα.

Μου πέρασε μια πολύ παράξενη ιδέα από το μυαλό. Προσποιήθηκα πως η καρέκλα μου μπροστά στον υπολογιστή ήταν μια χρονομηχανή, που θα μ’ έστελνε κατευθείαν στο μέλλον. Η ιδέα τρύπωσε στο νευρωνικό μου δίκτυο και, ανεξέλεγκτη, διέτρεξε ατρόμητα τις νευρικές συνάψεις του εγκεφάλου μου, προσπέρασε ένα σηραγγώδες αιμαγγείωμα, και συνωμότησε με την κούραση, τη στιγμή που έκλεισα για μια στιγμούλα τα μάτια μου.

Βρέθηκα εποχούμενος σ’ ένα παράξενο φουτουριστικό όχημα, με ανθρώπους γκρίζους και αγέλαστους. Αλλά, ωστόσο, τίποτα απ’ αυτά δεν με παραξένεψε. Μου ήταν εντελώς καθημερινή, οικεία εικόνα. Η αντανάκλαση στο τζάμι του παραθύρου μου επέστρεψε και το δικό μου πρόσωπο. Ήμουν εξίσου γκρίζος και αγέλαστος. Συνειδητοποίησα πως γνώριζα ότι έκανα λάθος κίνηση. Το κατευθείαν  κοίταγμα του παραθύρου ενεργοποιούσε το μηχανισμό διαφήμισης. Ξαφνικά, νιώθω το κεφάλι μου να δονείται. «Όχι, γαμώτο!». Δεν αντέχω τα υποηχητικά μηνύματα του σπόνσορα του ελεκτρο-καρ. Από τότε που είχαν ιδιωτικοποιηθεί οι συγκοινωνίες, οι διαφημίσεις είχαν γίνει ανεξέλεγκτα επιθετικές.

«Θες να πιεις... Θες να πιείς... Με Κόφι-Κόλα να τονωθείς...».

Απλώνω το χέρι και σπρώχνω τα πιστωτικά μου στην υποδοχή μπροστά μου. Δεν ήθελα να πιω τίποτα, αυτή τη στιγμή. Αισθάνομαι μια αναγούλα απολύτως φυσιολογική για πρωινή διαδρομή. Ναι, ασφαλώς και χρειαζόμουν μια Κόφι-Κόλα. Σιχαίνομαι την Κόφι-Κόλα. Είναι η καλύτερη, η πιο δροσιστική, η πιο τονωτική. Πατάω το κουμπί επιλογής. Και μετά, χρειάζομαι κι ένα μπίσκο-σνακ για να διώξω τη γεύση της κόλας. Σιχαίνομαι τα μπίσκο-σνακ... Ω, Χριστέ μου, αυτό το αναθεματισμένο ελεκτρο-καρ θα μου φάει όλα μου τα ψιλά (χοντρά ευτυχώς δεν έχω).

 «Δεν θα θέλατε να μυρίζετε ασφαλώς έτσι...» σφύριξε το παράθυρο δίπλα μου. Κρατάω την ανάσα μου. Νιώθω να ανακατεύομαι. Δεν είναι δυνατόν να επιτρέπουν τέτοιες αισθητικο-οσφρητικές διαφημίσεις. Είναι εμετικές. Τώρα, νιώθω ότι πράγματι μυρίζω έτσι. Πρέπει να βρω γρήγορα ένα κατάστημα ν’ αγοράσω. Πατάω το κουμπί της στάσης. Δεν ξέρω καν πού βρίσκομαι.

 «Παρακαλώ, να φορέσετε τα αντιρρυπαντικά σας φίλτρα κατεβαίνοντας. Μην εκτεθείτε σήμερα σε βροχή…» (μικρή παύση. Η τεχνητή νοημοσύνη που κατηύθυνε το ελεκτρο-καρ θεώρησε σωστό να διευκρινίσει) «Ούτε οποιαδήποτε άλλη μέρα, υποθέτω. Ιδιαίτερα αυξημένες τιμές όξινων ρύπων...».

Σκίτσο του Laban

Στα στενά της Ειμαρμένης

Χύθηκα στα στενά της Ειμαρμένης, μιας συνοικίας ακραίως κακόφημης και, ως εκ τούτου, εντόνως τουριστικής. Ένα βουερό πλήθος πηγαινοερχόταν στα σκεπασμένα από τεράστιες τέντες στενά. Ήταν μια περιοχή μεικτής δραστηριότητας. Μπορούσες να δεις κάθε καρυδιάς καρύδι, συνήθως ανθρώπους που δεν είχαν τι ακριβώς να κάνουν, πού ακριβώς να πάνε, ανάμεικτα με τουρίστες που έρχονταν από κάθε γωνιά της γης για να δουν ανθρώπους που δεν είχαν τι ακριβώς να κάνουν, πού ακριβώς να πάνε.

Πλουσιόπαιδα που έρχονταν να δοκιμάσουν παράνομες γευστικές ηδονές, άνεργους χρηματιστές που πουλούσαν χύμα καθαρό αέρα σε  μπουκάλια της Κόφι-Κόλα.

Μπορούσες να δεις γόνους παλαιών οικογενειών που είχαν διαπρέψει στην πολιτική τον προηγούμενο αιώνα να βγάζουν λόγους σε πρόχειρες εξέδρες, που τους άκουγε ένα απολύτως αδιάφορο πλήθος, μόνο και μόνο γιατί ήταν ένα δωρεάν θέαμα, αν και κανείς δεν καταλάβαινε τι ακριβώς θέαμα ήταν. Κανείς δεν καταλάβαινε, επίσης, τι ακριβώς ζητούσαν αυτοί οι πολιτικοί, των ιδίων συμπεριλαμβανομένων. Από τότε που οι εκλογές είχαν μετατραπεί σε κληρωτίδα όπου μπορούσαν να συμμετέχουν όλοι οι πολίτες, είχαν καταργηθεί οι πολυέξοδες, οχληρές και αδιέξοδες εκλογές. Τώρα, για το πώς και γιατί εκλέγονταν πάντα τα ίδια πρόσωπα, δεν το γνωρίζω.

 Ο αέρας ήταν εξίσου μολυσμένος όσο και παντού αλλού. Στα υπόγεια μπορούσες να δεις αδέσποτα πρεζόνια να κοιμούνται κατάχαμα, και να κυλιούνται βογκώντας οι στερημένοι. Πολλοί μαθητές καλών ιδιωτικών σχολείων πήγαιναν με οργανωμένα γκρουπ να δουν τους εξαθλιωμένους, ως μέρος του εκπαιδευτικού τους προγράμματος. Σιωπηρώς, οι συνοδοί τούς ενεθάρρυναν να κλωτσήσουν ανηλεώς τα πεσμένα πρεζόνια, να φτύσουν και να κατουρήσουν πάνω τους.

Υπήρχαν ζωντανές πόρνες, βαμμένες χτυπητά και άσχημες, κι η αλήθεια ήταν ότι είχαν μεγάλη ζήτηση. Ήταν το μόνο μέρος όπου μπορούσες να βρεις πόρνες τόσο γριές κι άσχημες. Ήταν όλες επικίνδυνα μολυσματικές, και ο έρωτας μαζί τους αποκτούσε μια αίσθηση κινδύνου και διαστροφής που ερέθιζε πολλούς. Κόστιζαν φθηνότερα φυσικά από τα σεξ-μασίν, όπου μπορούσες να φαντασιώσεις σεξ με τις πιο γνωστές στερεο-τιβί σελέμπριτις, ανάλογα με τα γούστα, το φύλο ή τη διαστροφή σου. Το πρόβλημα μόνο ήταν οι συχνές βλάβες τους, γιατί ο μειοδότης της προσφοράς για την εγκατάστασή τους είχε διαφωνίες με το Δήμο σχετικά με τη δαπάνη συντήρησης, οπότε καλό ήταν να είσαι προετοιμασμένος για όλα, δεδομένου ότι, αντί για τον μαλακό υποδοχέα συνθετικής σάρκας που είχες επιλέξει, μπορούσε να πεταχτεί απροσδόκητα από τη λάθος κατεύθυνση ένα ευμέγεθες αντρικό μόριο, που δεν σταματούσε αν δεν έσπαγε την πόρτα κάποιος απέξω. Πολλά τέτοια ατυχήματα είχαν κάνει πολύ προσεκτικούς πολλούς χρήστες. Αλλά και η μουσική υπόκρουση ήταν πολύ φτηνιάρικη.

Σκίτσο του Quino

Αυθεντικό κρέας

Ευτυχώς, η όξινη βροχή είχε σταματήσει εδώ και ώρα. Νιώθω τα φίλτρα στη μύτη μου να έχουν στομώσει από την ποσότητα των αιωρούμενων μικροσωματιδίων που προσπαθούσαν να χωθούν στα πνευμόνια του όλη αυτή την ώρα της εξωκτιριακής δραστηριότητάς μου.

Χώνομαι στου STAYROS. Ένα μαγαζί στενό, άβολο και διάσημο για τη σπεσιαλιτέ του, τα «τέιστυ μίκυς», όπως υποστήριζε η ηλεκτρονική του ταμπέλα. Έβγαλα τα φίλτρα από τη μύτη μου, που πλημμύρισε από μια πρωτόγνωρη μυρουδιά τσίκνας.

«Κρέας;» ρωτάω έκπληκτος. «Αυθεντικό κρέας;»

«Δε μπεστ οφ», λέει ο Σταύρος.

Νιώθω παράξενες διεργασίες στον οργανισμό μου. Γενετικές μνήμες άρχισαν να κινητοποιούν γευστικούς, οσφρητικούς αδένες, που ξύπνησαν από το λήθαργο της καταναγκαστικής υγιεινής διατροφής που επέβαλαν οι συνθετικές τροφές, δηλαδή το κοκτέιλ συνθετικών πρωτεϊνών, που διένεμε δωρεάν ο κυβερνητικός μηχανισμός, διακηρύσσοντας ότι στη χώρα έχει καταργηθεί η πείνα, και ανομολογήτως περιαυτολογούσαν ότι έχουν εφεύρει τον αποτελεσματικότερο τρόπο ελέγχου των μαζών, με την απειλή της απαγόρευσης διανομής τροφής.

Ο Stavros έφερε μια πιατέλα. Κομματάκια κρέας περασμένα σ’ ένα είδος πολύ ψηλής βέργας από συνθετικό ξύλο. Τα υπόλοιπα ήταν σχεδόν γνωστά. Πίτες από συνθετικό αλεύρι τύπου σόγιας. Κόκκινη συνθετική μουστάρδα. Κρασί χωρίς αλκοόλ, από φύκια.

 «Σουβλάκι!» είπα. Δεν ξέρω πως μου ‘ρθε αυτή η λέξη στο μυαλό. Ήταν μια απόλαυση που άξιζε κανείς να την απολαύσει για μια στιγμή στη ζωή του. Μάσησα αργά, ηδονικά, παντρεύοντας τη γεύση του κρέατος με μια δροσιά μουστάρδας κι ένα κομματάκι αφράτης λιγδερής πίτας. Ήταν ο γευστικός παράδεισος που ονειρευόμουν σ’ όλη μου τη στερημένη ζωή. Ήταν το είδος της τροφής που λαχταρούσε το έντερό μου για ν’ αρχίσει να λειτουργεί με την αξιοπρέπεια που του ταιριάζει. Ήταν το είδος της τροφής που θα έκανε την τουαλέτα μου περήφανη. Ήταν... δεν θέλω καν να ξέρω τι ήταν!

Τινάζομαι απότομα, καθώς η χρονομηχανή μου γέρνει επικίνδυνα και με προσγειώνει στο πάτωμα.

Γεγονός που συνεπάγεται ότι τα ταξίδια στο χρόνο είναι εξαιρετικά επικίνδυνα. Όχι μόνο σε καταθλίβουν με τις εφιαλτικές τους προοπτικές, αλλά μπορούν να σου γρατσουνίσουν και τον αγκώνα.


ΑΡΘΡΑ ΤΕΥΧΟΥΣ

ΓΙΝΕ ΠΩΛΗΤΗΣ

Από τη στιγμή που θα γίνεις πωλητής, θα σου δοθούν δωρεάν δέκα (10) αντίτυπα. Είναι το αρχικό σου  κεφάλαιο. Όταν πουλήσεις αυτά τα δέκα αντίτυπα, μπορείς να χρησιμοποιήσεις το αρχικό κεφάλαιο για  την αγορά άλλων στο 50% της ονομαστικής τους αξίας. Δηλαδή, αγοράζεις το περιοδικό 1,50 ευρώ και  το πουλάς 3,00 ευρώ, κρατώντας τη διαφορά ως έσοδό σου.

ΜΑΘΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ