15 Αυγούστου 2015

Υπεραλίευση

Η έρηµος στο βυθό 
 
Η χώρα µας είναι η µοναδική στην Ευρώπη που όχι µόνο υστερεί στην προστασία αλλά και αγνοεί την κατάσταση των αλιευτικών της αποθεµάτων.
 
Κείμενο: Σπύρος Ζωνάκης
 
Ποια είναι η µεγαλύτερη απειλή για τα ευρωπαϊκά θαλάσσια οικοσύστηµατα, αλλά και για τον ίδιο τον κλάδο της αλιείας; Χωρίς αµφιβολία, η υπεραλίευση. Στη Μεσόγειο, το 91% των ψαριών αλιεύονται σε υπερβολικό βαθµό, τη στιγµή που στον Ατλαντικό το ποσοστό αυτό φθάνει το 63%. Τα νερά των ελληνικών θαλασσών δεν αποτελούν εξαίρεση. Κάθε άλλο. Σύµφωνα µε την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Περιβάλλοντος, το 65-70% των ιχθυαποθεµάτων της χώρας µας βρίσκονται εκτός ασφαλών βιολογικών ορίων, κινδυνεύοντας µε κατάρρευση, ενώ τα τελευταία 15 χρόνια η εθνική αλιευτική παραγωγή έχει µειωθεί κατά 50%, καθιστώντας αβέβαιο το µέλλον 35.000 ελλήνων ψαράδων, την ίδια ώρα που ο ελληνικός αλιευτικός στόλος είναι ο µεγαλύτερος στην Ευρώπη, ξεπερνώντας τα 16.000 επαγγελµατικά σκάφη (15.567 παράκτια και 750 µέσης αλείας – µηχανότρατες, βιντζότρατες, γρι γρι).
 
Σε αντίθεση, µάλιστα, µε τη νέα Κοινή Αλιευτική Πολιτική της ΕΕ, που υιοθετήθηκε το 2013 και υποχρεώνει τα κράτη-µέλη να καταρτίζουν πολυετή σχέδια βιωσιµότητας των οικοσυστηµάτων και των ιχθυαποθεµάτων τους, η χώρα µας είναι η µοναδική στην Ευρώπη που δεν γνωρίζει την κατάσταση των αλιευτικών της αποθεµάτων, κι αυτό γιατί από το 2008 ώς το 2013, για γραφειοκρατικούς λόγους, είχε διακοπεί το εθνικό πρόγραµµα συλλογής αλιευτικών δεδοµένων (που βρίσκεται υπό την ευθύνη της Διεύθυνσης Αλιείας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης ), ενώ δεν έχει ακόµα ξεκινήσει για το 2015.
«Είµαστε πολύ πίσω στη διαχείριση και την προστασία των αλιευτικών µας πόρων», σηµειώνει η Άντζελα Λάζου, υπεύθυνη για το θαλάσσιο περιβάλλον στο ελληνικό γραφείο της Greenpeace. «Χαρακτηριστικά, οι µηχανότρατες, που χρησιµοποιούν µη επιλεκτικά και καταστροφικά αλιευτικά εργαλεία, οργώνουν χωρίς ουσιαστικό έλεγχο τις ελληνικές θάλασσες, ψαρεύοντας συχνά πολύ κοντά στις ακτές, παρά την ευρωπαϊκή απαγόρευση να αλιεύουν σε απόσταση µικρότερη του 1,5 µιλίου από αυτές, σέρνοντας τα δίχτυα τους στο βυθό και ξεριζώνοντας σηµαντικούς οικότοπους, όπως οι τραγάνες και τα λιβάδια της Ποσειδωνίας, που αποτελούν και τόπους αναπαραγωγής πολλών ψαριών, και που ακόµα δεν έχουν χαρτογραφηθεί. Μοιραία, συντελούν σε µια πραγµατική γονοκτονία που διενεργείται στη χώρα µας, την παράνοµη αλίευση και διοχέτευση στην αγορά –αν και αποτελούν µόλις το 5% του ελληνικού αλιευτικού στόλου µοιράζονται τα κέρδη από το 58% της αλιευτικής παραγωγής– µικρών ψαριών που δεν έχουν φθάσει ακόµα σε αναπαραγωγική ηλικία, ενώ το 45% της ψαριάς τους δεν φτάνει ποτέ στις ψαραγορές, είδη χωρίς εµπορική αξία, καθώς πετιούνται νεκρά στη θάλασσα. Τα κυριότερα αλιεύµατα της µηχανότρατας, η κουτσοµούρα, ο µπακαλιάρος, η γάµπαρη, η γαρίδα και η καραβίδα κινδυνεύουν µε αφανισµό. Η δηµιουργία θαλάσσιων καταφυγίων και στη χώρα µας, µε την πλήρη συµµετοχή των εµπλεκόµενων τοπικών κοινωνιών και αλιέων, δηλαδή περιοχών όπου σε µια ζώνη τους απαγορεύεται εντελώς η αλιεία και σε µια άλλη µπορεί να επιτρέπεται η χαµηλής έντασης και οικολογική αλιευτική δραστηριότητα, επιτρέποντας στους ιχθυοπληθυσµούς να ανακάµψουν, είναι µονόδροµος. Η πρωτοβουλία µας για τη δηµιουργία θαλάσσιων προστατευµένων περιοχών στις βόρειες
Κυκλάδες, που θα περιλαµβάνει έναν πυρήνα απόλυτης προστασίας γύρω από τη Γυάρο και θα επεκτείνεται σε Άνδρο, Τήνο, Μύκονο, Σύρο, Κύθνο, Κέα, όπου θα απαγορεύονται οι µηχανότρατες, αλλά και στον Κορινθιακό Κόλπο, ξεκίνησε το 2008 και υποστηρίζεται από τις τοπικές κοινωνίες, τους ντόπιους παράκτιους ψαράδες, την επιστηµονική κοινότητα. Ήδη, σχεδόν 40.000 πολίτες έχουν υπογράψει τo µανιφέστο µας για την προστασία των θαλασσών», συνεχίζει.
 
Πράγµατι, σε όλη την Ευρώπη, η δηµιουργία θαλάσσιων καταφυγίων αποτελεί ση-
µαντικό εργαλείο για τη διασφάλιση τόσο της θαλάσσιας βιοποικιλότητας όσο και του επαγγέλµατος του αλιέα. Χαρακτηριστικά, το γαλλικό Υπουργείο Ανάπτυξης έθεσε ως στόχο του, το 2009, ώς το 2020 το 20% των γαλλικών θαλασσών να αποτελούν προστατευµένες περιοχές (ήδη, το ποσοστό σήµερα φθάνει στο 16%), η Σουηδία διαθέτει 489 τέτοιες ζώνες, η Δανία 62 και η Ιταλία 50 – τη στιγµή που στη χώρα µας είναι µόλις τέσσερις (Εθνικά Θαλάσσια Πάρκα Ζακύνθου, Αλοννήσου, Υγροτόπων Αµβρακικού και Προ-
στατευµένη Περιοχή βόρειας Καρπάθου).
 
Το πιο εντυπωσιακό παράδειγµα τέτοιας ζώνης δεν είναι άλλο από το Torre Guaceto, στην Απουλία, όπου η WWF Ιταλίας και οι δήµοι του Πρίντεζι και του Καροβίνιο συµφώνησαν, το 2000, µε τους ντόπιους ψαράδες την απαγόρευση στην περιοχή κάθε αλιευτικής δραστηριότητας για πέντε χρόνια. Μετά το µερικό άνοιγµα του καταφυγίου, το 2005, τα ιχθυαποθέµατα πολλαπλασιάστηκαν έως 15 φορές (όπως της τσιπούρας), αποφέροντας σηµαντική αύξηση των εσόδων των τοπικών αλιέων, οι οποίοι δεσµεύονται να ψαρεύουν µόνο µια φορά την εβδοµάδα, µε δίχτυα µε µεγάλο άνοιγµα µατιών και µήκος έως 1.000 µέτρα και να επιτηρούν την περιοχή: Μοιραία, οι παραβάσεις για παράνοµη αλιεία από 300 το 2001 µειώθηκαν σε µόλις δύο το 2012.
Την προσπάθεια (αυτοχρηµατοδοτούµενη), για την εφαρµογή και στη χώρα µας µιας τέτοιας συνδιαχειριζόµενης ζώνης αλι-
είας, και συγκεκριµένα στο νησιωτικό σύµπλεγµα των Λειψών, έχει ξεκινήσει από το 2013 το Ινστιτούτο Θαλάσσιας Προστασίας «Αρχιπέλαγος» σε συνεργασία µε τον Αλιευτικό Σύλλογο Λειψών και µε τη στήριξη του δήµου του νησιού. «Η πρωτοβουλία για τη θεσµοθέτηση προστατευµένης περιοχής, που θα περιλαµβάνει ζώνη πλήρους απαγόρευσης αλιείας, υποχρέωση χρήσης επιλεκτικών αλιευτικών εργαλείων και περιορισµό της ερασιτεχνικής αλιείας, ανήκει στην τοπική αλιευτική κοινωνία, καθώς τα τελευταία χρόνια παρατηρείται κάθετη υποβάθµιση των ιχθυαποθεµάτων του νησιού, αλλά και καθηµερινά φαινόµενα παράνοµης και καταστροφικής αλιείας, κυρίως από ψαράδες που προέρχονται από γειτονικά νησιά και άλλες περιοχές της χώρας», επισηµαίνει η Αναστασία Μήλιου, υπεύθυνη επιστηµονικής έρευνας του ινστιτούτου.
«Το “Αρχιπέλαγος”, µάλιστα, έχει συστήσει ένα “Παρατηρητήριο Αλιείας”, ένα άτυπο δίκτυο που συσπειρώνει πάνω από 1.000 πολίτες και ψαράδες, που εντοπίζουν και αναφέρουν παράνοµες αλιευτικές πρακτικές από το Άγιο Όρος ώς την Κρήτη. Ενδεικτικά, την πίνα και τη µπουρού, αν και απαγορεύεται η αλιεία τους, τις βρίσκεις σε κάθε εστιατόριο, το ίδιο και τη σωλήνα, που την αφαιρούν µε κοµπρεσέρ, ενώ οι γόνοι της γόπας και του µπαρµπουνιού βρίσκονται σε όλες τις ταβέρνες και τα ιχθυοπωλεία», συνεχίζει η κ. Μήλιου.
 
Ωστόσο, αντί να δηµιουργήσει έναν επαρκή µηχανισµό αλιευτικού ελέγχου, από πέρσι η Ελλάδα, µε το νόµο 4256/2014, κατάργησε την ερασιτεχνική άδεια αλιείας, τη στιγµή που στη Γερµανία, για παράδειγµα, όλοι οι επίδοξοι ερασιτέχνες αλιείς περνούν από υποχρεωτικές εξετάσεις ιχθυολογίας και προστασίας των θαλασσών. 
«Η γιγαντωµένη και ανεξέλεγκτη ερασιτεχνική αλιεία αδειάζει τις ελληνικές θάλασσες. Τα ερασιτεχνικά αλιευτικά σκάφη φθάνουν τις 400.000. Κανείς δεν γνωρίζει τον πραγµατικό τους αριθµό. Η απελευθέρωση της ερασιτεχνικής αλιείας κάνει τα πράγµατα ακόµη χειρότερα. Επιπλέον, κάθε 500 µέτρα βλέπεις και έναν ψαροντουφεκά, ενώ επιτρέπεται στους ερασιτέχνες να πιάνουν 5 κιλά την ψαριά, βγάζουν ακόµα και 40. Κάποιοι το κάνουν και επαγγελµατικά. Και να φανταστείς ότι, έχοντας 1.200 αγκίστρια και 5 χιλιόµετρα παραγάδι, εγώ πιάνω 10 κιλά. Στις βόρειες Κυκλάδες, τα αποθέµατα ειδών όπως η σκορπίνα, το φαγγρί, ο αστακός και ο σαργός έχουν µειωθεί κατά 80%. Υπάρχει η δυνατότητα όλοι να αλιεύουν παράνοµα. Ακόµα και η εγκατάσταση του Συστήµατος Δορυφορικής Παρακολούθησης (VMS) των επαγγελµατικών αλιευτικών σκαφών είναι ατελής, καθώς παραβιάζεται από συγκεκριµένα λογισµικά. Γι’ αυτό και έχω εισηγηθεί τη δηµιουργία ενός ξεχωριστού σώµατος Αλιειοφυλακής, στελεχωµένου από ανθρώπους που θα ξέρουν τι ψάρια και µε ποιον τρόπο έχουν πιαστεί», µας λέει ο Δηµήτρης Ζάννες, αλιέας από την Άνδρο και ιδρυτικό µέλος της Ευρωπαϊκής Οργάνωσης Αλιέων Χαµηλής Έντασης (L.I.F.E.).
Η ανάγκη αλλαγής του αναποτελεσµατικού πλαισίου διαχείρισης των αλιευτικών πόρων της χώρας µας βρίσκεται στο επίκεντρο των προτάσεων και του Κωνσταντίνου Στεργίου, διευθυντή του Ινστιτούτου Θαλάσσιων Βιολογικών Πόρων του Ελληνικού Κέντρου Θαλάσσιων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ).
«Αυτό στηρίζεται, κυρίως, σε στατικά, τεχνικά µέτρα που δεν αλλάζουν από χρόνο σε χρόνο (π.χ. η ρύθµιση ελάχιστου ανοίγµατος του µατιού των διχτυών, η απαγόρευση αλιείας σε ορισµένες εποχές και περιοχές) και δεν λαµβάνουν υπόψη την επιστηµονική γνώση. Χαρακτηριστικό παράδειγµα αποτελεί το ελάχιστο επιτρεπόµενο εµπορεύσιµο µέγεθος που έχει θεσπίσει ο κανονισµός 1626/1994 της ΕΕ για 26 µόνο µεσογειακά είδη και που σχεδόν για όλα είναι µικρότερο από το µήκος πρώτης γεννητικής ωριµότητας των ψαριών αυτών. Επιτρέπεται, για παράδειγµα, η αλίευση της κουτσοµούρας από τα 11 εκατοστά, ενώ µπορεί να αναπαραχθεί όταν φθάσει τα 16 εκατοστά. Παράλληλα, τα όποια πλεονεκτήµατα έδινε η καλοκαιρινή απαγόρευση της αλιείας µε µηχανότρατα αναιρούνται από το γεγονός ότι η νεοσυλλογή των περισσότερων ειδών γίνεται πλέον τον Οκτώβριο ή και αργότερα, λόγω της αύξησης της θερµοκρασίας, δίνοντας την ευκαιρία στις µηχανότρατες να αλιεύουν γόνους σε µεγάλες ποσότητες». Ποιες δράσεις κρίνει, όµως, απαραίτητες; «Είναι αναγκαία η µείωση του αλιευτικού στόλου και των ηµερών αλιείας, µε ταυτόχρονη εκπαίδευση και παροχή κινήτρων στους ψαράδες, ώστε να στραφούν σε εναλλακτικές δραστηριότητες σχετικές µε τη θάλασσα (π.χ. αλιευτικός τουρισµός, καταδυτικός τουρισµός), η προώθηση ευεργετικών επιδοτήσεων για την αλιευτική έρευνα και τη θέσπιση µεγάλης κλίµακας θαλάσσιων προστατευµένων περιοχών, αλλά και µια εκστρατεία ευαισθητοποίησης του κοινού, ώστε να µην καταναλώνει ψάρια µε µέγεθος µικρότερο από αυτό της πρώτης αναπαραγωγικής ηλικίας», καταλήγει.                                           
 
Ύφαλος σωτηρίας
 
Μπορούν οι επαγγελµατίες αλιείς µιας περιοχής να ενωθούν, θέτοντας οι ίδιοι περιορισµούς στο ψάρεµά τους µπροστά στη µείωση των ιχθυαποθεµάτων τους; Κι όµως, αυτό έκαναν οι Καλύµνιοι ψαράδες –658 αλιευτικά σκάφη–, που, από το 2005, στο διάστηµα µεταξύ 15 Απριλίου ώς 30 Μαΐου διέκοψαν κάθε αλιευτική δραστηριότητα στην περιοχή µεταξύ Καλύµνου και Κω, ενώ, παράλληλα, στο βυθό του όρµου Χοχυλαρίου της περιοχής, κατασκεύασαν έναν τεχνητό ύφαλο 15 τετραγωνικών χιλιοµέτρων, που χρηµατοδοτήθηκε από το Γ’ ΚΠΣ, ώστε να αναπαράγονται και να αναπτύσσονται τα ψάρια. Μάλιστα, µε προεδρικό διάταγµα, το 2006, απαγορεύθηκαν εφ’ όρου ζωής στην περιοχή οι µηχανότρατες, λόγω της ύπαρξης λιβαδιού Ποσειδωνίας. «Τα αποτελέσµατα ήταν πολύ θετικά. Οι ιχθυοπληθυσµοί διαφόρων ειδών, όπως του µπαρµπουνιού, της κουτσοµούρας και των µελανουριών αυξήθηκαν κατά 30%. Η παραγωγή πηγαίνει τόσο καλά, που καθηµερινά στέλνουµε µε courier 1.000 µε 1.200 τόνους ψάρια στην Αθήνα. Θα µπορούσε, βέβαια, ο ύφαλος να προστατευτεί καλύτερα από τις λιµενικές αρχές, γιατί χτυπιέται από την παράνοµη ερασιτεχνική αλιεία και τους ψαροντουφεκάδες», σηµειώνει ο Γιώργος Κατσοτούρχης, πρόεδρος των αλιέων της Καλύµνου.
 
Το ελληνικό πείραµα
 
Ένα πρωτοποριακό πρόγραµµα για όλη τη Μεσόγειο, την «Υπεύθυνη Αλιεία», που στηρίζεται στα πρότυπα του MSC (Marine Stewardship Council), ενός διεθνούς οργανισµού που πιστοποιεί τις βιώσιµες αλιευτικές πρακτικές, και το οποίο στοχεύει στη διασφάλιση του µέλλοντος των ντόπιων ψαράδων, του τοπικού πληθυσµού γαύρου και σαρδέλας, αλλά και στην προµήθεια των καταναλωτών µε αξιόπιστα προϊόντα, είναι αυτό που υλοποιεί από το 2013 η WWF Ελλάς, σε συνεργασία µε την ΑΒ Βασιλόπουλος, το σύνολο του στόλου γρι γρι της Καβάλας (18 αλιευτικά σκάφη), όπως και το Ινστιτούτο Αλιευτικών Ερευνών (ΙΝΑΛΕ). «Στόχος µας είναι ο τοπικός αλιευτικός στόλος να γίνει ο πρώτος µεσογειακός που θα φθάσει στο επίπεδο πιστοποίησης του MSC , αλλά και ιδανικά θα κατοχυρώσει την ίδια την πιστοποίηση. Η µεθοδολογία του οργανισµού βασίζεται στο ότι η αλιευτική προσπάθεια πρέπει να προσαρµόζεται στην κατάσταση των ιχθυαποθεµάτων και την ανάκαµψή τους (π.χ. πρέπει να σταµατάει το ψάρεµα την περίοδο αναπαραγωγής των ψαριών), καθώς και να συµβάλλει στην προστασία του θαλάσσιου οικοσύστηµατος (µη καταστρέφοντας οικότοπους όπως οι τραγάνες και τα λιβάδια Ποσειδωνίας)», τονίζει ο Γιώργος Παξιµάδης, υπεύθυνος θαλάσσιου περιβάλλοντος της WWF Ελλάς.