15 Αυγούστου 2015

Μαθήματα Ζωής

Κουτάβια στη στενή
 
Τρόφιµοι αµερικανικών φυλακών εκπαιδεύουν τους σκύλους που κρατούν συντροφιά στους πολλαπλά πληγωµένους βετεράνους των πολέµων. 
Κείμενο: Γιώργος Αράπογλου
Η επιστροφή ενός στρατιώτη από την εµπόλεµη ζώνη συνοδεύεται τις περισσότερες φορές από βαθιά τραύµατα, όχι µόνο στο σώµα, αλλά κυρίως στην ψυχή. Οι εικόνες φρίκης που συναντούν αποτυπώνεται στα ενδότερα της ψυχής τους και σε πολλές περιπτώσεις δεν καταφέρνουν να το ξεπεράσουν ποτέ, ενώ δεν είναι λίγα τα περιστατικά ψυχωσικών διαταραχών, επιθετικότητας, ακόµα και αυτοχειριών. Ταυτόχρονα, πολλοί έχουν µιλήσει για τη χρησιµότητα των ζώων συντροφιάς στην ψυχολογική υποστήριξη µοναχικών, και όχι µόνο, ατόµων. Την ίδια στιγµή, είναι άπειρες οι συζητήσεις που γίνονται για ανθρώπινες συνθήκες κράτησης ακόµα και στις φυλακές υψίστης ασφαλείας και δηµιουργία προϋποθέσεων για οµαλή επανένταξη στην κοινωνία. 
 
Μια οργάνωση στη Νέα Υόρκη αποφάσισε να ασχοληθεί µε το ζήτηµα και να βρει έναν συνδυαστικό τρόπο να αξιοποιηθούν όλα τα εργαλεία για να βρεθούν λύσεις σε αυτά τα ζητήµατα. Από το 1997, η οργάνωση Puppies Behind Bars (PBB, «Κουτάβια πίσω από τα κάγκελα») εκπαιδεύει τρόφιµους φυλακών να αναθρέψουν σκυλιά που θα δοθούν ως συντροφιά σε πληγωµένους βετεράνους πολέµου, αλλά και στην υπηρεσία της αστυνοµίας, ως ανιχνευτές εκρηκτικών υλών. Ενώ, ταυτόχρονα, αποτελεί µια σηµαντική ευκαιρία για τους φυλακισµένους να αναδείξουν τα κρυµµένα τους συναισθήµατα.
Η αρχική ιδέα ανήκει σε έναν κτηνίατρο από τη Φλόριντα, τον δρ. Τόµας Λέιν (Dr. Thomas Lane), ο οποίος ήταν ο πρώτος που ξεκίνησε ένα αντίστοιχο πρόγραµµα. 
Οι υπεύθυνοι της οργάνωσης εµπνεύστηκαν από εκείνον, τον επισκέφθηκαν, καθώς επίσης και τρία σωφρονιστικά καταστήµατα όπου ήδη εφαρµοζόταν, µίλησαν µε τρόφιµους και προσωπικό των φυλακών και είδαν ότι πρόκειται για µία λαµπρή ιδέα. 
 
Η πρόταση τέθηκε άµεσα στον επίτροπο του Τµήµατος Σωφρονιστικών Υπηρεσιών του Όλµπανι, Γκλεν Γκόορντ (Glenn Goord), ο οποίος όχι µόνο θέλησε να υποστηρίξει αυτή την προσπάθεια, αλλά σήµερα, και έπειτα από τη συνταξιοδότησή του, είναι ο πρόεδρος του Διοικητικού Συµβουλίου των Puppies Behind Bars. 
Η δράση ξεκίνησε από τη µόνη γυναικεία φυλακή υψίστης ασφαλείας στη Νέα Υόρκη, τη Μπέντφορντ Χιλς (Bedford Hills). Η αρχή έγινε µε πέντε κουτάβια Λαµπραντόρ Ριτρίβερ που πέρασαν τα κάγκελα, ανατράφηκαν, αγαπήθηκαν και εκπαιδεύτηκαν από 10 γυναίκες τρόφιµους των φυλακών.
Τα κουτάβια εισάγονται στη φυλακή στην ηλικία των οκτώ εβδοµάδων και ζουν µε τους τρόφιµους, οι οποίοι αναλαµβάνουν την ανατροφή τους για περίπου 24 µήνες. Όσο αυτά ωριµάζουν και γίνονται αγαπηµένα σκυλιά συντροφιάς που συµπεριφέρονται καλά, οι άνθρωποι που έχουν αναλάβει την ανατροφή τους παίρνουν µαθήµατα συνεισφοράς στην κοινωνία. 
Οι 90 εντολές
 
Η πρωταρχική σκέψη ήταν τα κουτάβια να εκπαιδευτούν ώστε να γίνουν σκύλοι-οδηγοί. Όµως, οι τροµοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεµβρίου 2001 άλλαξαν τα πάντα. Οι υπεύθυνοι της οργάνωσης θεώρησαν κρίσιµο να ενισχύσουν το «πλήρωµα» των ανιχνευτών εκρηκτικών. Από το 2002 ώς το 2006, η οργάνωση ανέθρεψε περισσότερους από 400 ανιχνευτές που εργάζονται σε όλη τη χώρα και σε πρεσβείες των ΗΠΑ στο εξωτερικό, ενώ έχουν χρησιµοποιηθεί σε προεδρικές επισκέψεις ή µεγάλα κοινωνικά γεγονότα, όπως το Super Bowl, αλλά και στις βοµβιστικές επιθέσεις στον Μαραθώνιο της Βοστώνης, που, ωστόσο, δεν κατάφεραν να αποτραπούν. 
 
Το 2006 ήταν η χρονιά που εντόπισαν την ανάγκη να υποστηρίξουν τους στρατιώτες που επέστρεφαν µε τραύµατα στο σώµα και την ψυχή από το Ιράκ και το Αφγανιστάν. 
Πολλοί βετεράνοι εµφάνιζαν κατά την επιστροφή τους, εκτός από τα φυσικά τραύµατα, και νοητικές διαταραχές ή διαταραχές µετατραυµατικού στρες. Τα Λαµπραντόρ εκπαιδεύονται από τον τρόφιµο στον οποίο έχουν ανατεθεί, και κατά το τελικό στάδιο, µαζί µε τον ίδιο τον βετεράνο, η εκπαίδευση προσανατολίζεται στις ειδικές του ανάγκες. 
«Στο Puppies Behind Bars, πιστεύουµε ότι τα σκυλιά µπορούν να µεταµορφώσουν ζωές. Των κρατουµένων, που έχουν χτίσει τείχη γύρω από τα συναισθήµατά τους προκειµένου να επιβιώσουν στη φυλακή, των οργάνων του νόµου, που ψάχνουν για κρυµµένα εκρηκτικά και γνωρίζουν ότι οι µύτες των σκύλων-συντρόφων τους είναι ο ασφαλέστερος τρόπος για να βρουν κάτι, αλλά και των τραυµατισµένων βετεράνων, για τους οποίους, σε πολλές περιπτώσεις, ο πόλεµος έχει µετατραπεί σε φυσιολογική ζωή, ακόµα κι αν έχουν επιστρέψει σπίτι», αναφέρει στο επίσηµο κείµενο της οργάνωσης η πρόεδρος και ιδρυτής του Puppies Behind Bars, Γκλόρια Γκίλµπερτ Στόγκα (Gloria Gilbert Stoga).
Ο στόχος της οργάνωσης παραµένει το να εκπαιδεύουν κρατούµενους να µεγαλώνουν χρήσιµα σκυλιά για την κοινωνία και τη δικαιοσύνη. Τα σκυλιά, που τίθενται υπό την 24ωρη επίβλεψη-διδασκαλία του κρατούµενου στον οποίο έχουν ανατεθεί, διδάσκονται περίπου 90 εντολές, ενώ υπολογίζεται πως το 75% καταφέρνει να «αποφοιτήσει» και να δοθεί για την κάλυψη των σκοπών της οργάνωσης. Όσα σκυλιά δεν τα καταφέρνουν δίνονται για υιοθεσία. 
Οι ογδόντα πέντε από τις εντολές που µαθαίνουν έχουν να κάνουν µε δραστηριότητες της καθηµερινότητας, όπως να φέρνουν αντικείµενα, να ανάβουν φώτα και να ανοίγουν πόρτες για να περνούν τα αναπηρικά καροτσάκια, ενώ πέντε ακόµα έχουν να κάνουν µε την υποστήριξη εκείνων που επιστρέφουν µε τραυµατικές εγκεφαλικές βλάβες ή διαταραχές µετατραυµατικού στρες.
 
Η εποχή του ζευγαρώµατος
 
Στο πρόγραµµα έχουν συµµετάσχει περίπου 140 κρατούµενοι, ενώ κάθε χρόνο γίνονται τέσσερις οµαδικές «προπονήσεις», κατά τις οποίες «ζευγαρώνονται» τα σκυλιά µε τους βετεράνους που θα υποστηρίξουν. 
Η συµµετοχή των βετεράνων στο πρόγραµµα γίνεται µέσω ηλεκτρονικής αίτησης, η οποία αξιολογείται σε διάστηµα δύο έως έξι εβδοµάδων. Κατά µέσο όρο, αποδεκτό γίνεται µόλις το 15% των αιτήσεων, ενώ η οργάνωση δηµιουργεί περίπου 15-20 «ζευγαρώµατα» το χρόνο. 
Αν η αρχική αίτηση γίνει αποδεκτή, ο βετεράνος περνάει µια περίοδο οµαδικής εκπαίδευσης για περίπου 16 µέρες, όπου αναζητεί το κουτάβι που θα ζευγαρωθεί, µαθαίνει τις βασικές ανάγκες φροντίδας του ζώου, αλλά και τις πρώτες εντολές. Το επόµενο στάδιο φέρνει το κουτάβι εντός της φυλακής µαζί µε τον κρατούµενο-εκπαιδευτή, ενώ µε την ολοκλήρωση του προγράµµατος όσοι καταφέρουν να «αποφοιτήσουν» αποχωρούν ως πιστοποιηµένοι εκπαιδευτές, µαζί µε ένα σκύλο που έχει µάθει να υπακούει στις συγκεκριµένες 90 εντολές. 
Γίνονται, µάλιστα, προσπάθειες να εκπαιδεύονται τα σκυλιά ανάλογα µε την... κλίση τους και, εφόσον διαπιστωθεί ότι κάποιο κουτάβι δείχνει ιδιαίτερη ικανότητα σε συγκεκριµένο τοµέα, δεν αποκλείεται ακόµα και η αλλαγή... καριέρας.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγµατα είναι η σχέση που δηµιουργήθηκε µεταξύ του βετεράνου του πολέµου στο Αφγανιστάν λοχαγού Ρόµπερτ Τσαρλς (Captain Robert Charles) και της σκυλίτσας Τόµπι. Το πανέµορφο µαύρο Λαµπραντόρ εκπαιδεύθηκε για να βοηθήσει τον Τσαρλς, ο οποίος επέστρεψε το 2012 από την αποστολή του µε κρίσεις πανικού, βαθιά κατάθλιψη, απώλεια µνήµης, νυχτερινούς εφιάλτες και έντονη αγοραφοβία. 
Αποστολή της Τόµπι είναι να φυλάει τα... νώτα του όταν κάποιος τον πλησιάζει και να στέκεται ανάµεσά τους, ώστε να δηµιουργείται απόσταση ασφαλείας. Ένα χρόνο αργότερα, τα αποτελέσµατα αυτής της συνύπαρξης ήταν εξαιρετικά, µε το «ζευγάρι» να έχει αναπτύξει µια θαυµαστή σχέση αγάπης και αφοσίωσης.
 
Σηµαντικό στοιχείο της επιτυχίας του προγράµµατος είναι το γεγονός ότι πολλοί κρατούµενοι επικοινωνούν µε την οργάνωση και τους δηλώνουν περήφανοι πως βρήκαν δουλειές ως εκπαιδευτές ή φροντιστές κατοικιδίων ή άλλων συναφών αντικειµένων µετά την αποφυλάκισή τους, χρησιµοποιώντας την πολύτιµη γνώση που αποκόµισαν κατά τη συµµετοχή τους στο πρόγραµµα. 
«Οι κρατούµενοι πρέπει να κάνουν κάτι χρήσιµο για να επανορθώσουν, έστω ελάχιστα, στην κοινωνία για τις πράξεις τους», υποστηρίζει ο επικεφαλής των εκπαιδευτών της περιοχής Φίσκιλ ( Fishkill) της Νέας Υόρκης Καρλ Ρότανς (Carl Rotans). Αλλά µαζί του φαίνεται να συµφωνούν και οι συµµετέχοντες στο πρόγραµµα.
 
«Τον πήρα όταν ήταν µόλις οκτώ εβδοµάδων. Είναι µεγάλη ευθύνη να έχω ένα σκυλάκι», δήλωσε σε συνέντευξή του ο Γκλεν Ροντρίγκεζ (Glenn Rodriguez), βαρυποινίτης στις φυλακές Φίσκιλ (εκτίει ποινή φυλάκισης 26 ετών για φόνο). Σήµερα, όπως αναφέρει, έχοντας περάσει περισσότερο από ένα χρόνο παρέα µε τον Dixon, το σκυλάκι που του έχει ανατεθεί, είναι ένας άλλος άνθρωπος. 
«Γνωρίζω ότι ο κόσµος δεν µε βλέπει µε καλό µάτι, εξαιτίας όσων έκανα στο παρελθόν, όµως είναι αλήθεια ότι δεν µπορείς να κρατάς στα χέρια σου ένα κουταβάκι µόλις οκτώ εβδοµάδων και να µη νιώθεις τίποτα. Ξέρω, όµως, ότι, όταν θα φύγει από τα χέρια µου, θα υπηρετήσει έναν καλύτερο σκοπό», λέει.