01 Ιουλίου 2015

Πατριδογευσία

Ο ολυµπιονίκης εστιάτορας

Η φτώχεια οδήγησε τον Ιονέλ σε µια ευρωπαϊκή περιπλάνηση, ώσπου να καταλήξει στα Πατήσια.

Κείμενο: Χρήστος Κωστής

Ο Ιονέλ ήρθε στην Ελλάδα πριν από περίπου είκοσι χρόνια για να ξεφύγει από τη φτώχεια της µετακοµµουνιστικής Ρουµανίας και ρίζωσε. Στην πορεία, άνοιξε και ένα παραδοσιακό ρουµανικό εστιατόριο.

«Γεννήθηκα το 1976 σε ένα µικρό χωριό της ρουµανικής Μολδαβίας λίγο έξω από την πόλη Μπακάου. Ο πατέρας µου ήταν διευθυντής της τοπικής κρατικής εταιρείας πετρελαίου, η περιοχή διέθετε άφθονα κοιτάσµατα και το µεγαλύτερο διυλιστήριο της χώρας. Ο τόπος µας είχε και µεγάλη παραγωγή σταριού και καλαµποκιού. Από µικρός, έγινα αθλητής της πάλης και του τζούντο, αλλά ονειρευόµουν να γίνω στρατιωτικός. Δεν µπορούσα, όµως, γιατί όσους δεν ήταν άριστοι µαθητές τούς προόριζαν για τεχνικά γυµνάσια και λύκεια. Έτσι, εγώ θα βρεθώ, παράλληλα µε το σχολείο, να εργάζοµαι για πρακτική στη βιοµηχανία κατασκευής µαχητικών αεροσκαφών στο Μπακάου», αφηγείται ο Ιονέλ.

«Η κατάρρευση του καθεστώτος Τσαουσέσκου θα προκαλέσει το κλείσιµο των περισσότερων βιοµηχανιών της χώρας. Η ανεργία και η φτώχεια εκτινάχθηκαν. Σχεδόν τρία εκατοµµύρια Ρουµάνοι αναγκάστηκαν να µεταναστεύσουν. Τον Ιούνιο του 1993, µε το που τελείωσα το σχολείο, µη βλέποντας κανένα µέλλον, αποφάσισα να φύγω κι εγώ», συνεχίζει.

«Αρχικά, κατέφυγα στη Βουδαπέστη, όπου εργάστηκα για τέσσερις µήνες ως οικοδόµος. Ήθελα, όµως, να πάω στη Γερµανία. Έχοντας βγάλει τρίµηνη βίζα, θα εργαστώ για 1,5 χρόνο στη Δρέσδη, σε ένα εργοστάσιο κατασκευής τούβλων. Οι γερµανικές αρχές, όµως, θα µε απελάσουν και θα αναγκαστώ να επιστρέψω στο Μπακάου».

Το 1995, θα έρθει πάλι η ώρα του εκπατρισµού, για τη Σερβία αυτή τη φορά. «Βρήκα δουλειά σε ένα ξυλουργείο στην πόλη Ποζάρεβατς κοντά στα ρουµανικά σύνορα. Οι κακές συνθήκες εργασίας θα µε οδηγήσουν πάλι πίσω στη Ρουµανία. Την άνοιξη του 1996, ένας ξάδερφος µου µού πρότεινε να περάσουµε παράνοµα στην Ελλάδα. Πήγαµε µε λεωφορείο µέχρι τα Σκόπια και επιβιβαστήκαµε στο τρένο για Θεσσαλονίκη. Λίγο πριν από τα σύνορα, πηδήξαµε από το τρένο και µπήκαµε στη χώρα µε τα πόδια. Ήρθαµε αµέσως στην Αθήνα. Τη δεύτερη µέρα, µου προσφέρθηκε εργασία από έναν εργολάβο οικοδοµών. Θυµάµαι που τον πρώτο καιρό δούλευα µε ένα λεξικό ελληνικών στο χέρι».

Τον Οκτώβριο του 1996, όµως, θα συλληφθεί σε µια επιχείρηση σκούπα της αστυνοµίας στην Κηφισιά. «Θα µείνω για είκοσι µέρες στο κρατητήριο και θα απελαθώ στη Ρουµανία», θυµάται.

Τον Ιανουάριο του 1997, όµως, θα επιστρέψει στην Ελλάδα, εργαζόµενος για το παλιό του αφεντικό. «Θα βγάλω και πράσινη κάρτα, ενώ θα γραφτώ και σε ένα σύλλογο τζούντο στο Μαρούσι. Είχα κερδίσει και χρυσά µετάλλια. Με ξεχώρισαν και ήθελαν να συµµετέχω στους Ολυµπιακούς Αγώνες µε την ελληνική οµάδα, θα µου έφτιαχναν τα χαρτιά, αλλά δεν ήθελα να συνεχίσω». Από το 1998 έως το 2005 θα εργαστεί στην Κέρκυρα, «αρχικά ως οικοδόµος και στη συνέχεια ως υπάλληλος σε τοπική αλυσίδα σουπερµάρκετ», µας λέει.

Εκείνη τη χρονιά παίρνει την απόφαση µε τη σύζυγό του να ανοίξουν στα Πατήσια, ένα ρουµανικό εστιατόριο, το «Dorna». «Θέλαµε να γνωρίσουν οι Έλληνες τόσο την κουζίνα, παραδοσιακά πιάτα όπως το τοκιτούρα, το σαρµάλε, το µιτιτέι, όσο και τον πολιτισµό της Ρουµανίας. Διοργανώνουµε βραδιές παραδοσιακών ρουµανικών τραγουδιών και χορού. Άλλωστε, Έλληνες και Ρουµάνοι µοιράζονται πολλά κοινά. Στη Ρουµανία, υπήρχαν µεγάλες ελληνικές εµπορικές παροικίες, στο Ιάσιο, την Κωνστάντζα, τη Βραΐλα, το Γκαλάτσι, ενώ χιλιάδες έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες βρήκαν καταφύγιο στη χώρα µετά τον εµφύλιο. Επιπλέον, σχεδόν 200.000 Ρουµάνοι ήρθαν στην Ελλάδα µετά το 1989. Οι περισσότεροι, µετά την κρίση, διασκορπίστηκαν στις δυτικοευρωπαϊκές χώρες». Το 2013, είχε σκεφτεί να εγκατασταθεί µε την οικογένειά του στο Βέλγιο. «Δεν µπορούσα, όµως, να αφήσω την Ελλάδα, είναι η δεύτερη πατρίδα µου», καταλήγει.                     n

 

Τοκιτούρα (Tochitura) (Για 1 άτοµο)

Υλικά

250 γρ. χοιρινή σπάλα

100 γρ. χοιρινό
χωριάτικο λουκάνικο

100 γρ. καλαµποκάλευρο

100 γρ. τυρί πρόβειο

1 αυγό

1 σκελίδα σκόρδο

Ελαιόλαδο

Αλατοπίπερο

Εκτέλεση   

Ψιλοκόβουµε το χοιρινό κρέας και το λουκάνικο και τα ψήνουµε σε µια γάστρα µε λίγο λάδι και νερό για 30', προσθέτοντας σκόρδο και αλατοπίπερο. Παράλληλα, τηγανίζουµε ένα αυγό, ενώ τρίβουµε το τυρί και το αφήνουµε σε ένα µπολάκι. Σε µια µαντεµένια κατσαρόλα βράζουµε αλατισµένο νερό, ρίχνοντας σιγά σιγά το καλαµποκάλευρο, µέχρι να πήξει (περίπου 10 λεπτά). Σερβίρουµε στη µια άκρη του πιάτου το κρέας και το λουκάνικο, στη µέση το τυρί και το αυγό και στην άλλη άκρη τη µαµαλίγκα (το χυλό του βρασµένου καλαµποκάλευρου).