15 Αυγούστου 2015

Προς τη Δύση

«Να νιώσουµε άνθρωποι»
Σύροι πρόσφυγες αφηγούνται τις περιπέτειές τους στο δρόµο για το όνειρο και ελπίζουν µια µέρα η χώρα τους να είναι σαν την Ελλάδα του σήµερα. 
Κείμενο: Λία Παπαδράγκα
 
Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραµµές, ο Ρασίντ, ο Ίσα και ο Καλίντ, φίλοι και οι τρεις από το πανεπιστήµιο, πραγµατοποιούν την πέµπτη προσπάθειά τους να περάσουν παράνοµα τα ελληνικά σύνορα και, στη συνέχεια, µέσω της ΠΓΔΜ, να φτάσουν στην Ευρώπη. Πρόκειται για τρεις από τους χιλιάδες πρόσφυγες που καταφτάνουν αυτό το διάστηµα στη χώρα µας κατά κύµατα, διωγµένοι από τον πόλεµο που µαίνεται, τέσσερα χρόνια τώρα, µε όλο και µεγαλύτερη αγριότητα στη Συρία.
 
Το ταξίδι περιλαµβάνει τρένο ώς τους Ευζώνους, από εκεί µε τα πόδια Γευγελή, µετά Στρούµιτσα και Λογιάν, το τελευταίο χωριό πριν από τη Σερβία. Οι αστυνοµικοί της ΠΓΔΜ αποτελούν τη µεγαλύτερη δοκιµασία: τις περισσότερες φορές εντοπίζουν τους πρόσφυγες και τους στέλνουν πίσω στην Ελλάδα, ενώ δεν λείπουν καταγγελίες για ξυλοδαρµούς, ακόµη και για κλοπές εναντίον των προσφύγων από τους αστυνοµικούς. Στη Σερβία, τα πράγµατα είναι καλύτερα. Μπορεί κανείς πιο εύκολα να διασχίσει τη χώρα, δυσκολεύουν ξανά στην Ουγγαρία, όπου, σύµφωνα µε τα λεγόµενα των ίδιων των προσφύγων, υπάρχει στρατιωτική δύναµη από τη Γερµανία για να εµποδίσει την περαιτέρω «προέλαση» των µεταναστών.
 
Εξάλλου, η Γερµανία είναι ο τελικός προορισµός για τους περισσότερους οικονοµικούς µετανάστες ή πρόσφυγες. Γιατί στη Γερµανία; «Good government, jobs, study». Καλό κράτος, δουλειές και σπουδές, λέει ο Ρασίντ, µε τα βασικά αγγλικά που γνωρίζει. Είναι και οι τρεις τους όµορφα παιδιά, µε χαµόγελο, κέφι και µάτια που λάµπουν όλο ελπίδα, ίσως χάρη στο γεγονός ότι είναι µόνο είκοσι ενός ετών. «Εµείς είµαστε νέοι, έχουµε δύναµη, µπορούµε να κοιµηθούµε έξω και να ζήσουµε µέρες χωρίς φαγητό. Αν µας στείλουν πίσω, θα δοκιµάσουµε ξανά και ξανά να φύγουµε, µέχρι να τα καταφέρουµε. Αλλά τι γίνεται µε τους µεγαλύτερους και τις οικογένειες; Χθες ήταν εδώ µία γυναίκα µε δύο παιδιά. Αυτοί οι άνθρωποι είναι σε πολύ χειρότερη κατάσταση από εµάς». Τους συνάντησα, µε τη βοήθεια της ΜΚΟ PRAKSIS, στο Κέντρο Ηµερήσιας Υποδοχής Αστέγων του Δήµου Θεσσαλονίκης.
 
1.000€ το πέρασµα στη Χίο
 
Με 1.200 ευρώ ο καθένας θα µπορούσαν να πληρώσουν έναν διακινητή για να τους πάει µε µεγαλύτερη σιγουριά στον προορισµό τους. Και πάλι, ωστόσο, δεν υπάρχει καµία εξασφάλιση, ειδικά καθώς το τελευταίο διάστηµα έχουν ενισχυθεί οι έλεγχοι στη γειτονική χώρα. Οι πρόσφυγες, ανυπεράσπιστοι, µπορεί να πληρώσουν το αντίτιµο, αλλά τελικά να εξαπατηθούν από τους διακινητές, Αφγανούς, Ιρακινούς, Μαροκινούς, ακόµη και Σύρους. «Μαφία» είναι το όνοµα που χρησιµοποιούν για τους διακινητές.
 
Ήδη, οι τρεις νεαροί Σύροι πλήρωσαν από 1.000 ευρώ για να περάσουν από την Τουρκία στην Ελλάδα. «Σε βάζουν σε µία φουσκωτή βάρκα και σε ρίχνουν στη θάλασσα. Αν είσαι τυχερός, θα φτάσεις στον προορισµό σου. Στη θάλασσα κινδυνεύσαµε, αλλά µας βοήθησαν οι αστυνοµικοί να φτάσουµε στην ακτή». Από τη Σµύρνη έφτασαν στο λιµάνι της Χίου.
Οι περιπέτειες που έχουν ζήσει και οι ταλαιπωρίες που έχουν υποστεί φτάνουν για να γεµίσουν βιβλίο. Στη βάρκα από τη Σµύρνη γλίτωσαν συµπατριώτες τους που έπεσαν στη θάλασσα. Στην Eιδοµένη, κοιµήθηκαν στα χωράφια δίπλα στα σύνορα, σε µία από τις προσπάθειές τους να περάσουν στην ΠΓΔΜ. Στη Γευγελή πέταξαν τις τσάντες µε όλα τους τα υπάρχοντα στο ποτάµι για να µην κινήσουν υποψίες, ενώ στο Βέλες τους κλέψανε όλα τους τα χρήµατα Αφγανοί. «Κάθε µέρα και κάτι καινούριο, σίγουρα θα έχω πολλά να διηγηθώ στα παιδιά µου κάποια µέρα», λέει ο Ρασίντ. Ζουν µε τη µόνιµη σκέψη πώς θα βρεθεί ένας τρόπος να φτάσουν στον προορισµό τους.
 
Η τηλεοπτική Δύση
 
«Δεν αφήσαµε τη Συρία επειδή αγαπάµε την Ευρώπη, αλλά επειδή δεν θέλαµε να πάρουµε µέρος σε αυτόν τον πόλεµο και να σκοτώσουµε κάποιον. Θέλουµε να ολοκληρώσουµε τις σπουδές µας, να ζήσουµε µε ειρήνη, χωρίς προβλήµατα, χωρίς Ισλαµικό Κράτος (ISIS), χωρίς Μπασάρ Αλ Άσαντ», λέει ο Ρασίντ, ο οποίος σπούδαζε πολιτικός µηχανικός στην πόλη Χοµς.
Ο Ρασίντ είναι πολύ θυµωµένος µε τον πρόεδρο της Συρίας Μπασάρ Αλ Άσαντ, και ένας λόγος, όπως λέει, είναι επειδή επιχειρούσε συστηµατικά να περιορίσει το δικαίωµα των ανθρώπων στη µόρφωση. «Θα έπρεπε να γνωρίζω καλά αγγλικά τώρα, αλλά θεωρούνταν προδοσία της χώρας να ενδιαφέρεσαι να µάθεις για άλλες χώρες, την Αµερική, την Αγγλία, και να µιλήσεις τη γλώσσα τους», εξηγεί. Έµαθε τα αγγλικά που γνωρίζει χάρη στον πατέρα του, που είναι γιατρός. Στη συζήτηση µπαίνει και ο Ίσα: «Επί χρόνια στο σχολείο, στο µάθηµα των αγγλικών µαθαίναµε το A, B, C, εγώ είµαι, εσύ είσαι, αυτός είναι. Μια φόρα ρώτησα το δάσκαλό µου γιατί δεν µας µαθαίνουν περισσότερα. Η απάντησή του ήταν πως δεν του επιτρεπόταν».
Ο αποκλεισµός από τη µάθηση, η απαγόρευση να εκφράσεις τις απόψεις σου, οι διακρίσεις σε σχέση µε τους ανθρώπους που συνδέονταν µε το καθεστώς και η συγκέντρωση όλου του πλούτου στα χέρια των εκλεκτών ήταν οι λόγοι που οδήγησαν τους ανθρώπους να εξεγερθούν. «Βλέπαµε στην τηλεόραση τι συµβαίνει στη Δύση, στην Ευρώπη και την Αµερική, τα µεγάλα κτίρια, τους δρόµους, αλλά και την ελευθερία που έχουν οι άνθρωποι και ονειρευόµασταν και εµείς να τα αποκτήσουµε. Στη Συρία, µας αντιµετώπιζαν σαν ζώα και θέλαµε να νιώσουµε άνθρωποι», λέει ο Καλίντ.
Με υπερηφάνεια, ο Ρασίντ εξηγεί ότι η επανάσταση ξεκίνησε από την πόλη Ντάραα, στο Νότο, από την οποία προέρχεται και ο ίδιος. Τέσσερα χρόνια µετά τις πρώτες ειρηνικές διαδηλώσεις κατά του καθεστώτος, η Συρία έχει παραδοθεί στις φλόγες του πολέµου, µε διάφορες οµάδες ή οργανώσεις µαχητών να πολεµούν όχι όλες µαζί κατά του προέδρου Άσαντ, αλλά η µία µε την άλλη, µε τους αµάχους να βρίσκονται στη µέση. Αν δεν ανήκεις σε µία οργάνωση, είσαι ύποπτος για όλες τις υπόλοιπες. «Κάθε 2-3 χιλιόµετρα υπάρχουν σηµεία ελέγχου», εξηγεί ο νεαρός Σύρος. «Στην πόλη µου φυλακίστηκα από το θείο µου, που είναι στρατηγός του Μπασάρ Αλ Άσαντ. Στην Έντλιµπ ήθελαν να µε φυλακίσουν οι φανατικοί ισλαµιστές της Τζαµπάτ Αλ Νούσρα επειδή είδαν ότι ο θείος µου είναι ένας από τους στρατηγούς του Άσαντ. Στα σύνορα µε την Τουρκία µε ανέκριναν οι Κούρδοι. Βγαίνοντας από τη χώρα, έφτυσα πίσω µου και είπα ότι δεν θέλω να ξαναγυρίσω. Τι να κάνω σε µια τέτοια χώρα;»
Ο Ρασίντ έχει χάσει τρία µέλη της οικογένειάς του. Έχει κρατήσει στο κινητό τη φωτογραφία του θείου του σκοτωµένου και µου τη δείχνει. Ο αδερφός του, ο οποίος ήταν δηµοσιογράφος, βρίσκεται στη φυλακή επειδή αρθρογραφούσε κατά του καθεστώτος. «Οι γονείς µου έµειναν πίσω. Δεν βγαίνουν σχεδόν ποτέ από το σπίτι, γιατί κάθε βήµα έξω είναι επικίνδυνο», λέει.
Και οι τρεις τους είναι επίσης πολύ θυµωµένοι µε τους ακραίους ισλαµιστές. «Λένε ότι δρουν στο όνοµα του Αλλάχ και του Κορανίου, αλλά στην πραγµατικότητα είναι ψεύτες και πολύ κακοί άνθρωποι. Ο Προφήτης δεν είπε ποτέ να σκοτώνουµε ο ένας τον άλλο, αλλά να ζούµε µε ειρήνη». Ο Ίσα φυλακίστηκε δυο φορές από το Ισλαµικό Κράτος επειδή σπούδαζε στη νοµική και οι φανατικοί ισλαµιστές δεν αναγνωρίζουν άλλο νόµο από αυτόν του Κορανίου. Στη συνέχεια, όταν πήγε για δουλειά στον Λίβανο, τον συνέλαβε η Χεζµπολάχ – που είναι υπέρ του προέδρου Άσαντ. Από εκεί έφυγε µε µερικά δόντια λιγότερα.
Οι τρεις φίλοι υποστηρίζουν τον Ελεύθερο Συριακό Στρατό (Free Syrian Army), την οργάνωση που δηµιουργήθηκε το 2011 από αξιωµατικούς του επίσηµου συριακού στρατού οι οποίοι διαφωνούσαν µε τις επιθέσεις κατά των αµάχων που διέταξε ο Άσαντ για να καταστείλει τις διαδηλώσεις.
«Στην αρχή της κρίσης, ο κόσµος έβγαινε στις πλατείες και διαδήλωνε ειρηνικά. Ο Μπασάρ Αλ Άσαντ έστειλε στρατό και σκότωσε πολύ κόσµο για να καταστείλει τις αντιδράσεις. Από εκεί και πέρα, τα είδαµε όλα: δακρυγόνα, ελικόπτερα, καλάσνικοφ. Είδαµε το θάνατο µε τα ίδια µας τα µάτια», λέει ο Ρασίντ.
«Τώρα που βλέπεις όλη αυτή την καταστροφή, δεν θα προτιµούσες να µην είχε συµβεί τίποτα από όλα αυτά; Να µην είχε αντιδράσει ο κόσµος;» ρωτάω. Δεν χρειάστηκε να το σκεφτεί καθόλου: «Όχι! Έπρεπε να γίνει κάτι για να φύγει ο Μπασάρ Αλ Άσαντ και να µπορέσουµε να ξαναχτίσουµε τη χώρα από την αρχή. Αυτή τη στιγµή υπάρχουν Σύροι σε όλον τον κόσµο. Όταν ζήσουν για µερικά χρόνια στη Γερµανία, τη Δανία, την Αµερική, σπουδάσουν και δουν πώς είναι η ζωή, θα µπορέσουν να γυρίσουν πίσω µε πιο ανοιχτά µυαλά και να φτιάξουν µια καινούρια χώρα. Όπως είναι η Ελλάδα. Μακάρι να είχαµε όλα αυτά που έχετε. Ειρήνη, ησυχία, ασφάλεια, αυτό ονειρευόµαστε».
«Μη µας φοβάστε»
 
Όσο βρίσκονται στη Θεσσαλονίκη, µένουν σε φτηνά ξενοδοχεία ή, όταν τελειώνουν τα λεφτά τους, και περιµένοντας άλλα από την οικογένειά τους, κοιµούνται έξω, όπου βρουν. «Σήµερα δεν έχουµε λεφτά, δεν ξέρουµε πού θα µείνουµε. Στις εφτά θα πάµε στην εκκλησία για φαγητό», λέει ο Ρασίντ.
Ο Καλίντ κάνει πολλές προσπάθειες να µου µιλήσει αναζητώντας την κατάλληλη µετάφραση στο κινητό του. Τελικά, µε τη βοήθεια του φίλου του, µου λέει πως του αρέσει πολύ η Ελλάδα, γιατί έχει πολύ όµορφες πόλεις και ανθρώπους µε καθαρή καρδιά. «Κάποιοι µας κοιτάζουν µε καχυποψία, φοβούνται µήπως είµαστε κλέφτες ή αλήτες. Θα ήθελα να πω στους ανθρώπους της Θεσσαλονίκης πως είµαι καλός άνθρωπος, και αν κοιµάµαι στους δρόµους είναι επειδή δεν έχω πού αλλού να πάω. Επίσης, να µας βοηθήσει η κυβέρνηση να φύγουµε, γιατί υποφέρουµε εδώ».