Nov. 27, 2013

Συναντήσεις της Μαρίας Μανωλέλη

Ο Παναγιώτης Παπαδόπουλος, 82 χρόνων, έχει ένα τσαγκάρικο στην περιοχή των Εξαρχείων εδώ και 45 χρόνια. Ο ανιψιός του Ιώβ Αλεξόπουλος, 33 χρόνων, είναι αυτός που παίρνει την επαγγελματική σκυτάλη.
 
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ:  Ο Ιώβ, ο ανιψιός μου, είναι ένα από τα επτά παιδιά της αδελφής μου. Ο Ιώβ ερχόταν από μικρός στο τσαγκάρικο. Την εποχή εκείνη δεν ξέραμε ότι θα τα φέρει έτσι η ζωή και πως μεγαλώνοντας θα μάθει και να επιδιορθώνει και να φτιάχνει ορθοπεδικά παπούτσια, που είναι η εξειδίκευσή μας. Ελάχιστοι στην Ελλάδα ξέρουν να φτιάχνουν ορθοπεδικά, μετρημένοι στα δάχτυλα. Από νέους στην ηλικία του Ιώβ ίσως και κανείς. Τις επιδιορθώσεις μπορεί να τις μάθει κάποιος, αλλά η κατασκευή ορθοπεδικών κατά παραγγελία είναι μια γνώση που δεν έπρεπε να χαθεί. Καθώς πλησίαζα στη σύνταξη, τους έλεγα πάντα να έρχονται να τους δείξω τη δουλειά. Ο Ιώβ τότε δεν είχε πάει ακόμα στρατό. Το σκέφτηκε, μάλλον, και μου υποσχέθηκε πως μετά το στρατό θα έρθει στο μαγαζί να μάθει. Το έκανε, πράγματι, αν και τότε δεν δούλευε ως τσαγκάρης. Αυτό έγινε πιο μετά. Είχε την υπομονή και την επιμέλεια να μάθει μια δουλειά που σε σχέση με παλαιότερα μειώνεται, μιας και οι άνθρωποι, πλέον, πετάνε εύκολα και δεν επιδιορθώνουν ό,τι χαλάει.
 
 Τον καιρό που ερχόταν για να μάθει, δούλευε σε μία εταιρεία χωρίς να ξέρει αν θα πιάσει ποτέ την τέχνη του τσαγκάρη ή όχι. Τελικά, η ζωή τα έφερε έτσι, που η εταιρεία άρχισε τις απολύσεις, οι υπάλληλοι έφευγαν ο ένας μετά τον άλλον, λόγω των οικονομικών καταστάσεων. Ο Ιώβ, από εκεί που ερχόταν στο μαγαζί κάποιες ώρες μόνο, κατάλαβε πως τα πράγματα θα είναι αλλιώς αν το μαγαζί περάσει στα χέρια του και παραιτήθηκε από την πρωινή του δουλειά. Με χαροποιεί πολύ που συνεχίζει τη δουλειά μου και που το μαγαζί λειτουργεί. Η γειτονιά ακόμα εξυπηρετείται εδώ, στο ίδιο μέρος όπως παλιά, από τον ανιψιό μου. Από την τέχνη μας μπορεί να ζει την οικογένεια του και αυτό είναι σπουδαίο. Στο μαγαζί εξυπηρετούσαμε πελάτες από όλη την Αθήνα που έφτιαχναν ορθοπεδικά κατά παραγγελία. Ο ανιψιός μου  τώρα θα είναι εδώ για αυτούς.
 
ΙΩΒ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ: To τσαγκάρικο του κυρ-Παναγιώτη λειτουργεί στην Καλλιδρομίου εδώ και σαράντα πέντε χρόνια. Ίσως να είναι ένα από τα παλαιότερα μαγαζιά των Εξαρχείων. Ο θείος μου ο Παναγιώτης έγινε τσαγκάρης στη Δράμα. H οικογένειά του ήρθε από τη Ρωσία, ήταν πρόσφυγες χωρίς να έχουν κανένα προσφυγικό σπίτι. Έμεναν σε ένα πρόχειρο κατάλυμα, μέχρι που ένα φίδι μπήκε μέσα στο δωμάτιο και ήπιε το γάλα του μωρού. Η μητέρα του θείου Παναγιώτη, η γιαγιά μου δηλαδή, πήρε το μωρό αγκαλιά και βγήκε έξω στο δρόμο κλαίγοντας αναστατωμένη. Αυτό το περιστατικό στάθηκε αφορμή για να τους βοηθήσει η τοπική κοινωνία και να καταφέρουν να έχουν μια καλύτερη καθημερινότητα. Ο θείος ήταν παιδί όταν πήγε σε έναν τσαγκάρη να του επιδιορθώσει τα παπούτσια του, που είχαν τρυπήσει. Τα παπούτσια δεν ήταν καν δικά του, του τα είχαν δώσει και του τρύπησαν. Μπαίνει, λοιπόν, στο τσαγκαράδικο κρατώντας στο χέρι τα παπούτσια. Ο τσαγκάρης εκείνος, βλέποντας ένα ξυπόλητο μικρό παιδί μέσα στο μαγαζί του, ενοχλήθηκε και τον έδιωξε! Το περιστατικό τον έκανε να θέλει να μάθει την τέχνη του τσαγκάρη και να μην αρνηθεί σε κανέναν άνθρωπο που θα έχει ανάγκη τις υπηρεσίες του. Το είπε και το έκανε πραγματικότητα. Όποιος άνθρωπος είχε ανάγκη βρήκε την πόρτα ανοιχτή.
 
Το  τσαγκάρικο εδώ στα Εξάρχεια άνοιξε το 1968 από το θείο μου, ο οποίος δεν έχει παιδιά. Εμείς στην οικογένεια μου είμαστε επτά αδέρφια. Μας έλεγε συχνά να μας μάθει τη δουλειά πριν πάρει σύνταξη και χαθεί το μαγαζί και η τέχνη του, κι έτσι κάθισα κοντά του και έμαθα, χωρίς, όμως, ακόμα να δουλεύω εδώ. Δούλευα σε μια εταιρεία, άλλαξαν, όμως, οι συνθήκες λόγω κρίσης. Έχοντας μάθει τη δουλειά του τσαγκάρη, έκανα πράξη το «μάθε τέχνη κι άσε την κι αν πεινάσεις πιάσε την».
 
Ο θείος, εκτός από επιδιορθώσεις, κατασκεύαζε ορθοπεδικά παπούτσια, κάτι που ελάχιστοι μπορούσαν να κάνουν εδώ στην Ελλάδα. Έχοντας αυτή την εξειδίκευση, δούλευε με πελατεία από κάθε περιοχή της Αθήνας. Παράλληλα, ήταν ένας άνθρωπος με άπειρες δραστηριότητες. Πριν έρθει στην Αθήνα, σε κάποια περίοδο της νεανικής του ηλικίας, έπαιζε ποδόσφαιρο στη Δόξα Δράμας. Φεύγοντας από τη Δράμα και ερχόμενος στην Αθήνα, άφησε το ποδόσφαιρο ως παίκτης, αλλά η αγάπη του για αυτό σε συνδυασμό με την αγάπη του για τα παιδιά δεν έμειναν έτσι. Ίδρυσαν, λοιπόν, μια ποδοσφαιρική ομάδα με τα παιδιά του κατηχητικού και πήγαιναν στο Λυκαβηττό για παιχνίδι και προπόνηση. Ο θείος μου στάθηκε σαν πατέρας, τελικά, σε πολλούς νέους ανθρώπους. Δούλευε όλη μέρα στο τσαγκάρικο, προπονούσε την ομάδα και πήγαινε και με τα πόδια και κουβαλούσε από του Ψυρρή όλα τα υλικά που χρειαζόταν για το μαγαζί. Χωρίς μεταφορικό μέσο τα έκανε όλα. Τον χαρακτηρίζει η εργατικότητα και η αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Ακόμη και τώρα που έχει φτάσει 82 ετών, όταν έρχεται στο μαγαζί πιάνει αμέσως τα εργαλεία και δουλεύει. Έτσι έχει μάθει από μικρός, έτσι κάνει ακόμα.
 
Το κοινωνικό του έργο εδώ στη γειτονιά είναι γνωστό και όλοι τον εκτιμούν. Δεν είναι τυχαίο που τον αγαπάνε και μιλάνε με τα καλύτερα λόγια όλοι οι γείτονες. Μπορεί να μην έχει δικά του παιδιά, αλλά επειδή ήταν κατηχητής στον Άγιο Νικόλαο είχε πάντα παιδιά τριγύρω του που τον αγαπούσαν και τον σέβονταν. Όταν κατέβαινε τη Ζωοδόχου Πηγής για να έρθει στο μαγαζί  ή για να τους πάει προπόνηση, τον περίμενε όλη η ομάδα έξω από το μαγαζί και έτρεχαν να τον προϋπαντήσουν. Μου άρεσε πολύ που ο θείος μου ήταν τόσο αγαπητός, τον σεβόμουν κι εγώ και μπροστά του είχα μια αυτοσυγκράτηση που με βοηθούσε σαν άνθρωπο. Μιλούσα πιο προσεκτικά, δεν έβριζα και πρόσεχα, γενικά, τη συμπεριφορά μου. Αυτό μου άρεσε πολύ. Ο σεβασμός που του είχα μου έβγαζε έναν καλύτερο εαυτό. Σε λίγους μήνες, περιμένω το πέμπτο μου παιδί, το οποίο θέλουμε να έχει το όνομα του. Ο άνθρωπος αυτός είναι για εμένα ένα ηθικό πρότυπο και, εκτός από την τέχνη του, μου έχει δώσει πολλά μαθήματα ζωής.

Issue Articles