31 Ιουλίου 2013

Πατριδογευσία, του Νίκου Φρούσου

Στην εποχή των κυκλώνων
 
Από τις Φιλιππίνες στην Ελλάδα είναι μακρύς ο δρόμος. Ακόμα πιο μακρύς, όμως, είναι ο δρόμος της επιστροφής.
 
Τον αγαπούσε πολύ τον «κύριο» η Μέριλιν. Είκοσι τέσσερα χρόνια ήταν στη «δούλεψή» του, στο σπίτι, αλλά και στο σκάφος θαλάσσης. Όμως, η αλήθεια είναι ότι και ο «κύριος» αγαπούσε τη Μέριλιν. Τη βοήθησε να ορθοποδήσει στην Ελλάδα, τη βοήθησε –την ίδια και την οικογένειά της– να επισκευάσουν και να φτιάξουν το σπίτι πίσω στην πρώτη πατρίδα. Ήταν πανταχού παρών για την ίδια, αλλά και για όλη την οικογένεια –αυτή που ζει ή ζούσε στην Ελλάδα, αλλά και για εκείνη που ζούσε πίσω στις Φιλιππίνες.
 
Η Μέριλιν Αγκραμόν κατάγεται από τις Φιλιππίνες. Το πατρικό της είναι στη Μπατάνγκας, μια επαρχία στα βόρεια της νησιωτικής χώρας, κάπου 92 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα Μανίλα – σκάρτα μια ώρα δρόμος.
 
Την αγαπούσε πολύ την Μέριλιν ο «κύριος», τη βοήθησε τα μέγιστα, αλλά για κάποιον πραγματικά ανεξήγητο λόγο δεν της κολλούσε ένσημα! Και μοιάζει πραγματικά ανεξήγητο γιατί, από την περιγραφή της συνομιλήτριάς μας, ήταν πραγματικά γαλαντόμος με όλη την οικογένεια.
 
Δεν της τα κολλούσε τα ένσημα όμως, και, βάσει της ελληνικής νομοθεσίας, η Μέριλιν –μετά από 24 χρόνια ζωής στην Ελλάδα– είναι αναγκασμένη να επιστρέψει στη Μπατάνγκας.
 
Εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, την ώρα που διαβάζετε αυτές τις γραμμές, θα είναι ήδη εκεί. Την κουβέντα την κάναμε μέσα Ιουνίου και ετοίμαζε ήδη τα πράγματά της. Αρχές του Ιούλη επρόκειτο να φύγει από την Ελλάδα, αφήνοντας πίσω της σύζυγο και παιδί. 
 
«Μέχρι να δούμε τι θα κάνουμε…»
 
Η 7χρονη κορούλα της, Λίαν Κέιτ, έχει γεννηθεί στην Ελλάδα, ενώ ο σύζυγος Αντόνιο, αν και έχει λιγότερα χρόνια στην Ελλάδα, έχει καταφέρει να βγάλει την πολυπόθητη άδεια παραμονής. Βλέπετε, ο εργοδότης του Αντόνιο τού κολλούσε τα ένσημα.
 
« Και τι θα κάνεις εκεί που θα πας;» δεν μπορούσαμε να μην τη ρωτήσουμε.
 
¬¬« Δεν ξέρω… Αν μείνω εδώ, θα είμαι παράνομη. Και αν με πιάσουν, τι θα γίνει το παιδί;» είναι η απορία της μάνας που ξαφνικά βρέθηκε παράνομη σε έναν τόπο που έχει κάνει πατρίδα της. Άλλωστε, πιο πολλά χρόνια έχει ζήσει στην Ελλάδα παρά στις Φιλιππίνες.
 
Έχει σπουδάσει δασκάλα, αλλά δεν θα μπορούσε –όπως λέει– να ασκήσει ποτέ το επάγγελμα. «Δεν έχω την υπομονή που απαιτείται…» λέει. 
 
«Το βιος όλων των κατοίκων της Μπατάνγκας εξαρτάται από τη γη και το νερό. Φυτείες καφέ και ψάρεμα. Οι τσιπούρες είναι τα πάντα…»
 
«Βγαίνουν τα προς το ζην, αρκεί να μην περάσει κανένας κυκλώνας και τα σαρώσει όλα. Αν και η περίοδος των κυκλώνων είναι από το Μάη μέχρι το Νοέμβρη, ειδικά για φέτος, έχει ανακηρυχθεί όλη η χρονιά “έτος κυκλώνων”» συνεχίζει.
 
«Και τι θα σου λείψει από την Ελλάδα;»
 
«Τα πάντα. Οι άνθρωποι, το μέρος, η ζωή μου, η Καθολική Εκκλησία που πηγαίνω κάθε Κυριακή. Ξέρετε, εμείς οι Καθολικοί πιστεύουμε πολύ στο Θεό…»
 
Όσο για το φαγητό που μας ετοίμασε, είναι ένα από τα αγαπημένα πιάτα στις Φιλιππίνες. Και εύκολο!
 
«Κάποια μέρα, με κάποιον τρόπο θα γυρίσω. Δεν υπάρχει περίπτωση…» είπε καθώς μας αποχαιρετούσε.
 
Η Μέριλιν επέστρεψε στις Φιλιππίνες στην καρδιά της εποχής των κυκλώνων.
 
Υλικά
1 κουταλάκι γλυκού ξίδι
1 κοτόπουλο ολόκληρο
1 κρεμμύδι
3 σκελίδες σκόρδο
½ κούπα σος σόγιας
2 πατάτες
1 κόκκινη πιπεριά
Λάδι
 
Εκτέλεση
Κόβουμε το κοτόπουλο σε κομμάτια (18 τον αριθμό). Κόβουμε το κρεμμύδι, τις πατάτες και την πιπεριά. Τσιγαρίζουμε το κρεμμύδι μαζί με το σκόρδο. Στη συνέχεια τσιγαρίζουμε μαζί και το κοτόπουλο για 20’. Μετά προσθέτουμε το νεράκι και αφήνουμε να σιγοβράσει για άλλα 20’. Προσθέτουμε τη σος σόγιας, το αλάτι, το πιπέρι και το ξίδι. Δέκα λεπτά πριν βράσει το κοτόπουλο, θα προσθέσουμε και τα τελευταία μας υλικά: τις πατάτες και την πιπεριά. Σε λίγο, το Chicken Adobo θα είναι έτοιμο  να σερβιριστεί στο οικογενειακό τραπέζι.
 

ΑΡΘΡΑ ΤΕΥΧΟΥΣ

ΓΙΝΕ ΠΩΛΗΤΗΣ

Από τη στιγμή που θα γίνεις πωλητής, θα σου δοθούν δωρεάν δέκα (10) αντίτυπα. Είναι το αρχικό σου  κεφάλαιο. Όταν πουλήσεις αυτά τα δέκα αντίτυπα, μπορείς να χρησιμοποιήσεις το αρχικό κεφάλαιο για  την αγορά άλλων στο 50% της ονομαστικής τους αξίας. Δηλαδή, αγοράζεις το περιοδικό 1,50 ευρώ και  το πουλάς 3,00 ευρώ, κρατώντας τη διαφορά ως έσοδό σου.

ΜΑΘΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ