April 30, 2014

«Λίγα λεφτά, αλλά τίµια» του Κώστα Πέτρου

Φωτογραφίες: Γιάννης Ζινδριλής
 
Υψηλές σπουδές στη μουσική, και όχι μόνο, οικογένειες, μετανάστευση, αγωνίες, εντιμότητα. Η «σχεδία» συναντήθηκε με κάποιους από τους πλανόδιους μουσικούς της πόλης. 
 
Συμβαίνει αμέτρητες φορές, εκεί που τριγυρνάμε ασκόπως στους δρόμους της πόλης οι κουβέντες και οι σκέψεις να διακόπτονται από τις νότες ενός μουσικού οργάνου. Είναι οι ανύποπτες εκείνες στιγμές που θα συναντηθούμε με τους πλανόδιους μουσικούς, τους μουσικούς του δρόμου, που, ξετυλίγοντας τις τεχνικές τους πάνω σε χορδές και σε πλήκτρα, με δοξάρια και με μπαγκέτες, προσπαθούν να δώσουν ρυθμό στη θλιμμένη πόλη, να τραβήξουν το ενδιαφέρον του αδιάφορου περαστικού και, ίσως, και κάποια κέρματα που, στο τέλος της ημέρας, θα καλύψουν τις πιο βασικές ανάγκες. Άλλοτε πάλι, οι φωνές στην ταβέρνα θα σκεπαστούν από την αποφασιστική έφοδο ρουτίνας μιας μουσικής κομπανίας. Άνθρωποι διαφορετικοί. συνήθως, που, κάτω από ξένους ουρανούς, το παλεύουν, με βασικό εφόδιο την αγάπη τους για τη μουσική. Και τη ζωή. Πάντα, μας κινούν την περιέργεια. Από πού να έρχονται άραγε; Τι όνειρα έκαναν και κάνουν; Πόσα βγάζουν την ημέρα; Αν θα μπορούσαμε να «αφιερώσουμε» κάπου αυτό το ρεπορτάζ, δίκην μεταμεσονύκτιας ραδιοφωνικής εκπομπής, θα το αφιερώναμε στους μουσικούς που ήρθαν από τα βασίλεια του σοσιαλιστικού ονείρου σε έναν καπιταλισμό που όχι μόνο δεν αργοπεθαίνει όπως μάθαιναν, αλλά είναι πιο αδίστακτος από ποτέ.
 
 
Από το… «Ροζ Φίδι»
 
«Ήρθα εδώ για την οικογένειά μου. Τα πράγματα είναι δύσκολα στην Ρουμανία. Εδώ, οι άνθρωποι είναι ζεστοί και η αστυνομία δεν μου δημιουργεί πρόβλημα. Εκτιμούν τη μουσική μου. Ήταν επιλογή μου να παίζω στο δρόμο. Τα λεφτά δεν είναι πολλά, αλλά είναι τίμια». 
 
Ο Φάνης μεγάλωσε σε μια γειτονιά του Βουκουρεστίου. Εκεί έκανε τα πρώτα του βήματα ως μουσικός, παίζοντας σαντούρι στο εστιατόριο «Ροζ Φίδι». 
 
Στην Ελλάδα ήρθε το 2002. Έπαιζε, στην αρχή, σε μαγαζί στην Καλαμάτα. Την άνοιξη θα τον συναντήσεις στο δρόμο της Ακρόπολης και το καλοκαίρι σε κάποιο ελληνικό νησί, πριν ξαναγυρίσει στη Ρουμανία. Συχνά, τον συνοδεύει ο φίλος του ο Γιώργος με βιολί, ενώ ο αδερφός του παίζει κοντραμπάσο μαζί με άλλους στον Πειραιά. 
 
Πώς ήταν παλιά; Θα ξαναγύρναγες αν είχε σοσιαλισμό;
 
«Ποτέ. Είχαν όλοι δουλειά, κάτι στο τραπέζι, αλλά ηλεκτρισμός, φυσικό αέριο, φαγητό είχαν όλα ένα όριο. Όταν έπεσε, ο κόσμος έκλαιγε από χαρά που ξεφορτωθήκαμε τον δικτάτορα (Τσαουσέσκου). Όλοι ήλπιζαν σε ένα καλύτερο μέλλον». Οι κουβέντες του Φάνη ήταν όλες κοφτές. Μιλούσε σπαστά ελληνικά, καθώς προσπαθούσε να μην πει πολλές κουβέντες για τη ζωή του, τότε και σήμερα. Είναι από τους ανθρώπους, που στη χειραψία, θα σου σφίξει σφιχτά το χέρι.
 
«Δεν κοιμόμουν»
 
Ψάχνοντας για αρκετό καιρό -σε λάθος μέρη, είναι η αλήθεια- μια δημοφιλή γυναικεία φυσιογνωμία για την περιοχή των Εξαρχείων και των Πετραλώνων, κατέληξα στην οδό Αμερικής. Η κλασική μουσική που έπαιζε η Λίλιαν και ο Θοδωρής εκείνο το απόγευμα, σε μαγνήτιζε. Συστηθήκαμε. Ήταν από δύο κοντινά χωριά στα βόρεια της Μολδαβίας, γνωρίστηκαν στη συμφωνική παραδοσιακή ορχήστρα του Κέντρου Πολιτισμού της πόλης τους, που τότε διηύθυνε ο Θοδωρής. 
 
 «Όταν “ολοκληρώθηκε” η περεστρόικα του Γκορμπατσόφ, τη νύχτα δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Δεν ήξερα πώς θα ταΐσω τα παιδιά μου αύριο. Η μετανάστευση ήταν μονόδρομος. Εδώ, ξεκινήσαμε φροντίζοντας ηλικιωμένους. Κάποια μέρα, συνάντησα μια συμμαθήτρια μου από την Μολδαβία, μας φώναξαν στη μπάντα τους και, κάπως έτσι, αρχίσαμε.
 
Πόσο εύκολη υπόθεση, όμως, μπορεί να είναι η μουσική στο δρόμο;
 
«Μπορεί να γίνει πολύ δύσκολο. Είμαι καθηγήτρια μουσικής και κάνω ιδιαίτερα μαθήματα σε παιδιά. Ο Έλληνας αγαπάει πολύ την μουσική, δεν μας αντιμετωπίζει υποτιμητικά, και αυτό μας κρατάει 12 χρόνια έξω στο δρόμο. Τα λεφτά νομίζω είναι το βασικό, αλλά μας αρέσει πολύ κιόλας. Δεν μπορώ χωρίς μουσική. Με γιατρεύει αυτό το πράγμα…»
 
«Όταν ήμασταν 15 ενωμένες δημοκρατίες, είχαμε δύναμη (σ.σ. ως Σοβιετική Ένωση). Στην πρωτεύουσα υπήρχε ένα εργοστάσιο για τρακτέρ, παίρναμε ρόδες από το Τουρκμενιστάν. Όταν διαλύθηκε η Σοβιετική Ένωση, ήταν σαν να μας κόπηκαν τα χέρια. Μέχρι τότε, δεν πεινούσαμε, είχαμε τις δουλειές μας και τους μισθούς μας. Εκείνη την εποχή, η Μολδαβία είχε πέντε εκατομμύρια πληθυσμό. Σήμερα, έχει μείνει 1,5 εκατομμύριο και οι υπόλοιποι “μοιράστηκαν” σε όλα τα σημεία του πλανήτη. Ιταλία, Πορτογαλία, Γερμανία, Αυστραλία… Ο καθένας πήρε το δρόμο του».
 
 
Η Λουντμίλα των Εξαρχείων
 
Δεν πέρασαν λίγες μέρες και, τελικά, κατάφερα να βρω τον άνθρωπό μου, σε μια ταβέρνα στα Εξάρχεια. Η Λουντμίλα Τσιρνόβα ήρθε στην Ελλάδα πριν από 22 χρόνια, μεγαλωμένη στην πόλη Σβο της Ουκρανίας. Είναι από τις πιο γνωστές φυσιογνωσμίες της περιοχής. Με ένα παλιό μικρό μαύρο μηχανάκι και το δοξάρι της στον ώμο, τριγυρνάει στις γειτονιές, 
 
 «Στην αρχή,  δεν ήξερα καν ελληνικά. Κολλούσα σε περαστικούς και έλεγα, με τα λίγα αγγλικά που γνώριζα, «I want job» («θέλω δουλειά»). 
 
Μια φορά, είδα στο τρένο αλβανούς μουσικούς, και άρχισα να τους ακολουθώ σε κάθε βαγόνι. Κάποια στιγμή, στράφηκαν προς το μέρος μου. «Τι κάνετε;» με ρώτησαν. Τους εξήγησα ότι είμαι από την Ουκρανία και πως παίζω βιολί. Μου φέρανε βιολί και έπαιξα για να με πιστέψουν. Έτσι ξεκίνησα.
Δεν παίζω στο δρόμο, αλλά μόνο στις ταβέρνες. Σπούδασα ελληνικά, μπήκα στο μητρώο διερμηνέων και τώρα δουλεύω στα δικαστήρια».
 
Πες μου μια ιστορία που θυμάσαι όλο αυτό τον καιρό. 
 
«Ήμουν κάποτε στο ακροατήριο στα δικαστήρια. Δύο κοπέλες με πλησίασαν ξαφνικά. “Σας βλέπουμε συχνά στις ταβέρνες που συχνάζουμε. Μας επιτρέπεται να σας φιλήσουμε;”. Ήμουν έκπληκτη».
 
Στις ταβέρνες που παίζω, ο κόσμος με υποδέχεται ζεστά, μου πιάνει το χέρι, με χαιρετάει. Αυτό σημαίνει αγάπη. Ότι προσφέρω και ότι, πραγματικά, με αποδέχονται».
 
Τι αναμνήσεις κουβαλάς από την Ουκρανία;
 
«Πηγαίναμε εκκλησία και οι δάσκαλοι μας περίμεναν μέσα στη νύχτα. Κατέγραφαν τα ονόματά μας και μας μείωναν τη διαγωγή! Αν ήσουν αριστούχος μαθητής, δεν δικαιούσουν το χρυσό μετάλλιο ή το κόκκινο δίπλωμα, επειδή πήγαινες εκκλησία. Αν ήσουν εργαζόμενος, την επομένη ο διευθυντής σού μιλούσε για να σε μεταπείσει.. Αν διαφωνούσες, σου έλεγαν ότι είσαι εχθρός του λαού. 
 
Ωστόσο, με βροχή και με χιόνι, όλος ο λαός ήταν μαζί, ήμασταν ενωμένοι. Ήταν καλύτερα. Τώρα, είσαι μόνος σου. Τι να τον κάνω τον “δημοκράτη”; Αν αρρωστήσω τώρα, θα μου πάρουν και το πετσί»!
 
Για τις εξελίξεις στην Κριμαία είναι κατηγορηματική. 
 
«Έχω οικογένεια στη Ρωσία. Ποτέ δεν υπήρχε κόντρα μεταξύ Τατάρων, Ρώσων και Ουκρανών, ό,τι γλώσσα και να μίλαγαν. Ψέματα λένε και η ρωσική και η ουκρανική τηλεόραση»! 
 
Τι ήταν αυτό που σε βοήθησε και σε βοηθάει όλα αυτά τα χρόνια, τη ρωτήσαμε, λίγο πριν την αποχαιρετήσουμε. 
 
«Οι σπουδές μου. Κάθε παιδί που γεννιέται είναι άσπρο χαρτί. Η Ουκρανία με σπούδασε, η Σοβιετική Ένωση με σπούδασε. Οι σπουδές ήταν καλές. Αυτά ήταν τα κλειδιά για να λύσω όλα τα προβλήματά μου».
 
 
Στο Half Note!
 
Ο Ότι παίζει κιθάρα και ο Φίλο κρουστά. Είναι Ελλάδα 12 χρόνια. Τους συναντάς συχνά δίπλα από τον ναό των Αέρηδων. Ο Φίλο σπούδασε ψυχολόγος στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Εκεί εργάζονταν και οι δύο στο αντίστοιχο ΙΚΑ. Παράλληλα, ήταν και μουσικοί. Μετά από περιοδεία τους στην Αφρική, υπογράψανε συμβόλαιο για Βέλγιο και Ελλάδα. «Παίζαμε μουσική στο γνωστό αθηναϊκό μαγαζί Half Note,  αλλά μετά δεν είχε δουλειά. Δεν μπορώ να ζητάω λεφτά σαν ζητιάνος. Παίζω στο δρόμο, τουλάχιστον να μπορώ να πάρω ψωμί και να πληρώσω το νοίκι».
 
Πώς σας αντιμετωπίζει ο κόσμος; 
 
«Ο κόσμος εδώ μας ξέρει και μας δείχνει την αγάπη του. Αλλά τα λεφτά είναι λίγα, είναι μέρες που δεν έχουμε ούτε για φαγητό…».
 

Issue Articles