April 30, 2014

«Αν δεν το πιστέψεις, δεν θα αλλάξει τίποτα». Συνέντευξη του Στέφανου Δασκαλάκη στην Ελεωνόρα Ορφανίδου

Ο σημαντικός ζωγράφος μιλάει στη «σχεδία» για την ανάγκη να κοιτάξουμε πέρα από τα κλισέ και την αγωνία να εξαντλήσει τις δυνατότητές του. 
 
Περιμένοντας έξω από το ατελιέ του ζωγράφου Στέφανου Δασκαλάκη να έρθει η ώρα (11 το πρωί)  για το ραντεβού μας, μέτρησα στο μικρό δρομάκι του Α. Παντελεήμονα 9 νεοκλασικά σε σύνολο 25 κτιρίων και άπειρες γλάστρες με λουλούδια και πρασινάδες. Εντυπωσιάστηκα,  ούσα στον μέσο όρο των ανενημέρωτων που ξέρουν για την περιοχή μόνο τα δυσάρεστα νέα των ειδήσεων των 8.00. Γι’ αυτό, τα περίφημα πορτρέτα του ήταν το νούμερο δύο της συζήτησης. Πρώτα, μιλήσαμε για γεωγραφία.  
 
Θέλω να ξεκινήσουμε μιλώντας με γεωγραφικούς όρους. Είμαστε στο εργαστήριο σας, στον Άγιο Παντελεήμονα,  κι αναρωτιέμαι αν αυτό ορίζει τη ζωγραφική σας. 
 
Είμαι εδώ δώδεκα χρόνια, και η ζωγραφική έχει και τόπο και χρόνο. Δηλαδή, έχει σημασία για παράδειγμα, το φως μιας περιοχής. Αυτό διαμορφώνει το βλέμμα του ζωγράφου και, ακόμη κι αν ζωγραφίζει με προβολείς, η αίσθηση που έχει απ’ το χώρο που ζει θα βγει. Αν ζεις σε μια βόρεια χώρα που έχει ένα ψυχρό φως ή σε μια μεσογειακή, αυτό θα φανεί, ακόμη κι αν ζωγραφίζεις με τεχνητό φως. Γιατί, σημασία έχει τι έχουμε μέσα στο μυαλό. Κι ειδικά εγώ, που κάνω μια ζωγραφική από το φυσικό, επηρεάζομαι πολύ από το φως, από τα πράγματα, από τους ανθρώπους, από τους χώρους. Πιστεύω ότι σε έναν άλλο χώρο, σε μια άλλη χώρα, θα είχα κάνει μια τελείως άλλη ζωγραφική. Αυτό το αίσθημα που θέλω να πιστεύω ότι υπάρχει στα έργα μου καθορίζεται από το τι έχω γύρω μου και το τι βλέπω. 
 
Γιατί ήρθατε στον Άγιο Παντελεήμονα;
 
Είναι απλή η απάντηση. Οι λόγοι είναι οικονομικοί. Όταν ήρθα και απέκτησα αυτό το ατελιέ, με τα λεφτά που έδωσα πήρα ολόκληρο το κτίριο, ενώ στο Παγκράτι θα μπορούσα να αγοράσω ένα μικρό διαμέρισμα. Eίναι ψηλό, με ψηλά ταβάνια, με μεγάλους χώρους, κατάλληλους για ζωγραφική, δεν θα το ‘βρισκα αλλού. Και αυτό πιστεύω ότι οδήγησε πολλούς ζωγράφους που βρίσκονται στην περιοχή να φτιάξουν εδώ τα εργαστήριά τους.
 
 
«Συνομιλία» με τον κόσμο
 
Η αλλαγή στο κοινωνικό πεδίο, το γεγονός δηλαδή ότι τα τελευταία χρόνια η περιοχή στιγματίστηκε ως άκρως προβληματική, σας έχει επηρεάσει αρνητικά; Θα θέλατε να φύγετε από δω; 
 
Όχι, καθόλου. Εξάλλου, πιστεύω ότι η πιο σκληρή εποχή της γειτονιάς είναι παρελθόν. Έχω αυτή την αίσθηση. Δεν ξέρω αν είναι σωστή… Αν ήταν, θα είχα φύγει πολύ καιρό πριν.  Επίσης, νομίζω ότι αν θέλουμε να δούμε την αλήθεια ενός πράγματος θα πρέπει να κοιτάξουμε πέρα από τα κλισέ. Έχουμε την τάση να βάζουμε μέσα σε μια φράση την πραγματικότητα.  Η πραγματικότητα είναι κάτι που εκρήγνυται, ξεφεύγει από τέτοιους ορισμούς. 
 
Πριν ρωτήσω για την τέχνη σας, θέλω να ρωτήσω για την τέχνη και τη ζωή. Ζούμε, για παράδειγμα, εδώ στη χώρα μας,  υπό εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες. Η τέχνη το καταγράφει αυτό;
 
Είναι επικίνδυνη η ερώτηση. Γιατί, μπορεί να με κάνει να εμφανιστώ σαν κάποιον με ιδιαίτερες ευαισθησίες πιο πολύ από κάποιους άλλους και δεν θα το ήθελα αυτό. Άλλωστε, δεν πιστεύω ότι η  τέχνη με άμεσο τρόπο επηρεάζει τα πράγματα. Ωστόσο, ένας ζωγράφος που προσπαθεί να αποδώσει με ειλικρίνεια το συναίσθημα του  αναγκαστικά θα καταγράψει, θα εμβαθύνει στην πραγματικότητα που τον περιτριγυρίζει. Ο ζωγράφος δεν αλλάζει τον κόσμο, αλλά, από την άλλη, συνομιλεί μαζί του, κι αυτό είναι μια μεταβολή στα πράγματα. Το να τα αντιμετωπίσεις, να σταθείς απέναντι τους. Με έναν πολύ έμμεσο τρόπο, η τέχνη μιλάει για τα πράγματα.
 
Να περάσουμε στην  προσωπική διαδρομή. Ξεκινήσατε ζωγραφίζοντας δωμάτια, μετά νεκρές φύσεις -κανονικές νεκρές-, θέλω να πω υπολείμματα τροφών, σάπια φρούτα και μετά φτάσατε στα πορτρέτα. Αυτό, βέβαια, είναι μια διαδρομή ζωής με χαρακτηριστικές στροφές και διασκελισμούς. 
 
Οφείλεται σε πάρα πολλούς λόγους, ομολογημένους και ανομολόγητους. Ξεκίνησα τις σπουδές μου στη Σχολή Καλών Τεχνών, το ‘70-‘74  και η σπουδή γινόταν πάντα από ζωντανό μοντέλο. Ένας από τους λόγους που άρχισα να κάνω συνθέσεις ήταν στην προσπάθειά μου να απαγκιστρωθώ από ένα ορισμένο πνεύμα που ήταν παρόν στα έργα μου και που οφειλόταν στην περίοδο της σπουδής. Προσπάθησα να απομακρυνθώ από αυτόν το χώρο ζωγραφικής που έφερε τη σφραγίδα του εργαστηρίου και του δασκάλου μου, για να μπορέσω να δω τις δυνατότητες σε μια γραφή πιο προσωπική. Κι έτσι, ξεκίνησα να κάνω συνθέσεις. Βέβαια, ξεκινάς κάτι για να ξεφύγεις και μετά εμπλέκεσαι σε αυτό το καινούριο πράγμα και το ανακαλύπτεις. Κι έτσι, αυτή η ιστορία κράτησε πολλά χρόνια κι απέδωσε πολλούς καρπούς, στην  κυριολεξία. 
 
 
Η μόνη ελπίδα
 
Κατά τους τεχνοκριτικούς, αυτό που αποδώσατε με τις νεκρές φύσεις των έργων σας είναι μια αίσθηση σήψης και παρακμής που υπέβοσκε στο χθες  πριν αναδυθεί στο σήμερα.
 
Τι να σας πω, αυτό είναι καλό να το λένε οι άλλοι. Και σε επίπεδο ζωγραφικής αλλά και ηθικά, δεν μπορείς να επιβραβεύεις εσύ τον εαυτό σου. Για παράδειγμα, τα σάπια φρούτα δεν ήταν για μένα μόνο η έννοια της παρακμής. Συμβόλιζαν τη δυνατότητα κάποιου πράγματος να γίνει κάτι άλλο. 
 
Πιστεύετε ότι κάτι τέτοιο ζούμε τώρα; Εκτός από την παρακμή και τη μεταβολή; 
 
Η μόνη μας ελπίδα είναι να το πιστέψουμε ότι έρχεται κάτι άλλο,  αλλιώς τελειώσαμε. Εγώ πιστεύω ότι κάτι αλλάζει, αλλά ίσως αυτό να είναι μια αδυναμία μου. Από την άλλη, αν δεν το πιστέψεις, δεν θα αλλάξει τίποτα.
 
Μετά τις νεκρές φύσεις, φτάσατε στα πορτρέτα.
 
Αυτό το μετά, είναι μετά από δεκαετίες. Ό,τι και να κάνεις, πρέπει να αντιδράσεις πάνω σε αυτό για να το ανανεώσεις. Άλλωστε, είναι τόσο ισχυρό, τόσο γοητευτικό πράγμα η ανθρώπινη παρουσία,  δεν μπορεί να υπάρξει ζωγραφική χωρίς αυτή. Πολύ λίγοι ζωγράφοι την έκαναν με εξαιρετική επιτυχία, π.χ. ο Μοράντι. Δεν μπορείς να ξεφύγεις από την ανθρώπινη φιγούρα, είναι αδύνατον. Με δεδομένο, λοιπόν, αυτό, έκλεισε και ο προηγούμενος κύκλος. Και αυτή η αναγκη του να ανακαλύψεις νέους δρόμους, να επανενεργοποιήσεις την αισθαντικότητά σου, να την προκαλέσεις, σε κάνει πάντα να αναζητάς κάτι άλλο , κι ενδεχομένως να επιστρέψεις σε αυτό που έκανες πριν. Αλλά δεν θα επιστρέψεις, θα κάνεις κάτι άλλο. 
 
 
Αντιμέτωποι με τα όρια
 
Με τα πορτρέτα σας βάζετε τον άνθρωπο στο επίκεντρο. Κι όχι μόνο, τα μεγαλώσατε, είναι σε φυσικό μέγεθος ή και μεγαλύτερο, σε μια σχέση ισότητας με τον θεατή,  τουλάχιστον ως προς το χώρο που καταλαμβάνουν. 
 
Η στόχευση ήταν να δημιουργήσω μέσα από τα έργα μου παρουσίες, οντότητες. Που να μπορούν να σταθούν δίπλα στο πραγματικό. Κι αν αυτό αναζητάς στη ζωγραφική σου, ξεκινάς μια ζωγραφική που δεν εχει τέλος, διότι ποτέ δεν θα το φτάσεις αυτό το πράγμα. Πάντα, αυτό που έχεις μπροστά σου θα σε προκαλεί για να πας πιο πέρα, να επανέλθεις. Κι αυτό είναι μια συνεχής πίεση που σε κάνει να αντιμετωπίζεις τα όριά σου. Και η δύναμη των έργων είναι ακριβώς αυτή η αγωνία του ζωγράφου να εξαντλήσει τις δυνατότητές του.
 
Κάνετε τον πίνακα και μετά τι; Αποστασιοποιείστε; Ποια είναι η σχέση σας με αυτόν;
 
Για τα έργα που έχουν φύγει από το εργαστήριο και τα ξαναβλέπω μετά από χρόνια,  πάντα η αναμονή της συνάντησης είναι μια επώδυνη στιγμή. Θα έλεγα ότι είναι κάτι που φοβάμαι, γιατί, πραγματικά, δεν ξέρω τι θα δω. Ποτέ δεν τα βλέπεις το ίδιο. Άλλοτε σου αρέσουν, άλλοτε ντρέπεσαι για αυτό που έκανες. Πρέπει να σας πω ότι μετά την τελευταία μου έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη συμφιλιώθηκα κάπως με τα έργα μου. Τα ‘δα όλα μαζί, είδα ότι ταιριάζουν μεταξύ τους, μπορούν και συνδιαλέγονται. Βεβαίως, άμα τα ξαναδώ τώρα, μπορεί ν’ αλλάξω γνώμη. Επειδή έχεις συνέχεια την αγωνία του τι κάνεις κι αν αξίζει αυτό που κάνεις. Θα ήθελα να έχω μερικά έργα στο εργαστήριο, να μπορώ να τα συγκρίνω με αυτά που κάνω τώρα, αλλά δεν είναι εύκολο. Και δεν το εύχομαι κιόλας, γιατί ζω απ’ τη ζωγραφική. Βέβαια, να το πω κι αυτό, στα εργαστήρια τα έργα είναι πάντα γυρισμένα στον τοίχο. Γιατί, αν τα βλέπεις συνέχεια, είναι τροχοπέδη, είναι βάρος. Πρέπει να κόψεις δεσμούς με τα προηγούμενα για να κάνεις κάτι καινούριο. 
 
Η Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα έγραψε ότι τα έργα σας της τελευταίας περιόδου είναι μια συγκλονιστική μαρτυρία της ανθρώπινης έκπτωσης. Ότι μιλούν για τη φθορά και το θάνατο. Θα συμφωνούσατε με αυτή την οπτική;
 
Ναι, μόνο που η ζωγραφική είναι πάντα μια υπόθεση που κερδίζεται στο τέλος. Δηλαδή, στο τέλος μένεις με κάτι θετικό. Αυτή είναι η επιτυχία της Τέχνης νομίζω. Αυτή  είναι η δυνατότητά της. Επομένως, κι αυτή η συνειδητοποίηση της έκπτωσης δεν είναι ένα μελαγχολικό συμπέρασμα για τα πράγματα, αλλά μια εμβάθυνση στην πραγματικότητα. 
 
Φεύγοντας από το ατελιέ,  πήρα  μαζί μου κάτι από έναν κόσμο που παλεύει να αναδυθεί εντός μιας γειτονιάς που παλεύει να αναδείξει τον εαυτό της και να ξεφορτωθεί τα κλισέ που τη στιγμάτισαν. 
 

Issue Articles