Oct. 1, 2014

Συναντήσεις

Δηµήτρης Μαµαλούκας & Νίνα Κουλετάκη
 
Ο συγγραφέας Δηµήτρης Μαµαλούκας, 46 ετών, συναντά την πιστή αναγνώστρια και φίλη του µπλόγκερ και συγγραφέα Νίνα Κουλετάκη, 54 ετών.
 
του Γιώργου Αράπογλου
 
ΔΗΜΗΤΡΗΣ: Γνωριστήκαµε το 2006, µέσα από τα µπλογκς που διατηρούσαµε τότε και οι δύο. Διαβάζοντας τα κείµενά της στο «Έγκληµα και Τιµωρία» (http://eglima.wordpress.com/), είδα ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο µε πολύ ιδιαίτερο χιούµορ, ο οποίος ταιριάζει µε το δικό µου στιλ. Πιάνει το πείραγµα, αγαπάει το έγκληµα και το αστυνοµικό µυθιστόρηµα, την ίντριγκα. Τότε, ήµουν κι εγώ µπλόγκερ (http://mamaloukas.blogspot.gr/) 
και είχα ήδη εκδώσει τρία βιβλία, τα δύο αστυνοµικά. Με διάβασε, της άρεσα, βρεθήκαµε για να γνωριστούµε, κολλήσαµε. Τη συµπάθησα πολύ, γιατί µου άρεσε και ο τρόπος που έγραφε. Ένας άνθρωπος σπιρτόζος, που «πετάει». 
Αυτό που µας συνέδεσε άµεσα ήταν το κοινό δολοφονικό χιούµορ, ο έντονος αυτοσαρκασµός µας και, γενικά, ότι µε ένα βλέµµα µπορούµε να συνεννοηθούµε. 
 
Έχει διαβάσει τα πάντα, και προσπαθώ να την προτρέψω να γράψει τα βιβλία που πρέπει. Αν δεν το κάνει τώρα, πότε θα το κάνει; Πέρα από αυτό, θαυµάζω πολύ τον τρόπο που δουλεύει. Με έχει βοηθήσει πολύ σε θέµατα έρευνας. Συνήθως, δεν ρωτάω, αλλά η Νίνα είναι ζωντανή εγκυκλοπαίδεια του εγκλήµατος! Με βοήθησε στη «Μοναξιά της ασφάλτου», όταν έψαχνα πληροφορίες αν έχουν γίνει δολοφονίες µε τράπουλα ταρώ και µου έδωσε πολλά σηµαντικά στοιχεία. Τη ρωτώ συχνά τη γνώµη της. Σε πολλά συµφωνούµε, γιατί έχουµε την ίδια περίπου αντιµετώπιση των πραγµάτων. Δεν είναι αυτή η ροµαντική κι εγώ ο ρεαλιστής. Είµαστε µαζί. Δεν έχουµε τσακωθεί ποτέ. Υπάρχει σεβασµός. Μιλάµε ντόµπρα. Νιώθω ότι µπορώ να της πω τα πάντα χωρίς παρεξήγηση. Δεν είµαστε από αυτούς που θα µιλούν µε µισόλογα.
 
Είναι καλή ερευνήτρια και καλή συγγραφέας. Παρόλο που δεν έχει εκδώσει ακόµα κάτι –θέµα χρόνου είναι νοµίζω– έχει δώσει τα δείγµατά της. Ξέρει ότι δεν είναι εύκολο και ότι πρέπει να δουλέψει πολύ. Το µυθιστόρηµα θέλει πολλή δουλειά για να γίνει. Έχει αργήσει να γράψει. Το ξέρει και η ίδια. Έχει προσφέρει πολλά σε αυτό το ιδιαίτερο λογοτεχνικό είδος που λέγεται «blogging». Έχει κάνει δουλειά, έχει γράψει βιβλία ολόκληρα, τα οποία, όπως της λέω, χάνονται, εξανεµίζονται. Κλέβονται επίσης πολύ. Πρέπει αυτή την ενέργεια να τη βάλει και στο χαρτί. Είναι αρκετή δουλειά να το έχεις, αλλά αρκετή περισσότερη να κάτσεις να το γράψεις. 
Με γοητεύει που έχει τόσο κουράγιο να γράφει τόσα χρόνια και ψάχνει όλες αυτές τις πηγές και, βεβαίως, ο φοβερός αυτοσαρκασµός της. Δίνει τις µάχες της και τις κερδίζει.
Δεν θα της άλλαζα κάτι. Μου έδωσε το βιβλίο της, της είπα τις παρατηρήσεις µου, της είπα λεπτοµερώς τι πιστεύω, αλλά δεν θα της άλλαζα τίποτα. Αν χτυπήσει το τηλέφωνο µέσα στη νύχτα και µου πει ότι θέλει τη γνώµη µου για κάτι που έγραψε, πρώτα θα τη βρίσω και µετά θα την ακούσω προσεκτικά. 
Η Νίνα είναι µια ιδιάζουσα περίπτωση στην ελληνική διανόηση. Το µπλογκ της για το έγκληµα είναι µοναδικό. Περιµένω τα µυθιστορήµατά της, θεωρώ αυτονόητο ότι θα την παρουσιάσω εγώ και, µάλιστα, θα παρεξηγηθώ αν δεν µου το ζητήσει!
 
 Μου αρέσει που αυτή η φιλία κρατάει χρόνια και µπορούµε να πούµε τα πάντα. Θέλω αν έχει οποιοδήποτε πρόβληµα να µου πει και να τρέξω. Θα µε πονέσει αν δεν µου ζητήσει τη βοήθειά µου. Με έχει πάρει και στα δύσκολα, οπότε κατάλαβα ότι µε νιώθει δικό της.
Αλλά θέλω και την πιέζω να κόψει το τσιγάρο. Έπρεπε να το έχει κάνει καιρό τώρα, για λόγους υγείας, και το αµελεί. Έχει πολλά να δώσει και θέλουµε να την έχουµε κοντά µας όσο το δυνατόν περισσότερο.
 
ΝΙΝΑ: Η πρώτη µας γνωριµία είχε και µια αστεία νότα, αφού είχα φέρει στο ραντεβού µας δύο βιβλία να µου τα υπογράψει και τα ξέχασα στο ταξί! Όταν είχαµε πρωτοµιλήσει, δεν τον είχα διαβάσει, δεν ήξερα πως γράφει. Όταν µου είπε ότι είναι αστυνοµικός συγγραφέας, αισθάνθηκα άσχηµα. Σκέφτηκα τι µπορεί να γράφει και φοβόµουν να τον αντιµετωπίσω, σε περίπτωση που δεν ήταν καλός. Διάβασα πρώτα τον «Μεγάλο θάνατο του Βοτανικού» και µετά και τα υπόλοιπα βιβλία του και τρελάθηκα. Είπα ότι όχι µόνο έχουµε έναν άνθρωπο που µπορεί να γράψει αστυνοµικό, αλλά γράφει και καλή λογοτεχνία, το οποίο επίσης είναι πολύ βασικό.
Αυτό που µε τράβηξε από την αρχή ήταν η ακοµπλεξάριστη ανταπόκρισή του στο χιούµορ. Από τότε, κολλήσαµε πολύ και σαν άνθρωποι και οι οικογένειές µας. Λέµε τα προσωπικά µας, τους καηµούς µας, τις µαύρες µας όταν έχουµε, γελάµε, είµαστε πια φίλοι. Είναι από τους ανθρώπους που µπορώ να εµπιστευτώ και νοµίζω πως και για εκείνον ισχύει το ίδιο.
Με τον καιρό, ήρθε και η συνεργασία µας, µέσω της Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνοµικής Λογοτεχνίας. Ήταν το 2009, όταν µαζεύτηκαν κάποιοι συγγραφείς οι οποίοι συµφωνούσαν πως δεν µπορεί όλες οι άλλες χώρες να έχουν λέσχες και να µην έχει η Ελλάδα. Μπορώ να πω ότι µε επέβαλε υποστηρίζοντας πως έχω θέση ανάµεσά τους, αφού έχω γράψει άπειρες σελίδες για το έγκληµα, γνωρίζω για αυτό και έχω κάνει µεγάλη έρευνα. Κι έτσι, βρέθηκα κι εγώ στα ιδρυτικά µέλη της Λέσχης, χωρίς να έχω γράψει ακόµα έστω ένα διήγηµα αστυνοµικό.
 
Είναι ο αγαπηµένος µου συγγραφέας. Για µένα, η εξειδίκευση στο συγγραφέα δεν µου λέει πολλά. Ένας συγγραφέας που είναι καλός µόνο σε ένα είδος δεν λέει κάτι. Ο καλός συγγραφέας πρέπει να είναι όπως ο καλός ηθοποιός, που πρέπει να πηγαινοέρχεται µε την ίδια ευκολία, άνεση και επιτυχία από τη σκηνή του δράµατος στο πάλκο της κωµωδίας και να είναι καλός και στα δύο. Έτσι και ο συγγραφέας, πρέπει να µπορεί να καταπιάνεται µε πολλά είδη και να είναι εξίσου καλός (ή κακός). Ο Δηµήτρης το έχει κάνει. Ό,τι έχει γράψει, αστυνοµικά, µη αστυνοµικά, παιδικό, είναι όλα του εξαιρετικά. Είναι συγγραφέας µε το Σ κεφαλαίο.
Πιστεύει ότι η µισή δουλειά του συγγραφέα είναι να το γράψει, η άλλη µισή να το ξανακοιτάξει. Είναι ένας «στρατευµένος» συγγραφέας, δουλεύει πολύ. Είναι αξιοθαύµαστο πώς το κανει σε ένα σπίτι µε δυο παιδιά που µπορεί να µην αντιλαµβάνονται –ιδίως όταν ήταν µικρότερα– ότι ο µπαµπάς θέλει ησυχία να γράψει, γιατί θέλουν να παίξουν µαζί του και, παρ’ όλ’ αυτά, καταφέρνει και δηµιουργεί. Είναι µια εξαιρετική οικογένεια, πολύ δεµένη, µε µια πραγµατικά αξιοζήλευτη σχέση όλων των µελών µεταξύ τους. 
 
Είναι φανατικά αντικαπνιστής, και όταν είµαι σπίτι του µε βγάζει στο µπαλκόνι να καπνίσω! 
Του έχω πει για βιβλία του τι µου άρεσε περισσότερο και τι λιγότερο, αλλά πάλι είναι προσωπική µου άποψη. Δεν θα του άλλαζα κάτι. Ίσως µόνο θα τον ήθελα µερικές φορές λίγο πιο αισιόδοξο, για δική του προστασία. 
Όταν διάβασα το βιβλίο του «Κοπέλα που σε λένε Φίνι», εκστασιάστηκα. Θεωρούσα ότι είναι από τα καλύτερα που έχει γράψει. Το διάβασα χωρίς να το αφήσω από τα χέρια µου, το τελείωσα και, παρόλο που ήταν πολύ αργά, ένιωθα την ανάγκη να του µιλήσω. Του έστειλα µήνυµα «Τι έγραψες!» κι αυτός µου απάντησε αµέσως «Με ξύπνησες!»
 
Έτσι ειλικρινής είναι η σχέση µας. Έχουµε οκτώ χρόνια διαφορά, είναι, όµως, τέτοιοι οι χαρακτήρες µας που εκµηδενίζεται. Είναι φορές που νοµίζω ότι είµαστε συνοµήλικοι, δεν ξέρω αν ωριµάζει αυτός ή αν παιδιαρίζω εγώ. Κάπου στη µέση θα βρίσκεται!