Oct. 1, 2014

Συνέντευξη: «Το µελάνι ήταν το ναρκωτικό µου»

Ο ουαλός καρτουνίστας, στα 78 του, παραµένει χειµαρρώδης και πηγή έµπνευσης για εκατοµµύρια ανθρώπους – µεταξύ αυτών και ο Τζόνι Ντεπ.

Συνέντευξη του Ralph Steadman
στον  Adam Forrest*

O ουαλός καρτουνίστας Ραλφ Στέντµαν (Ralph Steadman) είναι διάσηµος για τις καυστικές αναπαραστάσεις πολιτικών προσωπικοτήτων και για τη συνεργασία του µε τον διαβόητο αµερικανό δηµοσιογράφο Χάντερ Τόµσον (Hunter Thompson). Τα σκίτσα του  –τα οποία έχουν χαρακτηριστεί, µεταξύ άλλων, ως «διαβολικά» και «διεστραµµένα»– ήταν σηµαντικός παράγοντας στη δηµιουργία της «gonzo δηµοσιογραφίας» του Τόµσον (πήρε το όνοµά της από τον ήρωα των καρτούν Gonzo και αποτελεί ένα είδος δηµοσιογραφίας όπου ο δηµοσιογράφος εµπλέκεται ο ίδιος τόσο βαθιά στα γεγονότα, σε σηµείο που να γίνεται ο πρωταγωνιστής της ιστορίας), ένα ελευθεριάζον κράµα αληθινών γεγονότων και φαντασίας, χάρη στο οποίο το δίδυµο έµπλεξε σε περίεργες περιπέτειες, γεµάτες ναρκωτικά και µεθύσια. Ο Στέντµαν µίλησε στον Άνταµ Φόρεστ (Adam Forrest) του βρετανικού περιοδικού δρόµου «The Big Issue» για το επερχόµενο ντοκιµαντέρ µε θέµα τη ζωή του, στο οποίο πρωταγωνιστεί ένας αέναος θαυµαστής του, ο ηθοποιός Τζόνι Ντεπ.

Ο Ραλφ Στέντµαν γεννήθηκε στο Μέρσεϊσαιντ το 1936 και µεγάλωσε στη βόρεια Ουαλία. Ξεκίνησε την καριέρα του χάρη σε µία µικρή διαφήµιση για ένα διαγωνισµό σκίτσου του εκδοτικού οίκου Percy V Bradshaw, που λεγόταν «Μπορείς κι εσύ να µάθεις να σχεδιάζεις και να κερδίζεις λίρες». Τη δεκαετία του '60, δουλειές του εµφανίστηκαν στα σατιρικά περιοδικά «Punch» και «Priva-te Eye», όµως εκείνο που άλλαξε τη ζωή του ήταν η γνωριµία του µε το συγγραφέα Χάντερ Τόµσον όταν κάλυπτε την ιπποδρο-
µία  Κεντάκι Ντέρµπι το 1970. Οι δηµοσιογραφικές περιπέτειες του διδύµου, ένα κράµα αληθινών γεγονότων και φαντασίας, επηρέασε µια ολόκληρη γενιά συγγραφέων και σατιρικών.

Ο Ουόρεν Χινκλ ο 3ος (Warren Hinckle), ο διευθυντής που για πρώτη φορά έβαλε τους δυο τους να δουλέψουν µαζί, θεωρούσε τα σκίτσα του Στέντµαν ως «διαβολικά» και «διεστραµµένα». Στο νέο ντοκιµαντέρ που αναφέρεται στη δουλειά του Στέντµαν και στο οποίο πρωταγωνιστεί ένας πιστός αναγνώστης του, ο Τζόνι Ντεπ, ο ιδρυτής του περιοδικού «Rolling Stone» Γιαν Βένερ (Jann Wenner) λέει ότι «ο Ραλφ ήθελε να φτάνει σε άκρα που ο Χάντερ δεν µπορούσε να πλησιάσει από πνευµατική, ηθική και φιλοσοφική άποψη».

Σήµερα, ο άνθρωπος του οποίου οι τροµερές αναπαραστάσεις του αµερικανικού ψυχισµού τον ανέδειξαν σε ήρωα της αντικουλτούρας έχει την εµφάνιση και τους τρόπους ενός ευγενικού αγοριού από την Ουαλία που συµµετέχει σε χορωδίες. Η συνέντευξη µε τον 78χρονο σήµερα Στέντµαν έγινε στο σπίτι του στο Λους (Loose), ένα χωριουδάκι του Κεντ.

Πώς τα πας Ραλφ;
Όλα µοιάζουν τόσο βιβλικά σήµερα, µε όλη αυτή τη βροχή. Έχουµε ένα Νώε στην οικογένεια, τον εγγονό µου. Και τώρα µιλάω σε έναν Αδάµ. Σαν να βγαίνουν αληθινά όλα αυτά που γράφει η Παλαιά Διαθήκη.
 
Τι άποψη είχε ο Χάντερ Τόµσον για το σπίτι σου και την περιοχή του Κεντ; Νοµίζω ότι το έχει αποκαλέσει «το κάστρο του Στέντµαν».
Ναι, νοµίζω ότι του άρεσε. Ήρθε από την πίσω πόρτα πρώτα, χτύπησε το κεφάλι του –επειδή ήταν τόσο ψηλός– και µουρµούρισε: «Α, ο ξενώνας του υπηρετικού προσωπικού…». Πήγαµε στην τοπική παµπ, και, ενώ κατέβαζε την πρώτη µεζούρα από Chivas Regal, µε κοίταξε στα µάτια και είπε: «Τι είναι αυτό;
Δείγµα από ουίσκι; Βάλε µερικά ακόµη από δαύτο…».
 
Αναρωτιέµαι αν ποτέ σού είπε καλή κουβέντα για τη δουλειά σου. Υπήρξε ποτέ του καλός;
(Γελάει!) Αποκαλούσε τα σκίτσα µου «σιχαµένες µουτζούρες». Έλεγε, βέβαια, πόσο του άρεσαν οι εικονογραφήσεις για το βιβλίο «Φόβος και παράνοια στο Λας Βέγκας (το βιβλίο που έγραψε ο Xάντερ Τόµσον το 1972 µε θέµα ένα road trip γεµάτο ναρκωτικά). Δεν το πήρα χαµπάρι τότε, αλλά πιστεύω ότι του άρεσε όλη η φάση να βρίσκοµαι δίπλα του, επειδή έβλεπε πόσο άβολα αισθανόµουν µε όλα τα τρελά πράγµατα που κάναµε παρέα. Γινόταν κωλόπαιδο κάποιες φορές. Είχε µία µάινα, ένα πουλί που το φώναζε Έντουαρντ. Χτυπούσε δυνατά το κλουβί του και φώναζε: «Έντουαρντ! Δεν υπάρχει Θεός των πτηνών για να σε σώσει, Έντουαρντ!». Κι εγώ αισθανόµουν σαν τον Έντουαρντ στο κλουβί κάποιες φορές [γελάει].
 
Φοβήθηκες ποτέ για την ασφάλειά σου;
Α, όχι, δεν πέρασε ποτέ από το µυαλό µου ότι µπορεί να ήταν άγριος ή σαδιστής. Καθόλου. Απλά, άφηνε την άγρια πλευρά του εαυτού του ελεύθερη. Ήταν τύπος που έ-παιρνε ρίσκα και έκανε λάθη. Η «δηµοσιογραφία gonzo» απαιτούσε να µπεις βαθιά µέσα στην ιστορία, να γίνεις εσύ η ιστορία και, ίσως, να µάθεις κάτι για τον εαυτό σου στην πορεία.
 
Έχεις πει ότι ο Χάντερ απελευθέρωνε την άγρια πλευρά σου…
Ναι, έβγαζε εκείνη την πλευρά µου που δεν ήταν ακριβώς... προσκοπάκι. Όχι ακριβώς την κακή µου πλευρά, αλλά την πιο «σκανδαλιάρικη» και την πιο ριψοκίνδυνη. Έπεφτε πολύ µεθύσι. Αλλά το µόνο χάπι που πήρα ποτέ ήταν όταν καλύπταµε τον ιστιοπλοϊκό αγώνα America's Cup. Αυτός κατάπινε χάπια κι εγώ υπέφερα από ναυτία. Έτσι, µου έδωσε ένα χαπάκι που αποδείχτηκε πως ήταν παραισθησιογόνο. Τέλος πάντων, είχε φέρει µαζί του σπρέι µπογιές και µέσα στις παραισθήσεις µου του πρότεινα να γράψουµε «Fuck the Pope» στα πλευρά του σκάφους. Αλλά δεν τα καταφέραµε, γιατί το κλικ-κλικ-κλικ που έκανε το σπρέι το άκουσε ο φύλακας της προβλήτας. Έτσι, ο Χάντερ άρχισε να φωνάζει: «Μας έπιασαν, πρέπει να το σκάσουµε!» και έπεσε προς τα πίσω µέσα στο σκάφος [γελάει]… Όµως, τα σκίτσα µου δεν χρειάζονταν ναρκωτικά. Το µελάνι ήταν το ναρκωτικό για µένα.
 
Προφανώς, µιλάµε για την τέλεια  συνεργασία. Αισθάνεσαι τυχερός που τον συνάντησες;
Μέχρι να πάω στην Αµερική, έλειπε η αγριάδα από τη δουλειά µου. Ήταν υπέροχη εποχή στην Αµερική µε τον Χάντερ. Αν έπρεπε να συναντήσω έναν άνθρωπο στην Αµερική, ήταν αυτός. Ήταν η µοίρα µας να συναντηθούµε.
 
Ο Τζόνι Ντεπ είναι µεγάλος φαν σου και, µάλιστα, εµφανίζεται στο ντοκιµαντέρ που γυρίστηκε για σένα. Τι είναι αυτό που τον γοήτευσε τόσο στον Χάντερ;
Συναντήθηκα µε τον Τζόνι τη δεκαετία του '90, όταν γνωρίστηκε και µε τον Χάντερ. Νοµίζω ότι είχε φέρει και τον συνάδελφό του ηθοποιό Τζον Κιούζακ στο σπίτι του Χάντερ. Γίναµε φίλοι, και όταν ήρθε στην Αγγλία είχε αφήσει ένα περίεργο µαλλί για τις ανάγκες µια ταινίας. Είχε τόσο όµορφο πρόσωπο, όµως το µαλλί του κρεµόταν και το κάλυπτε ολόκληρο! Νοµίζω ότι ο Τζόνι ενδιαφερόταν για την τρέλα του Χάντερ. Πιθανόν να του άρεσε το γεγονός ότι ο Χάντερ ήταν αυθεντικά τρελός, αλλά δεν ήταν φιγουρατζής. Και είναι και οι δύο από τη Λούισβιλ (Louisville) του Κεντάκι. Και είναι τρελοί όλοι εκεί, νοµίζουν ότι είναι παιδιά των πιονιέρων. Είναι η αδελφότητα του Κεντάκι.
 
 
Ο Νίξον φαίνεται πως σηµατοδοτούσε πολλά πράγµατα για σένα. Τι ήταν αυτό που σου δηµιούργησε τόσο φόβο και απέχθεια για την εποχή του Γουότεργκεϊτ;
Ένιωθα βαθιά µέσα µου ότι υπήρχε µεγάλη ατιµία στην πολιτική και χρειαζόταν απαραιτήτως κάτι να γίνει, έπρεπε να βγουν τα πράγµατα στη φόρα. Έτσι, ο θυµός που αισθανόµουν, κατά κάποιον τρόπο, προερχόταν από τη µητέρα µου, η οποία ήταν ένας ευγενικός άνθρωπος, που δεν διανοούνταν ποτέ να γίνει δυσάρεστη. Κανένας από τους γονείς µου δεν ήταν πολιτικοποιηµένος. Αλλά, όταν βγήκε στο προσκήνιο ο Νίξον, αισθάνθηκα πως κάτι συνέβαινε που ήταν το ακριβώς αντίθετο από αυτή την ευγένεια. Ήταν ένα τέρας, η προσωποποίηση του κακού, για µένα. Το φοβόµουν αυτό. Και ο µόνος τρόπος να το αποβάλω ήταν µε τα σκίτσα µου. Ήταν µία µορφή εξορκισµού.
 
Είχες απογοητευτεί από τον κόσµο του «Spitting Image» (σατιρικό κουκλοθέατρο στην αγγλική τηλεόραση) και τη σάτιρα της δεκαετίας του '80. Οι πολιτικοί λάτρευαν την ιδέα να τους σατιρίζουν. Άρχισαν να σου ζητούν σκίτσα…
Ναι, ήταν πρόβληµα όταν άρχισαν να ζητούν τα αυθεντικά σκίτσα. Δυστυχώς, έδωσα πολλά τότε. Μπορείς να αισθανθείς εύκολα κολακευµένος, δυστυχώς. Στην ουσία, είχα αρχίσει να βλέπω τους πολιτικούς ως «αυτοί» και τους πολίτες ως «εµάς». Ήταν ένας διαχωρισµός που είχα δηµιουργήσει, ο οποίος έφτανε να µε περιορίζει. 
 
Κάποτε, έγραψες ένα λιµπρέτο για ένα ορατόριο µε τον τίτλο «Η πανούκλα και το νυχτολούλουδο» («The Plague and the Moonflower»). Έµοιαζε µε τη διαµάχη που υπάρχει µέσα µας ανάµεσα στο καλό και στο κακό.
Ναι, διάβαζα ένα βιβλίο για το νυχτολούλουδο, ένα όµορφο φυτό σαν κάκτο το οποίο ανθίζει µε το σεληνόφως µόνο µία φορά το χρόνο. Με έκανε να σκεφτώ: «Αυτό είναι µία εκπληκτική σχέση». Από τη µία, η οµορφιά και, από την άλλη, η πανούκλα, η δυσάρεστη, σκοτεινή πλευρά. Αυτό έβαλε σε µια τροχιά τις απόψεις µου περί καλού και κακού. Οι δύο αυτές πλευρές συνυπάρχουν στο καθετί. Αν είσαι δηµιουργικός, πρέπει να χρησιµοποιήσεις  όλο σου το σκοτάδι και όλο σου το φως, να µην αφήσεις τίποτε στην άκρη και απλώς  να ψιθυρίζεις µια σκέψη σου.
 
Οπότε, υπάρχει ακόµα ένας... ενάρετος θυµός;
Α, ναι, είναι σηµαντικό αυτό. Πρέπει να το έχεις αυτό. Αυτό είναι που λατρεύω στο περιοδικό δρόµου «The Big Issue», αλλά και  στον ίδιο τον Τζον Μπερντ (John Bird, ο εκδότης). Το θέµα είναι να αντιστέκεσαι και να προσπαθείς να αλλάξεις κάτι. Τα παιδιά που πωλούν το περιοδικό προσπαθούν να κάνουν κάτι θετικό, όταν όλα γύρω τους φαντάζουν αρνητικά. Όταν ξεκίνησα, ήθελα να αλλάξω τον κόσµο. Πρέπει να το προσπαθήσεις.
 
Και η ευγενική πλευρά;
Πάσχω από «ουαλίτιδα», βλέπεις [γελάει]. Είµαι τόσο ευτυχής που είµαι Ουαλός. Η µητέρα µου λεγόταν Γκουίνι Ρότζερς (Gwennie Rogers) και ήταν από το... Ροσλανερτσρούγκογκ (Rhosllanerchrugog) [γελάει]. Υπάρχει τίποτα πιο ουαλικό από αυτό; Επίσης, έχω γεννηθεί στο Ουάλασι (Wallasey), οπότε είµαι και λίγο scouse (είναι χαρακτηρισµός για µια διάλεκτο από την περιοχή του Λίβερπουλ και για αυτούς που προέρχονται από την περιοχή). Είµαι κάπως διχασµένη προσωπικότητα. Αλλά όλοι είµαστε.                  
 
* Προσαρµογή στα ελληνικά: Άκης Τεµπερίδης
 
 
Ο Στέντµαν για τον Φάρατζ
Παρότι έχει αποµακρυνθεί από τη σάτιρα τα τελευταία χρόνια προς πιο προσωπικά πρότζεκτ, είναι ξεκάθαρο ότι δεν  έχει απολέσει τίποτα από την υγιή απέχθειά του για τύπους όπως ο Νάιτζελ Φάρατζ. «Είναι ένας παλιάτσος… Είναι ένα µε την ατιµία και την ασέβεια…» λέει. «Απλά, δεν τον αντέχω τον τύπο», λέει. «Το κόµµα του, το UKIP,  είναι απλά φτηνιάρηδες, χαµηλού επιπέδου, τύποι του περιθωρίου. Είναι ένα είδος ψήφου διαµαρτυρίας, αλλά δεν νοµίζω ότι φέρνουν καµία αξιοπρέπεια ή τιµή στην πολιτική. Την κάνουν ακόµη πιο φτηνή. Κάποιοι ίσως πουν: «Αυτός ο τύπος ο Νάιτζελ έχει πλάκα, ενώ τα πίνει τα µπιρόνια του». Νοµίζω ότι είναι ένας παλιάτσος και πιστεύω ότι θα παραµείνει παλιάτσος. Έτσι, τα σκίτσα µου που αναφέρονται σ' αυτόν µιλούν για πολιτική των άκρων. Κάποιες φορές σκέφτοµαι: «Τι δικαίωµα έχω εγώ να τον κρίνω;». Λοιπόν, δεν έχω κανένα δικαίωµα, µε εξαίρεση την προφανή ατιµία του που τον θέτει απέναντί µου.