June 25, 2014

Συναντήσεις του Σπύρου Ζωνάκη

Ο πιανίστας και µουσικοπαιδαγωγός Γιώργος Μάνεσης, 83 χρονών, συναντιέται µε το µαθητή του και διεθνούς φήµης βαρύτονο Τάση Χριστογιαννόπουλο, 47 χρονών.
 
ΤΑΣΗΣ: Η γνωριµία µου µε τον Γιώργο ξεκίνησε το 1977. Ήµουν ένα µικρό παιδάκι 10 χρονών και έκανα µαθήµατα πιάνου µε µια άλλη δασκάλα που έβγαινε στη σύνταξη και µου πρότεινε να συνεχίσω µε έναν καθηγητή που µόλις είχε έρθει από τη Λωζάννη. Θυµάµαι πως το πρώτο πράγµα που µου είπε ήταν πως ένας πιανίστας πρέπει, πρώτα-πρώτα, να ξέρει να αναπνέει, ενώ αγγίζοντας δύο-τρία σηµεία του σώµατός µου άρχισε να λύνει τα σφιξίµατα που κουβαλούσα από τη ζωή µου. Η αλήθεια είναι πως δεν µελετούσα πιάνο µε ιδιαίτερη θέρµη και συνέπεια, αντί να διαβάζω τις σκάλες που µου έδινε έφερνα δικά µου κοµµάτια για να παίξω. Εκείνος δεν µε αποθάρρυνε, µε στήριζε σε αυτό. Το πρώτο έργο µου, µάλιστα, που παρουσίασα σε κοινό ήταν η «Κοτολέτα», µόλις 10 χρονών, σε µια µουσική βραδιά στο σπίτι του Γιώργου. Στα 14 µου, µου λέει κάποια στιγµή: «Είσαι πολύ καλός µουσικός, έχεις µια πολύ καλή αίσθηση ρυθµού, αλλά δεν είναι το πιάνο εκείνο που σε τραβάει, γιατί δεν ασχολείσαι µε το τραγούδι;». Έτσι, σε εκείνον οφείλω τον προσανατολισµό µου, µετά τα 17, στο λυρικό τραγούδι. Ήξερε να διαβάζει τη µουσική παρουσία ενός ανθρώπου και να τον οδηγήσει ακριβώς προς τα εκεί που χρειάζεται. Παράλληλα, από το 1981, θα συµµετέχω και στα πρωτοφανή για τη χώρα µας εκπαιδευτικά σεµινάρια, σε κοινοβιακή µορφή, που διοργάνωνε τα καλοκαίρια για τους µαθητές του στο κτήµα του στο Πορτοχέλι. Επρόκειτο για µια πλήρη σπουδή της µουσικής και, ταυτόχρονα, της ίδιας της ζωής. Πέρα από το πώς να παίζουµε κάποιες νότες, µας µάθαινε κινησιολογία, διαλογισµό, πώς επηρεάζει η καλή διατροφή την ερµηνεία, την ψυχή και το πνεύµα ενός µουσικού, τι είναι η ενέργεια, το φως και το σκοτάδι, το καλό και το κακό. Εξαιτίας του Γιώργου, υιοθέτησα την πεποίθηση πως ο µουσικός δεν διαφέρει διόλου από τον ιερέα, µεσολαβεί ανάµεσα σε ένα υπάρχον Ον και τον κόσµο, µεταφέροντας µια υψηλότερη από αυτόν ενέργεια και εναπόκειται σε εκείνον να τη διαπλάσει µε τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Τα σεµινάριά του υπήρξαν φυτώριο για µερικούς από τους µεγαλύτερους µουσικούς της χώρας, όπως οι πιανίστες Γρηγόρης Ζαµπάρας και Κορνήλιος Σελαµψής. Η µαθητεία µου δίπλα του συνεχίζεται µέχρι σήµερα. Μετά από κάθε συναυλία ή παράστασή µου, στην Ελλάδα, έρχεται και µου λέει: «Σήµερα, σε είδα να αιωρείσαι, άγγιξες ένα επίπεδο» ή «τώρα, σε είδα πιο χαµηλό, πιο σφιγµένο. Πάρε αυτές τις σηµειώσεις» και µου δίνει τη µέθοδο µελέτης ενός µουσικού έργου, που µπορεί να είναι και επτά στάδια. Μπορεί να αντιληφθεί ακριβώς µε ποιον τρόπο προσεγγίζω ένα κείµενο η µια µουσική πράξη, υπάρχει αυτή η συνενοχή µεταξύ µας.
 
Το µεγάλο του δηµιούργηµα, ωστόσο, είναι το Διεθνές Φεστιβάλ Τέχνης και Πολιτισµού, που διοργανώνει ανελλιπώς από το 1990, κάθε Ιούλιο-Αύγουστο στο Πορτοχέλι. Φιλοξενεί πολύ υψηλής ποιότητας συναυλίες κλασικής µουσικής και λυρικού τραγουδιού, αλλά και θεατρικές και χορευτικές παραστάσεις. Κορυφαίοι µαέστροι, όπως ο Θεόδωρος Κουρεντζής και ο Μύρων Μιχαηλίδης θα έρθουν για να διευθύνουν συµφωνικές ορχήστρες. Είναι στο φεστιβάλ, το 2001, που θα παρουσιάσω για πρώτη φορά δική µου σύνθεση (ως ενήλικας), το «Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας µικρός πρίγκιπας». Αποτελεί, πραγµατικά, µια µοναδική πολιτιστική προσφορά στην τοπική κοινωνία, ένα σηµείο αναφοράς που διαµορφώνει µια αίσθηση ευγένειας και καλού γούστου. Είναι εντυπωσιακό να βλέπεις να έρχονται άνθρωποι που δεν έχουν καµία σχέση µε την κλασική µουσική, ψαράδες, αγρότες, να ακούν, µε όλη τη σηµασία της λέξης, και να ξανάρχονται την επόµενη χρονιά. Ο Γιώργος είναι απίστευτα φωτεινός, ανοιχτός, δοτικός. Ζει µονάχα µε τη µουσική, για τη µουσική και την επικοινωνία του µε τους ανθρώπους. Είναι ενεργός δάσκαλος µέχρι και τώρα, οι λέξεις απόσυρση και σύνταξη είναι άγνωστες για αυτόν.
 
ΓΙΩΡΓΟΣ: Από την αρχή που γνώρισα τον Τάση, διέκρινα ότι έκρυβε µέσα του µια πολύ δυνατή µουσική στόφα που µπορεί να πάει µακριά, καθώς και µια σοβαρή πνευµατικότητα, κι έψαχνα τρόπους να του τα εκµαιεύσω ώστε να µη χαθούν. Με είχε εντυπωσιάσει και η βαθιά µουσικότητα του οικογενειακού του περιβάλλοντος. Σε ένα ρεσιτάλ µου, µάλιστα, στον Πειραϊκό Σύνδεσµο, ο πατέρας του µου είχε γράψει ένα πολύ ωραίο γράµµα, καταπλήσσοντάς µε που είχε καταλάβει µε απόλυτη σαφήνεια τις λεπτοµέρειες της δικής µου αόρατης πνευµατικής διεργασίας. 
 
Βλέποντας ότι βαριόταν να διαβάζει πιάνο –ερχόταν στα µαθήµατα και µου έλεγε: «Δάσκαλε, είµαι πολύ κουρασµένος, νυστάζω» και ξεκινούσαµε αφού ξυπνούσε– τον ώθησα να ασχοληθεί µε το λυρικό τραγούδι. Έβλεπα ότι αυτός ήταν ο δρόµος του. Ο πατέρας του, όµως, αντιδρούσε µε την απόφασή του να γίνει επαγγελµατίας τραγουδιστής της όπερας, ενώ και οι πρώτοι του δάσκαλοι στο τραγούδι έκριναν πως είναι µεν καλός µουσικός, αλλά δεν κάνει για βαρύτονος κι εγώ επέµενα πως ο χρόνος θα τους διαψεύσει. Στη Μουσική Ακαδηµία του Μονάχου µε είχαν διδάξει πως υπάρχουν δύο είδη καλλιτεχνών: τα παιδιά-θαύµατα που τα έχουν δώσει όλα µέχρι τα είκοσι πέντε τους κι εκείνοι που θα αρχίσουν ήπια και ολοένα και θα ανεβαίνουν, διαρκώντας και πολύ περισσότερο. Ο Τάσης συγκαταλεγόταν στους τελευταίους. Η έξοδός του στις διεθνείς λυρικές σκηνές, η καταξίωσή του µε την Όπερα του Ντίσελντορφ –όπου το 2005 βραβεύτηκε µε το «Βραβείο Κοινού»– ήταν για µένα αναµενόµενα, αν και ουδέποτε επιδίωξε πάση θυσία να γίνει ο µεγάλος καλλιτέχνης, να κάνει «πρωταθλητισµό». Η φωνή του έχει τέτοια ποιότητα ήχου, που είναι ικανή να πάρει µια πολύ µεγάλη γκάµα από αποχρώσεις, βάζοντάς την, ταυτόχρονα, στην υπηρεσία µιας συγκεκριµένης κατευθυντήριας γραµµής που θέλει να δώσει σε κάθε ξεχωριστό έργο. Έχει το χαρακτηριστικό των πολύ µεγάλων καλλιτεχνών να ξέρει να εκφράζει µέσα από την τελευταία µικρή νοτίτσα το πιο βαθύ µήνυµα του κάθε συνθέτη. Θα µε εντυπωσιάσει η σοβαρότητα της ερµηνείας του πριν από λίγους µήνες ως Μάκβεθ, όπως και παλαιότερα σε ένα κλασικό έργο του γερµανικού ροµαντισµού, το «Diechterliebe» του Σούµαν, παρά το γεγονός ότι είχε ασκήσει τότε πολύ αυστηρή κριτική στον εαυτό του. Με τον Τάση, όµως, δεν συµφωνούµε σε όλα. Εγώ προτιµώ τη δωρικότητα της γερµανικής όπερας, τον Μέντελσον και τον Βάγκνερ, ενώ εκείνος την αµεσότητα της ιταλικής του 18ου και 19ου  αιώνα, τον Βέρντι. Η αµεσότητα του παιξίµατός του, µάλιστα, είναι τέτοια, που θα του πει κάποτε ένας θεατής στη Γερµανία: «Χωρίς να γνωρίζω λέξη ιταλικά, καταλαβαίνω από τις χειρονοµίες σας τι λέτε». 
 
Επιπλέον, κάνει µια παράλληλη, ισότιµη καριέρα στο ελληνικό έντεχνο τραγούδι, σε έργα του Χατζιδάκι, του Θεοδωράκη, του Γρηγορίου, του Μαµαγκάκη, µια επιλογή µε την οποία εγώ είχα διαφωνήσει. Η απάντησή του ήταν αφοπλιστική: «Για εσάς τους πιανίστες, η γλώσσα σας είναι διεθνής, η µουσική, για εµένα, όµως, που τραγουδάω όπερα στα ιταλικά, τα γερµανικά, τα γαλλικά, τα ρωσικά, είναι ζωτική ανάγκη να επικοινωνήσω και στη γλώσσα µου, αλλιώς δεν θα νιώθω ισορροπηµένος, και ο µέγας πλούτος του ελληνικού τραγουδιού είναι το έντεχνο». Ο Τάσης έχει όλα τα φόντα να γίνει νούµερο ένα παγκοσµίως στο λυρικό τραγούδι. Εύχοµαι να το καταφέρει, διατηρώντας την αγνότητα του ύφους του.   
 

Issue Articles