June 25, 2014

Ο ουραγός στη στέγη, του Σπύρου Ζωνάκη

Σκίτσα: Δημήτρης Κορδαλής
 
Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα στην Ευρώπη που εξακολουθεί να αγνοεί το θεσμό της κοινωνικής κατοικίας. 
 
 Η πρόσφατη εξαγγελία του πρωθυπουργού για τη λειτουργία ενός υπνωτηρίου 80 ατόμων στην πλατεία Βάθης, αλλά και η «γέννηση», τον περασμένο Απρίλιο, της πρώτης «κοινωνικής πολυκατοικίας» για  αστέγους στην Ελλάδα, στην οδό Μπουμπουλίνας, στο κέντρο της Αθήνας,  έγιναν αφορμή για να ανοίξει μια έντονη –για λίγο διάστημα, τουλάχιστον- συζήτηση για την ανύπαρκτη κοινωνική πολιτική κατοικίας στη χώρα μας. 
 
 
Εμπνεύστρια της ιδέας για μια πολυκατοικία-καταφύγιο για άστεγες οικογένειες είναι η ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια Βέρα Μεσσήνη, πρόεδρος της νεοσύστατης μη κερδοσκοπικής εταιρείας «Ανθρώπινοι Άνθρωποι». Το κτίριο –που παραχωρήθηκε έναντι συμβολικού αντιτίμου για χρήση από το Ίδρυμα Χατζηκώνστα στο Δήμο Αθηναίων– επισκευάστηκε και επιπλώθηκε από την οργάνωση «Ανθρώπινοι  Άνθρωποι», με το δήμο να αναλαμβάνει τη σίτιση των διαμενόντων, όπως και τους λογαριασμούς των ΔΕΚΟ. «Ήδη, έχουν στεγαστεί 16 οικογένειες, πολύτεκνες, μονογονεϊκές, ηλικιωμένοι. Η διαμονή τους θα είναι αρχικά για δύο χρόνια, με δυνατότητα ανανέωσης σε περίπτωση που δεν έχουν αποκτήσει ακόμα αυτάρκεια. Στόχος μας δεν είναι μονάχα η στέγαση, αλλά και η ψυχοκοινωνική στήριξη και επαγγελματική επανένταξη αυτών των ανθρώπων. Επιπλέον, μας έχουν προσφερθεί από πολίτες άλλες τέσσερις πολυκατοικίες και 50 διαμερίσματα προκειμένου να φιλοξενηθούν οικογένειες χωρίς στέγη», μας λέει η κ. Μεσσήνη. 
 
«Ιδιωτικές πρωτοβουλίες που διανέμουν κατά περίπτωση παροχές και ευεργετήματα αλλά δεν κατοχυρώνουν δικαιώματα δεν μπορούν να υποκαταστήσουν μια  δημόσια κοινωνική στεγαστική πολιτική, η οποία απουσιάζει στην Ελλάδα. Η ελληνική πολιτεία πρέπει να προχωρήσει στην εφαρμογή του θεσμού της κοινωνικής κατοικίας, όπως αυτός ισχύει σε όλη την υπόλοιπη Ευρώπη», σημειώνει, από τη μεριά της, η αρχιτέκτονας Δήμητρα Σιατίτσα, υποψήφια διδάκτωρ του ΕΜΠ και μέλος της ομάδας νέων ερευνητών Encounter Athens που ασχολούνται με ζητήματα του χώρου της πόλης.
 
 
Πρωτοπόρος η Ολλανδία
 
 Αλήθεια, όμως, τι είναι η κοινωνική κατοικία; Στην Ευρώπη, κοινωνική κατοικία ονομάζεται η στέγη που ανήκει στο δημόσιο και  σε επιχορηγούμενους από αυτό μη κερδοσκοπικούς φορείς και διατίθεται με κοινωνικό ενοίκιο σε δικαιούχους που δεν μπορούν να καλύψουν τις στεγαστικές τους ανάγκες μέσω της αγοράς. Με εξαίρεση την Ελλάδα, όλα τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. διαθέτουν ένα απόθεμα κοινωνικών κατοικιών, όπου στεγάζονται 25 εκατομμύρια νοικοκυριά. Με 32% επί του συνολικού οικιστικού της αποθέματος, η Ολλανδία παρουσιάζει το μεγαλύτερο ποσοστό κοινωνικών κατοικιών, ακολουθούμενη από την Αυστρία (23%), τη Δανία (19%), τη Σουηδία (18%), τη Βρετανία (18%) και τη Γαλλία (17%). Στον αντίποδα, οι χώρες της Νότιας και Ανατολικής Ευρώπης (εκτός από την  Τσεχία και την Πολωνία) εμφανίζουν χαμηλά ποσοστά κοινωνικής στέγης (π.χ. Λετονία 0,4%, Ρουμανία 2,3%, Ισπανία 2%, Ιταλία 5,7%). 
 
Όντως, οι  πολιτικές για την κοινωνική κατοικία διαφέρουν ουσιωδώς από χώρα σε χώρα. Συνοπτικά, υπάρχουν τρεις διαφορετικές προσεγγίσεις ανάλογα με το εύρος των δικαιούχων κοινωνικής στέγης.
 
 
 Σύμφωνα με την «υπολειμματική» προσέγγιση (που ισχύει σε Βουλγαρία, Κύπρο, Εσθονία, Ουγγαρία,  Ιρλανδία,  Λιθουανία, Λετονία,  Μάλτα, Πορτογαλία,  Ρουμανία,  Σλοβακία και  Ισπανία), κοινωνική κατοικία δικαιούνται  μόνο οι κοινωνικά αποκλεισμένοι και οι πλέον ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού (άστεγοι, άποροι, άνεργοι, άτομα με επισφαλές εισόδημα). Κατά τη «γενική» προσέγγιση (που εφαρμόζεται σε Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία, Αυστρία,  Βέλγιο, Γαλλία, Φινλανδία,  Ιταλία, Λουξεμβούργο,  Πολωνία,  Τσεχία και  Σλοβενία), η πρόσβαση στην κοινωνική στέγαση εξαρτάται από ανώτατα όρια εισοδήματος, καθώς και από τη σύνθεση του νοικοκυριού (συμπεριλαμβανομένων ηλικιωμένων, νέων,  αναπήρων, πολύτεκνων οικογενειών). Αντιθέτως, στο «καθολικό» μοντέλο (που χρησιμοποιείται σε Σουηδία, Δανία, και μέχρι πρόσφατα στην Ολλανδία), η κοινωνική κατοικία απευθύνεται σχεδόν σε όλο τον πληθυσμό. Ωστόσο, η απαίτηση της Κομισιόν, στη βάση της προστασίας του ανταγωνισμού με την ιδιωτική αγορά κατοικίας, για περιορισμό της  κοινωνικής στέγης στις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες την έχει φέρει αντιμέτωπη τα τελευταία χρόνια με αρκετά κράτη-μέλη. 
 
Έτσι, στην Ολλανδία, από το 2010, αποκλείονται από την κοινωνική κατοικία άτομα με ετήσιο εισόδημα πάνω από 34.000 ευρώ, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα 400.000 νοικοκυριά να χάσουν αυτό το δικαίωμα, η Γαλλία υποχρεώθηκε να μειώσει κατά 10,3% το ανώτατο όριο εισοδήματος που επιτρέπει την πρόσβαση σε κοινωνική στέγαση, ενώ και η  Βιέννη (η οποία με τα συγκροτήματα των  220.000 δημοτικών κατοικιών σε διάφορους τομείς της πόλης, όπου κατοικούν μισό εκατομμύριο δημότες, θεωρείται διεθνώς ως υπόδειγμα για την κοινωνική ανάμειξη του αστικού πληθυσμού), πιέζεται από την Κομισιόν να αναθεωρήσει το ετήσιο εισοδηματικό όριο των 42.000 ευρώ για τους δικαιούχους επιδοτούμενης στέγης.
 
 
Ιδιωτικοποίηση 
 
Τα ενοίκια των κοινωνικών κατοικιών (που κυμαίνονται αρκετά κάτω από αυτά της αγοράς) προσδιορίζονται, συνήθως, είτε με βάση τα εισοδήματα των ενοικιαστών (όπως σε Βέλγιο, Ιταλία, Ιρλανδία, Ολλανδία, Πορτογαλία) είτε με βάση το κόστος  κατασκευής της κατοικίας (όπως σε Αυστρία, Γαλλία, Δανία, Φινλανδία), ενώ για άτομα με πολύ χαμηλά  ή καθόλου εισοδήματα αυτά καλύπτονται μέσω στεγαστικών επιδομάτων. Επίσης, ορισμένα κράτη (π.χ. Βρετανία, Ολλανδία, Γαλλία, Αυστρία) επιτρέπουν υπό προϋποθέσεις και την αγορά των κοινωνικών κατοικιών από τους ενοίκους τους. 
 
Αλλά ποιοι είναι ακριβώς οι πάροχοι των κοινωνικών κατοικιών; Ενώ στη Δανία και την Ολλανδία η διάθεση κοινωνικής στέγης επιφυλάσσεται αποκλειστικά σε μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς –που ανέρχονται σε 700 και 425 αντίστοιχα– και  σε μια σειρά ανατολικοευρωπαϊκών χωρών (π.χ. Σλοβακία, Βουλγαρία, Ουγγαρία, Εσθονία, Λιθουανία, Λετονία, Ρουμανία) στους δήμους, στην πλειοψηφία των ευρωπαϊκών κρατών η παροχή κοινωνικής στέγασης υλοποιείται τόσο από μη κερδοσκοπικούς φορείς όσο και  από το δημόσιο (κυρίως μέσω των δημοτικών αρχών και δημόσιων εταιρειών), το οποίο, ωστόσο, ολοένα και περισσότερο αποσύρεται από την κατασκευή νέων κατοικιών, επικεντρωνόμενο στη διαχείριση των υπαρχόντων. Ενδεικτικά, στη Βρετανία, οι οικοδομικοί συνεταιρισμοί παρέχουν, πλέον, το 54% της κοινωνικής στέγης, ενώ στην Αυστρία, την τελευταία δεκαετία, οι δήμοι οικοδόμησαν  μόλις το 12% των κοινωνικών κατοικιών.  Παράλληλα, στο πλαίσιο  των μέτρων λιτότητας, τα περισσότερα κράτη  συρρικνώνουν τη χρηματοδότηση των προγραμμάτων κοινωνικής κατοικίας (που γίνεται με απευθείας επιχορήγηση από την κεντρική διοίκηση, τις περιφερειακές και δημοτικές αρχές, δάνεια από ειδικά δημόσια ταμεία, επιδοτήσεις επιτοκίων και εγγυήσεις του δημοσίου σε περιπτώσεις ιδιωτικών δανείων).
 
 
Πράγματι, την ώρα που στην Αγγλία  η ζήτηση για κοινωνική κατοικία έχει πολλαπλασιαστεί –οι λίστες αναμονής αυξήθηκαν κατά 57% από το 2001, αγγίζοντας τα 1,8 εκατομμύρια νοικοκυριά– η δημόσια επιδότηση των οικοδομικών συνεταιρισμών περικόπηκε κατά 63%, ενώ στην Αυστρία ο αριθμός των κατοικιών που λαμβάνουν δημόσιες επιχορηγήσεις μειώθηκε κατά 25% το 2010.  Ταυτόχρονα, σε πολλές χώρες, εντείνεται η ιδιωτικοποίηση της κοινωνικής στέγης.  Στη Γερμανία, οι υπερχρεωμένοι δήμοι της χώρας προχωρούν στην πώληση ολοένα και περισσότερων κοινωνικών κατοικιών, με αποτέλεσμα από τις 2,47 εκατομμύρια το 2002 να έχουν απομείνει το 2010 μόλις 1,66 εκατομμύρια, εκτοξεύοντας –σε συνδυασμό  με τις εξώσεις– τον αριθμό των αστέγων στους 254.000, ενώ και η Κοινότητα της Μαδρίτης ξεπούλησε πρόσφατα 3.000 κοινωνικές κατοικίες για 200 εκατομμύρια ευρώ. 
 
 
Καθολικό δικαίωμα
 
Υπάρχουν, βέβαια, και αντίθετα παραδείγματα, όπως αυτό του Βελγίου, όπου στη φλαμανδική περιφέρεια, σύμφωνα με ένα νέο ψήφισμα, σε κάθε νέο συγκρότημα (που αποτελείται από 10 κτίρια/50 διαμερίσματα) τουλάχιστον το 20% πρέπει να διατίθεται για σκοπούς κοινωνικής κατοικίας, ενώ το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 40% αν η γη ανήκει στο δημόσιο, ενώ στη Γαλλία  ο «Νόμος περί Αλληλεγγύης και Αστικής Ανανέωσης» υποχρεώνει κάθε δήμο να διαθέτει  το 20% των νέων κατασκευών για  κοινωνική κατοικία (το ποσοστό στο Παρίσι ανέρχεται στο 25%).   Επιπλέον, μερικά κράτη κατοχυρώνουν και νομοθετικά το καθολικό δικαίωμα στην κατοικία. Το πρώτο ήταν η Σκωτία το 2003, που με τον Homelessness Scotland Act προβλέπει τη μόνιμη στεγαστική αποκατάσταση από τις δημοτικές αρχές των αιτούντων στέγη σε διάστημα  το πολύ ενός έτους, διαφορετικά αυτοί μπορούν να προσφύγουν δικαστικά εναντίον τους.  Αλλά και στη Γαλλία,  ο νόμος DALO του 2007 καθιερώνει την κατά προτεραιότητα πρόσβαση σε κατοικία των άστεγων, όσων ζουν σε κακές συνθήκες στέγασης, καθώς και αυτών που κινδυνεύουν με έξωση κι αδυνατούν να εξασφαλίσουν βιώσιμη επαναστέγαση, επιτρέποντας στους μη αποκατασταθέντες εντός 6 μηνών να ζητήσουν δικαστική επανόρθωση από τις τοπικές αρχές.
 
 
Η δημιουργία ενός ανεπτυγμένου πλαισίου κοινωνικής κατοικίας και η προστασία του δικαιώματος στη στέγη  βρίσκεται στο επίκεντρο των διεκδικήσεων δυναμικών κινημάτων σε όλη την Ευρώπη.
Στην Ισπανία, όπου τα τελευταία χρόνια έχουν κατασχεθεί από τις τράπεζες 500.000 σπίτια, οι ακτιβιστές της «Πλατφόρμας Πληγέντων από Υποθήκες» («PAH»)  έχουν καταφέρει μέχρι σήμερα να σταματήσουν πάνω από 900 εξώσεις  και να καταλάβουν πάνω από 30 άδεια κτίρια που κατείχαν οι τράπεζες, επαναστεγάζοντας περίπου 1.200 ανθρώπους. Πέρυσι, η αριστερή κυβέρνηση της Ανδαλουσίας ψήφισε ένα νόμο που δίνει στις τοπικές αρχές το δικαίωμα της απαλλοτρίωσης της χρήσης ενός κατασχεμένου από την τράπεζα σπιτιού και την προσφορά του για ένα χρονικό διάστημα στους ενοίκους του. Επιπλέον, αρκετές ισπανικές δημοτικές αρχές επιβάλλουν πρόστιμα σε τράπεζες για όσες κατασχεμένες κατοικίες έχουν παραμείνει κλειστές πάνω από δύο χρόνια, ενώ άλλοι δήμοι της χώρας ζητούν από τις τράπεζες να βγάλουν τα  κατασχεμένα σπίτια στην αγορά ακινήτων, ειδάλλως να τα παραδώσουν σε αυτούς για να τα λειτουργήσουν ως κοινωνική στέγη.
 
Κίνημα καταλήψεων
 
 Ένα  πρωτοφανές κύμα καταλήψεων στέγης αναπτύσσεται τον τελευταίο καιρό και στην Ιταλία. Ενδεικτικά, στην εργατική γειτονιά του Σαν Σίρο, στο Μιλάνο, 5.000 διαμερίσματα τελούν υπό κατάληψη, τόσο από φτωχούς ντόπιους όσο και από  μετανάστες. Συνολικά, στο Μιλάνο, 80.000 οικογένειες μένουν σε  κατειλημμένα άδεια κτίρια, ενώ  αντίστοιχα είναι τα νούμερα στη Ρώμη και τις άλλες μεγάλες πόλεις της χώρας. Οι καταλήψεις έχουν τη στήριξη  των κατά τόπους κοινωνικών κέντρων και του πανεθνικού δικτύου  «Κατοικώντας στην Κρίση» («Abitare nella Crisi»). Στα κατειλημμένα κτίρια, μάλιστα, φιλοξενούνται κάθε λογής δομές αλληλεγγύης – από κοινωνικά ιατρεία μέχρι συλλογικές κουζίνες κι από χαριστικά παζάρια μέχρι αυτοοργανωμένα γυμναστήρια.  
 
Στη Γαλλία, όπου 274.000 άτομα προσπαθούν να διαβιώσουν σε  άδεια κτίρια και αυτοσχέδιες κατασκευές, το κίνημα «Δικαίωμα στη Στέγη» («DAL») έχει ως αίτημα την πρόσβαση όλων σε αξιοπρεπή κατοικία, προχωρώντας και σε καταλήψεις κενών κτιρίων. Είναι και υπό την πίεση του που η γαλλική κυβέρνηση θα εκπονήσει ένα σχέδιο έκτακτης ανάγκης με στόχο την κατασκευή  150.000  κοινωνικών κατοικιών μέχρι το 2017 – την ώρα που οι αιτήσεις για κοινωνική στέγη αγγίζουν τα 1,2 εκατομμύρια. Παράλληλα, ορισμένοι δήμοι (κυρίως λαϊκά προάστια του Παρισιού) έχουν κηρύξει την επικράτειά τους «ζώνη ενάντια στις εξώσεις» και κινητοποιούν κάθε μέσο για την παρεμπόδισή τους. Αλλά και στη Γερμανία, η εκτόξευση των ενοικίων στα ύψη και η δραματική αύξηση  των εξώσεων ένωσε αριστερούς ακτιβιστές, συνταξιούχους, μετανάστες και μεσοαστικές οικογένειες στη «Συμμαχία κατά των Εξώσεων», η οποία μάχεται για την προστασία των δικαιωμάτων των κατοίκων απέναντι στις αυθαιρεσίες των κερδοσκόπων επενδυτών.
 
 
«Μπορούμε να αντλήσουμε έμπνευση από αυτά τα κινήματα», επισημαίνει η κ. Σιατίτσα. «Η γεφύρωση των πολιτικών κοινωνικής κατοικίας με τις υπηρεσίες για αστέγους αποτελεί, πλέον, πάγιο αίτημα ειδικών και κοινωνικών οργανώσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Τα ενδιάμεσα στάδια προσωρινής στέγασης, όπως τα υπνωτήρια και οι ξενώνες, πρέπει να περιοριστούν, καθώς έχει αποδειχθεί ότι, ουσιαστικά, ανακυκλώνουν τον αποκλεισμό. Η περιορισμένη μέχρι σήμερα ανάπτυξη τέτοιων δομών στην Ελλάδα και η ύπαρξη πολλών άδειων και κλειστών κτιρίων και διαμερισμάτων –που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν ακόμα  και με τη θέσμιση πρακτικών ανάκτησής τους από συνεταιρισμούς κατοίκων– αποτελεί ευκαιρία για να περάσουμε κατευθείαν σε προγράμματα άμεσης πρόσβασης σε σταθερή κατοικία, με την παροχή ενός κατάλληλου οικονομικού, προνοιακού και υποστηρικτικού πλαισίου και σε πολιτικές που προλαμβάνουν την  απώλεια της στέγης», καταλήγει.
 
Είναι ακριβώς ένα τέτοιο προληπτικό πρόγραμμα στήριξης οικογενειών που κινδυνεύουν άμεσα να μείνουν άστεγες, την «Κοινωνική Κατοικία», που υλοποιεί από το Μάρτιο του 2012 η ΜΚΟ PRAKSIS  στις Περιφέρειες Αττικής και Θεσσαλονίκης (με τη χρηματοδότηση του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος). Το πρόγραμμα, που διαρκεί τρεις έως έξι μήνες, απευθύνεται κυρίως σε τετραμελείς οικογένειες, ενώ η ύπαρξη ανήλικων τέκνων και η μείωση του εισοδήματος τα τελευταία δύο έτη αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη συμμετοχή σε αυτό. «Αυτή τη στιγμή, παρέχουμε επιδότηση ενοικίου ή στεγαστικού δανείου, λογαριασμών ΔΕΚΟ και επισιτιστική ενίσχυση με διατακτικές από σούπερ μάρκετ σε 450 οικογένειες, ενώ συνολικά έχουμε εξυπηρετήσει περίπου 2.000. Μέσω ψυχοκοινωνικής στήριξης και εργασιακής και χρηματοοικονομικής συμβουλευτικής, στοχεύουμε να σταθούν οι γονείς στα πόδια τους, ώστε να μην έχουν ανάγκη κοινωνικές υπηρεσίες. Μάλιστα, το 50% όσων εντάχθηκαν στο πρόγραμμα αποκαταστάθηκαν επαγγελματικά και εξόφλησαν ή έχουν μπει σε διαδικασία ρύθμισης των οφειλών τους», σημειώνει η κοινωνική λειτουργός  Ιωάννα Περτσινίδου.
 
 

Issue Articles