Aug. 27, 2014

Συναντήσεις της Ελευθερίας Κουµάντου

Έλλη Νικολάου και Παναγιώτης Κοντός
 
Η 'Ελλη Νικολάου, 89 ετών, πρώην ιδιοκτήτρια του βιβλιο-πωλείου «Έλλη» στη Βικτώρια, συναντιέται µε τον πελάτη και φίλο της, εκπαιδευτικό Παναγιώτη Κοντό, 60 ετών.
 
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ: Είµαι εκπαιδευτικός. Ανέκαθεν, µου άρεσε το διάβασµα, πάντα µε ένα βιβλίο στο χέρι. Έτσι, ο δρόµος µου, πριν από περίπου 20 χρόνια, µε έβγαλε στο βιβλιοπωλείο της Έλλης. Δεν ήξερα ποια είναι, την ιστορία της. Αρχικώς, γνώρισα την κόρη της. Από τη Νατάσα, έµαθα ότι η Έλλη είχε φυλακιστεί και βασανιστεί από τους Γερµανούς, ότι µετά φυλακίστηκε και εξορίστηκε επειδή δεν υπέγραφε. Δώδεκα χρονιά από τη ζωή της τα πέρασε σε κρατητήρια, σε φυλακές, σε στρατόπεδα. Στην Ελπίδος, στο Χαϊδάρι, στη Χίο, στο Τρίκερι, στη Μακρόνησο, στον Άη Στράτη...
 
Η Έλλη µού µίλησε πρώτη. Ήθελε να µάθει τη γνώµη µου για το «Αγάπησα έναν κοµµουνιστή». Το έκανε πάντα αυτό η Έλλη. Όπου µπορούσε να ακούσει, άκουγε. Δεν περίµενα, όµως, από την κοκέτα την Έλλη, που ντύνεται, στολίζεται, που αγαπάει τη ζωή, που διαβάζει, που πάει στον Θεοδωρόπουλο, που συζητάει για τον κινηµατογράφο, ότι είχε αυτή την ιστορία.
 
Είχα γνωρίσει πολλούς που ήταν στη εξορία, ο τρόπος, όµως, που τα έλεγε δεν είχε αυτή την έπαρση, “να δεις ποια είµαι εγώ”. Δεν µου είπε ποτέ: “Τώρα θα ακούσεις την αλήθεια, γιατί εγώ ξέρω”. Πάντα µε ρώταγε τι γίνεται στα σχολεία, τι λένε τα παιδιά, µε ένα φοβερό ενδιαφέρον .
 
Ήταν το ζωντανό παράδειγµα που σου έλεγε την ιστορία της Ελπίδος για την Aσφάλεια, για τα βασανιστήρια. Δεν είχε αυτό, που µου έλεγε εµένα, το «άσε τα ξανθοπουλικά σου». Είχε περάσει τόσα πράγµατα, αλλά τα έλεγε µε έναν τρόπο ότι ήταν η εποχή έτσι, ότι έτσι θα έπρεπε να έχουν γίνει τα πράγµατα. Σε σχέση µε αυτούς που «σπάσανε», µου είπε: «Σε ένα χαστούκι, δεν πονάνε όλοι το ίδιο». Αυτό µε εντυπωσίασε στην Έλλη.
 
Δεν είχε άποψη ότι η Βάρκιζα ήταν λάθος ή ότι αυτό ήταν το σωστό. Μπορεί να µην ήξερε τις λεπτοµέρειες για τους ζαχαριαδικούς στην Τασκένδη, αλλά το είχε δει στη ζωή της. Όταν αρχίσαµε να µιλάµε πιο πολύ, ήθελα να φύγω από το χώρο δουλειάς, όπου  ήταν, για παράδειγµα, η 45άρα συνάδελφος που έβριζε την ΟΛΜΕ  –δεν έκανε και κάτι άλλο– για να έρθω και να µιλήσω µε την  Έλλη, που είχε την αγωνία να µάθει τι γίνεται. Χωρίς να είναι το κοµµατικό καθήκον της, χωρίς να είναι κοµµατικά οργανωµένη, είχε την αίσθηση του καθήκοντος. Παρέµεινε ευαισθητοποιηµένη σε κοινωνικά ζητήµατα. Ήταν µορφωµένη, ήταν επαναστάτρια, είχε να σου πει πράγµατα, γιατί ήταν η βιωµένη της αλήθεια. Δεν αρνήθηκε ποτέ ότι το κόµµα καθοδηγούσε την Αντίσταση. Αλλά   έβαζε πρώτα το δίκιο και µετά το κόµµα.
 
Δεν έχουµε τσακωθεί ποτέ, αλλά µου τα «χώνει» όταν πρέπει. Είχα προβλήµατα µε το σπίτι, άκουγε η Έλλη. «Έλα καηµένε...», µε έβαζε στα ίσα µου. Μια εικόνα που δεν ξεχνάω είναι όταν διαβάζαµε τα γράµµατα από την Αντίσταση για την Ασφάλεια. Όταν ήταν µελλοθάνατη η Καραγιάννη και η Ηρώ Κωνσταντοπούλου, ήταν µαζί. Της είπαν ότι «θα φύγεις και εσύ» και δεν ήξερε για πού, για εκτέλεση ή για το σπίτι της.  Όταν µου τα είπε όλα αυτά εκείνο το βράδυ, όλα τα προβλήµατά µου µίκρυναν. «Δεν έχεις τσίπα µέσα σου», είπα στον εαυτό µου, «η Έλλη τράβηξε τόσα, και βλέπεις πόσο απλά σου τα λέει». Όταν την είδα πρώτη φορά, δεν φανταζόµουν ότι µπορεί αυτός ο άνθρωπος επί 12 χρόνια να έχει τραβήξει τόσα. Δεν απεµπόλησε ιδεολογικά τίποτα, ούτε τη γυναικεία της φύση ούτε την ιδεολογία. Φάνηκε από τη ζωή της ότι δεν συµβιβάστηκε.
 
Θα ήθελα να µπορώ να ζήσω τα υπόλοιπά µου χρόνια µε την ψυχολογία και τη φιλοσοφία ζωής της Έλλης, τη ζωντάνια της. Αυτό µου το έδωσε να το καταλάβω η Έλλη και µου έβαλε τον πήχυ ψηλά. Η Έλλη δεν θα µπορούσε να πάρει από µένα. Εγώ την είχα ως παράδειγµα στις δύσκολες στιγµές µου. Την  Έλλη που ξέρει να αγωνίζεται, που ξέρει να είναι µόνη της, να δίνει τα πάντα και να µη χάνει τις ισορροπίες.
 
ΈΛΛΗ: Ο Παναγιώτης ήταν ένας πελάτης, όχι από τα πρώτα χρόνια, από τους πιο σοβαρούς, από αυτούς που ήξεραν και να διαβάζουν και, φυσικά, σιγά-σιγά, είδα τις απόψεις του και διαπίστωσα ότι ήταν ένας καθηγητής που δεν ήταν µόνο για να διδάσκει. Πιάσαµε την κουβέντα για τα βιβλία και µετά για την πολιτική. Ακόµη και κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, εγώ έκανα συζητήσεις µέσα στο µαγαζί, και µου έλεγαν: «Μα καλά, δεν φοβάσαι;». Πάντα προσπαθούσα να προωθήσω και βιβλία που ήταν διαφορετικά...
 
Στον Παναγιώτη εκτίµησα πολύ το ενδιαφέρον που έδειχνε για τα παιδιά. Πολλές φορές, µου είχε πει: «Θέλω να σε πάρω να τους µιλήσεις, να τους πεις την ιστορία σου». Είχα έναν άνθρωπο που µπορούσα να συζητήσω. Με πολλούς συζητούσα, αλλά µε τον Παναγιώτη αναπτύχθηκε µια ιδιαίτερη σχέση . Ήταν κοντά στη δική µου άποψη για τα γεγονότα... Ήταν µέσα στα γεγονότα, χωρίς να έχει παρωπίδες. Χωρίς να παίρνει θέση από εδώ ή από εκεί. Δεν έχει από εδώ ή από εκεί... Ο δρόµος είναι ένας. Όλοι µαζί να δούµε τι µπορούµε να κάνουµε.
 
Αγόραζε πάντα πιο «ψαγµένα» βιβλία, µου ζητούσε Πλάτωνα, Επίκουρο, µου έκανε ολόκληρες συζητήσεις για τον Επίκουρο, για τον υλισµό, συζητούσαµε για όλα αυτά... Εγώ δεν µπορούσα να κάνω τόσο βαθιές συζητήσεις, ο Παναγιώτης, που είναι δάσκαλος, καθηγητής, µπορούσε, και εγώ πάντα συµµετείχα, µε διάθεση να µάθω και εγώ από αυτόν... Ήθελα να κουβεντιάσω περισσότερο από µια λογοτεχνία, κάτι πιο επιστηµονικό, µου κάλυπτε αυτό το κενό... Μου αρέσει ο τρόπος που διηγείται, ο τρόπους που µου µιλούσε για τους µαθητές του, η αγάπη που έδειχνε για τους µαθητές του, δεν ήταν ο δάσκαλος ο ξερόλας που είχε πάρει το βιβλίο και έκανε το µάθηµα. Διαµόρφωνε πολίτες υπεύθυνους, τους έβγαζε στη ζωή µε κάποια εφόδια παραπάνω από αυτά του σχολείου. Και οι µαθητές του πήρανε περισσότερα από τη σχολική ύλη. Πήρανε µαθήµατα ζωής. Τώρα που τον άκουσα να µιλάει για µένα νοµίζω ότι υπερβάλλει. Όταν µπορώ να κάνω κάτι, να βοηθήσω, θα το κάνω. Ό,τι είχα πάρει από τον αγώνα το έκανα στάση ζωής.
 
Εγώ γεννήθηκα το 1925. Από τότε που µπήκαν οι Γερµανοί αρχίζει η δράση, η Αντίσταση, η ζωή µας άλλαξε τελείως, την προσαρµόσαµε σε άλλα πράγµατα. Ήταν µια ηλικία που κάναµε όνειρα, σπουδών, για έναν έρωτα. Με παραδίδουν οι Έλληνες στους Γερµανούς. Με πηγαίνουν στο Χαϊδάρι.
 
Αποµόνωση. Στις 7 Σεπτεµβρίου του 1944, φωνάζουν το όνοµά µου. Νοµίζω ότι µε πηγαίνουν για εκτέλεση. Αλλά, τελικά, µου άνοιξαν την πόρτα και έφυγα. Μετά την Κατοχή, όσοι δεν υπογράψαµε ήµασταν προδότες. Βγήκα στην παρανοµία. Άρχισε το κυνηγητό. Δεν µπορούσαν όλοι να περάσουν από στρατοδικείο. Άρχισε η εξορία. Γιοµίσαµε τα νησιά. Οι πρώτες πήγαν στην Ικαρία, και µετά αρχίζει η Χίος, το Τρίκερι. Επειδή δεν συµµορφώθηκα, µε µετέφεραν στο Μακρονήσι. Στο Τρίκερι, ο διοικητής µου είπε: «Εγώ θα σου κρατήσω το µικρόφωνο, κάνε δήλωση να φύγεις». Δεν έκανα. Έφτασα µέχρι τον Άη Στράτη . Το 1955, βγήκα. Το σπίτι µου ήταν διαλυµένο. Δεν µπορούσα να βρω δουλειά πουθενά. Και όταν έβρισκα, πήγαινε η Ασφάλεια και τους έλεγε για µένα. Μου έλεγαν: «Έλα κοριτσάκι µου, κάνε µια δήλωση». Απελπίστηκα, είχα και την κόρη µου στην κοιλιά.
 
Κάποια στιγµή, µπόρεσα και πήρα το µαγαζί στην Γ΄Σεπτεµβρίου. Μικρό σαν περίπτερο ήταν, στο πίσω µέρος ο πρώην ιδιοκτήτης έφτιαχνε κουµπιά. Έφερα και κλωστές. Έβαλα στην αρχή ξένο τύπο, µετά περιοδικά και, στο τέλος, έβαλα και βιβλία. Ασχολήθηκα πολύ και συνδικαλιστικά στο χώρο του βιβλίου. Μέχρι που έφυγα. Ήρθαν από πολλά κόµµατα και µε προσέγγισαν. Αλλά, εγώ τους έλεγα ότι είχα τη δική µου γραµµή. Είχα τον δικό µου τρόπο αντίστασης. Νοµίζω ότι η συµπεριφορά µου και στην κόρη µου ήταν αυτή που έπρεπε, είχα τον καηµό που σκότωσα εγώ τα όνειρά µου, ήθελα η κόρη µου να ζήσει ό,τι µπορούσε παραπάνω. 
 

Issue Articles