Aug. 27, 2014

Η φαντασία στην επιστήµη, του Βασίλη Παπακριβόπουλου

Το διαδίκτυο βρίθει επιστηµονικών επιθεωρήσεων η σοβαρότητα των οποίων είναι αντίστοιχη επιθεωρήσεων του... Μάρκου Σεφερλή.
 
σκίτσα: Δηµήτρης Κορδαλής
 
Στην Ασµάρα, την πρωτεύουσα της Ερυθραίας, δεν υπάρχει κανένα ινστιτούτο ιατρικών ερευνών µε το όνοµα Wassee (πιθανότατα, λόγω της ακραίας φτώχειας αυτής της αφρικανικής χώρας, δεν υπάρχει ούτε καν ένα παρόµοιο ινστιτούτο). Εξίσου ανύπαρκτος είναι και ο ερευνητής Οκοραφάο Οµπάνγκε. Ωστόσο, όλα αυτά δεν εµπόδισαν διόλου την ηλεκτρονική επιστηµονική επιθεώρηση «Journal of Natural Pharmaceuticals» να δηµοσιεύσει ένα άρθρο στο οποίο αυτός ο φανταστικός ερευνητής παρουσίαζε τα αποτελέσµατα των ερευνών του πάνω στις θαυµατουργές αντικαρκινικές ιδιότητες µιας ουσίας που περιέχεται σε ένα είδος λειχήνα. 
 
Αν κάτι µπορεί να παρηγορήσει τους υπεύθυνους του «Journal of Natural Pharma- ceuticals», αυτό είναι ότι δεν υπήρξαν τα µόνα θύµατα του Τζον Μποχάνον: 157 από τις 304 ηλεκτρονικές επιστηµονικές επιθεωρήσεις στις οποίες έστειλε καταφανώς πλαστά άρθρα κι επιστηµονικές ανακοινώσεις την «πάτησαν» και τα δηµοσίευσαν χωρίς τον παραµικρό έλεγχο, παρά το γεγονός ότι, εκτός από τα ανύπαρκτα ονόµατα, περιείχαν, επίσης, πλήθος κραυγαλέων µεθοδολογικών σφαλµάτων, προφανείς αντιφάσεις στις τιµές των µεγεθών ή των γραφηµάτων κ.λπ. Τι ώθησε, όµως, τον κύριο Μποχάνον να επιδοθεί στο πρωτότυπο, δηµιουργικό, διασκεδαστικό –σχεδόν ντανταϊστικό– επάγγελµα του πλαστογράφου επιστηµονικών δηµοσιεύσεων; 
 
 
Παράδοση και διαδίκτυο
 
Όπως µας εξηγεί η έγκριτη γαλλική εφηµερίδα «Libération», ο Τζον Μποχάνον είναι συνεργάτης της παγκοσµίου κύρους αµερικανικής επιθεώρησης «Science», η οποία, όπως και πολλές άλλες οµοειδείς της, αντιµετωπίζει εντονότατο ανταγωνισµό από τον µεγάλο αριθµό επιστηµονικών επιθεωρήσεων µε δωρεάν πρόσβαση που έχουν κάνει την εµφάνισή τους στο διαδίκτυο. Αντίθετα απ’ ό,τι συµβαίνει στην περίπτωση των παραδοσιακών επιθεωρήσεων, οι οποίες –εκτός του ότι ανήκουν µερικές φορές σε µη κερδοσκοπικά ιδρύµατα– αντλούν τα σηµαντικά ποσά που απαιτούνται για τη λειτουργία παρόµοιου εντύπου από τις πωλήσεις, τις απλές συνδροµές προς τους ιδιώτες και από ακριβές συνδροµές προς δηµόσιους φορείς ή ερευνητικά κέντρα, αυτές οι δωρεάν ιστοσελίδες αντλούν τους πόρους τους, κυρίως, από τα χρήµατα που τους καταβάλλει ο ερευνητής συγγραφέας του άρθρου ή ο φορέας στον οποίο εργάζεται. 
 
Αυτό το είδος διαδικτυακής επιστηµονικής επιθεώρησης έκανε την εµφάνισή του και θεωρήθηκε εξαιρετικά ελπιδοφόρο όταν στα τέλη του προηγούµενου αιώνα –κάτω από την επιρροή των νεοφιλελεύθερων ιδεών– πολλές επιστηµονικές ενώσεις κι ιδρύµατα πούλησαν στον ιδιωτικό τοµέα τις επιστηµονικές επιθεωρήσεις που εξέδιδαν, µε αποτέλεσµα τη δηµιουργία πανίσχυρων ιδιωτικών εκδοτικών οµίλων στο χώρο της έρευνας, οι οποίοι αύξησαν κατακόρυφα τις τιµές, στραγγαλίζοντας τους προϋπολογισµούς των πανεπιστηµιακών βιβλιοθηκών ανά τον κόσµο, που είναι και οι µεγαλύτεροι «καταναλωτές» αυτού του είδους. Η µαζική πώληση όλων των επιθεωρήσεων που εξέδιδε η American Geophysical Union στις εκδόσεις «Wiley» αποτελεί µια από τις χαρακτηριστικότερες ιδιωτικοποιήσεις στον κλάδο. 
 
 
Έτσι, ο κόσµος των ερευνητών, επηρεασµένος και από τον ροµαντισµό και από το πνεύµα συµµετοχής που διακατείχε τους πρωταγωνιστές του πρώιµου διαδικτύου, προώθησε την ιδέα των επιστηµονικών ιστοσελίδων µε ελεύθερη πρόσβαση. 
 
Δεν είχαν υπολογίσει, όµως, ότι ο κλάδος θα προσέλκυε επιχειρηµατίες που θα αναζητούσαν εύκολα κέρδη, ή ακόµα και κοινούς απατεώνες οι οποίοι θα έσπευδαν να επωφεληθούν από τη νέα κατάσταση που δηµιούργησαν οι ιδέες του νεοφιλελευθερισµού µέσα στο πανεπιστήµιο και την έρευνα. 
 
Πράγµατι, η «αξιολόγηση» των πανεπιστηµιακών και των ερευνητών, οι κατατάξεις των πανεπιστηµίων στις πολυποίκιλες λίστες «αριστείας», η διαρκής αναζήτηση της «καινοτοµίας» και η προσέλκυση της ιδιωτικής χρηµατοδότησης της έρευνας που καλείται να αντικαταστήσει τα δηµόσια κονδύλια πραγµατοποιούνται µε βάση τις δηµοσιεύσεις που πραγµατοποιούν οι πανεπιστηµιακοί και οι ερευνητές. Όσο ικανός και ταλαντούχος κι αν είναι κάποιος, αν δεν δηµοσιεύει διαρκώς είναι «νεκρός». 
 
Ψεύτικες διευθύνσεις
 
Φυσικά, υποτίθεται ότι και αυτές οι διαδικτυακές επιστηµονικές επιθεωρήσεις διαθέτουν επιστηµονική επιτροπή, παρόµοια µε εκείνη των έγκριτων και παραδοσιακών, η οποία ελέγχει –όσο αυτό είναι δυνατόν– την ακρίβεια και την εγκυρότητα των στοιχείων που δηµοσιεύονται. Όµως, ακόµα και στις περιπτώσεις όπου δεν πρόκειται για µια αρπαχτή, δεν είναι ιδιαίτερα εύκολο όχι µονάχα να αµειφθούν αξιοπρεπώς τα µέλη αυτής της επιστηµονικής επιτροπής αλλά και, απλά, να βρεθούν τόσοι πολλοί επιστήµονες οι οποίοι διαθέτουν τα ανάλογα προσόντα για να φέρουν σε πέρας αυτό το έργο. 
 
Πόσω µάλλον αν πρόκειται για επιθεωρήσεις που στήθηκαν από απατεώνες. 
 
 
Σύµφωνα µε τον Jeffrey Beall του Πανεπιστηµίου του Κολοράντο, που έχει αναλάβει να συντάξει τη µαύρη λίστα τους, πρόκειται για χιλιάδες ιστοσελίδες: µερικές έχουν στηθεί µε ψεύτικες διευθύνσεις στις Ηνωµένες Πολιτείες, ενώ υπάρχουν και ολόκληροι µεγάλοι όµιλοι σε αυτόν τον «κλάδο», όπως o Hindawi (Αίγυπτος) και ο Scientific Research (Κίνα). 
 
Μάλιστα, για να αποκτήσουν µια βιτρίνα αξιοπιστίας και σοβαρότητας, αυτές οι επιθεωρήσεις βοµβαρδίζουν τους επιστήµονες µε µηνύµατα ηλεκτρονικού ταχυδροµείου που τους καλούν να ενταχθούν στις επιστηµονικές επιτροπές τους. 
 
Κι αν οι σοβαρότεροι επιστήµονες απορρίπτουν φρίττοντας αυτές τις προτάσεις (µάλιστα, ορισµένοι έχουν δηµιουργήσει κάποια είδη φίλτρων για να αποφεύγουν τον κατακλυσµό των υπολογιστών τους από αυτά τα ιδιόµορφα SPAM), υπάρχουν και χιλιάδες επιστήµονες οι οποίοι –για τους λόγους που αναφέραµε παραπάνω– υποκύπτουν στον πειρασµό να έχουν ένα σίγουρο βήµα δηµοσιεύσεων όπου θα προωθήσουν την καριέρα τους, αλλά και να εντάξουν στο βιογραφικό τους τον βαρύγδουπο τίτλο επιστηµονικού συνεργάτη ενός ή περισσότερων επιστηµονικών επιθεωρήσεων. Εύκολα φαντάζεται κανείς τις συνέπειες που έχει αυτή η δυνατότητα χειραγώγησης της επιστηµονικής γνώσης. Κάθε επιχείρηση, λόµπι ή οµάδα συµφερόντων µπορεί να προωθήσει την άποψη ότι το τάδε φάρµακο, προϊόν ή τεχνική είναι απόλυτα αποτελεσµατικό ή ωφέλιµο, ή, αντίθετα, να καλλιεργήσει αµφιβολίες για τα πορίσµατα των σοβαρών επιστηµόνων που είναι αντίθετα µε τα συµφέροντά τους. 
 
Στη συνέχεια, τα µέσα ενηµέρωσης –µε ολοένα λιγότερους δηµοσιογράφους, λόγω της κρίσης του Τύπου, οι οποίοι καλούνται να καλύψουν ολοένα περισσότερους τοµείς, κυνηγώντας επιπλέον την «πρωτιά» και τον εύκολο εντυπωσιασµό– αναλαµβάνουν τη διάδοση της βολικής άποψης που φέρει στο εξής το µανδύα της επιστηµονικότητας. Ταυτόχρονα, οι κυβερνήσεις και οι δηµόσιοι φορείς –ακόµα κι όταν δεν αναζητούν ένα βολικό άλλοθι για να υποκύψουν στις ασφυκτικές πιέσεις των λόµπι– στηρίζουν τις αποφάσεις τους σε αυτές ακριβώς τις αναµφισβήτητες «επιστηµονικές» απόψεις. 
Βέβαια, υπάρχει κι άλλο ένα πρόβληµα, το οποίο αφορά αυτήν τη φορά τις σοβαρές κι έγκριτες παραδοσιακές επιστηµονικές επιθεωρήσεις. Λόγω των συνθηκών που επικρατούν –όπως περιγράψαµε παραπάνω– στο πανεπιστήµιο και την έρευνα, είναι, πλέον, πολύ δύσκολο να εξασφαλίσουν απολύτως ανεξάρτητους επιστηµονικούς συνεργάτες, καθώς σε ορισµένους τοµείς (κυρίως στη φαρµακευτική) οι περισσότεροι επιστήµονες εξαρτώνται άµεσα ή έµµεσα από τη φαρµακοβιοµηχανία, ή δεν θέλουν να κλείσουν την πόρτα σε µια µελλοντική συνεργασία τους, ή να υπονοµεύσουν τη δυνατότητα χρηµατοδότησης του ιδρύµατός τους.
 

Issue Articles