01 Ιουνίου 2015

Η ηθοποιία είναι ο επιταχυντής της ζωής. Συνέντευξη του Μάικλ Γκάμπον στον Eamonn Forde.

Ο διάσηµος ιρλανδός ηθοποιός µιλάει για τα σίξτις, την ταραχώδη ζωή στις γειτονιές του Σόχο και του Δουβλίνου και, βεβαίως, για τον «Χάρι Πότερ».
 
Η ανακοίνωση της οριστικής αποχώρησής του από το χώρο του θεάτρου τον περασµένο Φεβρουάριο, επειδή –όπως οµολόγησε ο ίδιος– λόγω ηλικίας ξεχνάει το θεατρικό κείµενο, έγινε είδηση σε όλο τον κόσµο του θεάµατος. Παρ' όλ’ αυτά, ο Μάικλ Γκάµπον, που έγινε ακόµα πιο γνωστός ως καθηγητής Άλµπους Πέρσιβαλ Γούλφρικ Μπράιαν Ντάµπλντορ στις ταινίες του «Χάρι Πότερ», στα 74 του χρόνια δεν έχει καµία διάθεση να βγει στη σύνταξη, αλλά θέλει να συνεχίσει να δουλεύει. Στις αρχές του Μαΐου, µάλιστα, ο αγγλικός Τύπος έγραψε ότι προορίζεται για το ρόλο του Ουίνστον Τσόρτσιλ σε µια κινηµατογραφική παραγωγή γύρω από τη ζωή του µεγάλου άγγλου πολιτικού άνδρα. Αν και δεν του αρέσουν και δεν δίνει πολλές συνεντεύξεις, βρήκε χρόνο να µιλήσει στο βρετανικό περιοδικό δρόµου «The Big Issue» για το ξεκίνηµά του την ξέφρενη δεκαετία των σίξτις, τη στιγµή που ήρθε αντιµέτωπος µε το θάνατο και, βεβαίως, για τον Χάρι Πότερ και τον καθηγητή Ντάµπλντορ. «Εξαιτίας του “Χάρι Πότερ”, µε σταµατούν στο δρόµο και µε ρωτούν αν είµαι ο κύριος Ντάµπλντορ», δηλώνει περήφανα.
 
Η ζωή του Μάικλ Γκάµπον µοιάζει µε πολυδιαβασµένο βιβλίο. Σήµερα, στα 74 του χρόνια, έχει σκίσει τις σελίδες που αναφέρονται στη σκηνή, στην οθόνη και στα µπαρ του Λονδίνου. Ολόκληρα κεφάλαια της ζωής του που χαρακτηρίστηκαν από απίστευτα γλέντια και τεράστιες ποσότητες αλκοόλ έχουν σχεδόν αφαιρεθεί από τη µνήµη. Ζει µια πολύ πιο ήρεµη ζωή πλέον, αλλά ο απόηχος ενός ταραχώδους παρελθόντος παραµένει σαν σκανταλιάρικη σπίθα στα µάτια του και το κοκκινωπό ρυτιδιασµένο πρόσωπό του.
 
 
Σόχο και Πίτερ Ο’ Τουλ
«Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 60, περνούσα τον περισσότερο χρόνο µου µεθυσµένος σε ένα στέκι ηθοποιών πίσω από το “Theatre Royal” στο Haymarket», λέει για την εποχή που άρχιζε να γίνεται γνωστός στο Λονδίνο. «Ο Πίτερ Ο’ Τουλ και ο Άλµπερτ Φίνεϊ ήταν συνέχεια και αυτοί εκεί. Ήταν ένας διαφορετικός κόσµος. Αυτά δεν γίνονται σήµερα...»
 
Ο Γκάµπον ήταν κοµµάτι µιας τολµηρής γενιάς νέων ηθοποιών που ξεχύθηκαν στην ηλεκτρισµένη ατµόσφαιρα του Σόχο, πηγαίνοντάς το τρεις αιώνες πίσω, τότε που ήταν χώρος κυνηγιού. «Το Σόχο ήταν γεµάτο κορίτσια. Υπήρχε ένα κορίτσι σε κάθε πόρτα. Εµείς συχνάζαµε στο µπαρ “The Coach & Horses”. Εκεί σύχναζε και ο Τζέφρι Μπέρναρντ (γνωστός αρθρογράφος, η ζωή του οποίου αργότερα έγινε ταινία στην οποία πρωταγωνίστησε ο Πίτερ Ο’ Τουλ) την εποχή που έκανα ένα θεατρικό έργο µε τον Σπάικ Μίλιγκαν. Ήταν συνέχεια στην είσοδο της σκηνής, αφού είχε ερωτευτεί παράφορα µε ένα κορίτσι που έπαιζε στο έργο. Όταν του είπε να πάρει δρόµο, ήταν συντετριµµένος».
 
Την ηµέρα που συναντηθήκαµε σε ένα καλό ξενοδοχείο στο Covent Garden, έµοιαζε παράταιρος µε το περιβάλλον. Φορούσε ένα τσαλακωµένο καφέ σακάκι µε µπλε πουκάµισο και σκούρο παντελόνι, κάτω από το οποίο ξεπρόβαλλαν ροζ και πράσινες ριγέ κάλτσες. Όσα µαλλιά του έχουν αποµείνει ήταν ανακατεµένα. Δεν έµοιαζε τόσο µε έναν από τους σπουδαιότερους ηθοποιούς της γενιάς του όσο µε ένα παραµεληµένο παζάρι µεταχειρισµένων ειδών. Αλλά τότε άρχισε να µιλάει µε αυτή τη στεντόρεια φωνή, σαν µπράντι που πίνεις για να ξεπλύνεις τη σοκολάτα από το στόµα, και οι λόγοι που έκανε σπουδαία καριέρα γίνονται απόλυτα ξεκάθαροι: δεν µιλάει απλά, δίνει παράσταση.
 
Όλη του η επαγγελµατική ζωή υπήρξε, µε  τον δικό της ξεχωριστό τρόπο, µια κλωτσιά ενάντια στις νόρµες και τη συµβατικότητα – µια ακραία πράξη αντικοµφορµισµού που επεκτάθηκε για δεκαετίες, οδηγηµένη από το ανήσυχο πνεύµα ενός απροσάρµοστου νέου. Γεννηµένος στο Δουβλίνο το 1940, µετακόµισε στο Λονδίνο όταν τελείωσε ο Δεύτερος Παγκόσµιος Πόλεµος, παρά το γεγονός ότι ο πατέρας του υπηρέτησε ως αστυνοµικός κατά τη διάρκεια των γερµανικών βοµβαρδισµών στο Λονδίνο και άλλες αγγλικές πόλεις το 1940-41.
 
Αλλά παρά το γεγονός ότι ζει στην Αγγλία από πέντε χρονών, δεν αισθάνεται ούτε κατά διάνοια Άγγλος. «Είµαι 100% Δουβλίνο!» δηλώνει. «Δεν υπάρχει κοµµάτι µου που είναι αγγλικό. Με το που θα κατέβω από
το αεροπλάνο στο Δουβλίνο, νιώθω ένα µε όλους», θα προσθέσει, θέτοντας σε λειτουργία τη βαριά δουβλινέζικη προφορά του. 
 
 
Οι Πότερ της ζωής του
Μάλλον φυσιολογικά, η πρώτη του δουλειά ως ηθοποιός ήταν στο ιστορικό θέατρο του Δουβλίνου «Gaiety». Για να πάρει το ρόλο, «στόλισε» κατάλληλα το βιογραφικό του, γράφοντας στον παραγωγό, το 1961, ότι είχε παίξει σε τρία έργα στο West End (δεν είχε παίξει), ότι ήταν καθ’ οδόν για τη Νέα Υόρκη (δεν ήταν) και ότι ήθελε να συναντηθούν για να συζητήσουν πιθανά έργα. Η µπλόφα έπιασε, και πήρε έναν µικρό ρόλο, όπου κρατούσε ένα δόρυ, σε µια παραγωγή του Οθέλου, η οποία αργότερα έκανε περιοδεία στην Ευρώπη.  
 
Το επόµενο µεγάλο επαγγελµατικό του άνοιγµα ήταν ένας ρόλος σε µια παραγωγή του Άµλετ από τον Πίτερ Ο’ Τουλ, στο θέατρο «The Old Vic» (το οποίο έγινε «The National Theatre Company», το 1963). Για άλλη µια φορά, στεκόταν στην άκρη της σκηνής µε
ένα δόρυ. Η παρουσία του «National The-atre» τον έφερε πιο κοντά µε έναν από τους σηµαντικότερους ηθοποιούς του 20ου αιώνα και τότε καλλιτεχνικό διευθυντή του θεάτρου Λόρενς Ολίβιε. Από τον Ολίβιε ήταν που, τρεισήµισι χρόνια αργότερα, ο Γκάµπον ζήτησε µεγαλύτερους ρόλους. Ο Ολίβιε τον έστειλε στο «Θέατρο του Μπέρµιγχαµ» (Birmingham Rep) για ένα χρόνο, για να τον βοηθήσει να βελτιωθεί.
 
 «Πότε πότε σου µιλούσε και έλεγε έναν καλό λόγο, αν πίστευε ότι είσαι καλός», θυµάται από τον Ολίβιε. «Το βράδυ, αν έπαιζε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο “Old Vic”, υπήρχαν πλήθη κόσµου που τον περίµεναν έξω από την πόρτα. Εµείς και άλλοι ηθοποιοί πηγαίναµε πολύ κοντά του, έτσι ώστε να φαίνεται ότι ήµασταν µέρος της ζωής του. Ήταν ο διασηµότερος θεατρικός ηθοποιός στον κόσµο».
 
Η αληθινή φήµη –µε την καλή και την κακή έννοια– του χτύπησε την πόρτα όταν, το 1986, πήρε τον βασικό ρόλο στην αριστουργηµατική µίνι σειρά του Ντέιβιντ Πότερ «The Singing Detective» (το 2003 έγινε και ταινία µε τον τίτλο «Η µπαλάντα ενός ντετέκτιβ» και πρωταγωνιστή τον Ρόµπερτ Ντάουνι Τζούνιορ). Όπως λέει ο Γκάµπον, η σχέση του µε τον Πότερ ήταν κάπως περίεργη, καθώς λειτουργούσαν σε διαφορετικό µήκος κύµατος. «Ερχόταν και µε ρωτούσε αν γούσταρα το κορίτσι που έπαιζε τη νοσοκόµα», θυµάται το είδος συζητήσεων που είχαν. «“Μη γίνεσαι γελοίος”, του απαντούσα, “δεν την ξέρω καν την κοπέλα!” Ήταν ένας πολύ έξυπνος άντρας και δεν ήξερα τι να του πω. Μου δενόταν η γλώσσα. Αυτός ήταν ο τρόπος του να µε προσεγγίσει. Μου µιλούσε για κορίτσια και αν έκανα σεξ µαζί τους». 
 
Ένας άλλος «Πότερ», πιο πρόσφατα, έ-µελλε να του φέρει ένα ολόκληρο καινούριο κοινό, όταν αντικατέστησε τον αείµνηστο Ρίτσαρντ Χάρις στο ρόλο του καθηγητή Ντάµπλντορ στις πέντε από τις επτά ταινίες «Χάρι Πότερ». «Με τον “Χάρι Πότερ”, µε σταµατούν στο δρόµο και µε ρωτούν αν είµαι ο κύριος Ντάµπλντορ», λέει µε τεράστια περηφάνια. «Με σταµατούν πιο συχνά [από ό,τι στο παρελθόν] τώρα. Μικρά αγοράκια και κοριτσάκια µε σταµατούν για να ζητήσουν το αυτόγραφό µου και δεν µε κοιτάζουν [καθώς είναι ντροπαλά]. Είναι γλυκό».
 
Εκτός από την ηθοποιία, έχει πάθος µε τα αυτοκίνητα και τα αεροπλάνα. Έχει άδεια πιλότου, αλλά θυµάται τη µέρα που παραλίγο να χάσει τη ζωή του όταν πέταξε µέσα σε ένα µαύρο σύννεφο, κάτι που ο εκπαιδευτής του του είχε πει να µην κάνει ποτέ. «Κοίταξα το χάρτη µου, αλλά δεν είχα καθαρό µυαλό» λέει, απολαµβάνοντας την αίσθηση του τρόµου που δηµιουργεί η περιγραφή.
 «Είδα µια ψηλή κολόνα να ορθώνεται µπροστά µου και σκέφτηκα να τη χτυπήσω. Βγήκα από το σύννεφο, και τότε άκουσα ένα θόρυβο στο αεροπλάνο και η µύτη άρχισε να υψώνεται. Την έφερα στα ίσια  και έδωσα µεγαλύτερη ώθηση. Είδα στο βάθος το αεροδρόµιο του Ίπσουιτς. Ποτέ στη ζωή µου δεν ένιωσα τόσο ευτυχισµένος όσο εκείνη τη στιγµή». 
 
Έχοντας αφήσει πίσω του πολλές δεκαετίες έντονης –και συχνά απερίσκεπτης– ζωής, ο Μάιλ Γκάµπον φαίνεται ότι παίρνει πλέον τη θέση του µεταξύ των σοφών της βρετανικής θεατρικής σκηνής. Δεν παύει να οµολογεί, ωστόσο, ότι ακόµα φοβάται να απορρίψει δουλειές, και έτσι εξακολουθεί να δουλεύει. «Η ηθοποιία είναι ο επιταχυντής της ζωής. Είναι η ζωή µου ολόκληρη», λέει, καθώς ολοκληρώνουµε την κουβέντα µας.    
 
*Απόδοση στην ελληνική γλώσσα: 
Κωνσταντίνα Αλεφάντη

ΑΡΘΡΑ ΤΕΥΧΟΥΣ