01 Ιουνίου 2015

Αντίδοτο στην εγκατάλειψη

του Σπύρου Ζωνάκη
 
Η χώρα µας είναι ουραγός στην Ευρώπη στην εξωιδρυµατική φροντίδα των παιδιών που στερούνται τις φυσικές τους οικογένειες.
 
Ποια είναι η θέση ενός παιδιού που είτε εγκαταλείπεται από τη βιολογική του οικογένεια είτε αποµακρύνεται από αυτήν µε εισαγγελική εντολή για διάφορους λόγους. Το ίδρυµα. Αυτή είναι η απάντηση που δίνει το ελληνικό κράτος, το µοναδικό στην Ευρώπη που δεν έχει προχωρήσει σε πολιτικές αποϊδρυµατοποίησης και προαγωγής εναλλακτικών µορφών παιδικής προστασίας, µε κυριότερη την αναδοχή, που, αν και προβλέπεται από την εθνική νοµοθεσία, παραµένει ουσιαστικά ανενεργή.
Τι είναι, όµως, ο θεσµός της αναδοχής; Σηµαίνει την ανάθεση –είτε µε δικαστική απόφαση είτε µε κατάρτιση σύµβασης µεταξύ της ανάδοχης οικογένειας και των φυσικών γονέων ή των επιτρόπων του παιδιού–  της πραγµατικής φροντίδας ενός παιδιού σε µια νέα οικογένεια χωρίς να καταργεί τη σχέση του µε τη φυσική του οικογένεια και αποβλέπει στην επιστροφή του σε αυτήν όταν τα όποια προβλήµατα οδήγησαν στην αποµάκρυνση αρθούν.
Σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, η αποτροπή εισαγωγής των παιδιών σε ιδρύµατα ή η ελαχιστοποίηση της παραµονής τους σε αυτά (η οποία δεν πρέπει να ξεπερνά το εξάµηνο) µε την ταυτόχρονη υλοποίηση της αναδοχής αποτελεί βασικό άξονα των συστηµάτων παιδικής προστασίας.
 
 
Επαγγελµατισµός και αξιολόγηση
Την ώρα που µια σειρά από χώρες (Βουλγαρία, Μ. Βρετανία, Νορβηγία, Σλοβενία κ.ά.) έχουν καταργήσει την ιδρυµατική φροντίδα για παιδιά κάτω των 3 ετών κι άλλες (όπως η Ουγγαρία) έχουν κλείσει τα ιδρύµατα για παιδιά ώς 12 ετών, σε όλη την Ευρώπη η αναδοχή είναι η προτιµώµενη επιλογή για τα παιδιά που στερούνται την οικογένειά τους. 
Τη µεγαλύτερη διάδοση θα αποκτήσει ο θεσµός στην Ιρλανδία, όπου το 93% των παιδιών που αποµακρύνονται από τις φυσικές τους οικογένειες ζουν µε ανάδοχες, ακολουθούµενη από τη Νορβηγία (87%), τη Δανία (80%), τη Σουηδία (75%) και τη Βρετανία (71%). Η αναδοχή µπορεί να λάβει διάφορες µορφές (επείγουσα, βραχυπρόθεσµη, µεσοπρόθεσµη, µακροχρόνια, θεραπευτική, η οποία αφορά παιδιά µε ειδικές ανάγκες και έντονα ψυχολογικά προβλήµατα). 
Σχεδόν όλες οι χώρες έχουν αναπτύξει προγράµµατα εκπαίδευσης για τους ανάδοχους γονείς, οι οποίοι αξιολογούνται και εποπτεύονται από τους φορείς αναδοχής, πολλές (π.χ. Φινλανδία, Ρουµανία, Δανία) έχουν θεσπίσει και την επαγγελµατική αναδοχή, µε τους µισθούς των αναδόχων να είναι ανάλογοι κοινωνικού λειτουργού. Στη Γαλλία όλοι οι ανάδοχοι πρέπει να είναι επαγγελµατίες. 
Στη χώρα µας, η αναδοχή προβλέπεται από το ΠΔ 86/09, που δίνει τη δυνατότητα τοποθέτησης παιδιών σε ανάδοχες οικογένειες µε δικαστική απόφαση ή από τις κατά τόπους Μονάδες Κοινωνικής Φροντίδας (τα δηµόσια ιδρύµατα, τα οποία εποπτεύουν και την αναδοχή), για τους ανηλίκους που ήδη προστατεύουν, και τις κοινωνικές υπηρεσίες των περιφερειών (για τους ανηλίκους των οποίων η επιτροπεία έχει ανατεθεί σε ιδιωτικά ιδρύµατα), στις οποίες ανατίθεται και η εποπτεία της αναδοχής. Στην πράξη, όµως, καθώς δεν έχουν ρυθµιστεί µε εφαρµοστικούς νόµους και υπουργικές αποφάσεις ζητήµατα όπως η εποπτεία των αναδοχών και η διάθεση πόρων στους αρµόδιους φορείς για την παροχή της προβλεπόµενης οικονοµικής ενίσχυσης στους ανάδοχους γονείς (που κυµαίνεται από 260 ευρώ για υγιή παιδιά έως 850 ευρώ για παιδιά µε ειδικά νοσήµατα-λοιµώξεις) µόνο τρία δηµόσια ιδρύµατα παιδικής προστασίας υλοποιούν προγράµµατα αναδοχής µε οικονοµική επιδότηση των ανάδοχων γονέων: το Κέντρο Προστασίας Παιδιού Αττικής «Η Μητέρα» και δύο παραρτήµατά του, το «Αναρρωτήριο Πεντέλης» και η Παιδόπολη «Άγιος Ανδρέας».
 
 
Επτά χρόνια στο ίδρυµα
«Πιστεύουµε ότι η ψυχοκοινωνική ανάπτυξη ενός παιδιού µπορεί να γίνει πολύ καλύτερα σε µια οικογένεια και όχι σε ιδρυµατικό περιβάλλον», επισηµαίνει ο Αναστάσιος Λουκάς, κοινωνικός λειτουργός στο «Μητέρα» και υπεύθυνος του προγράµµατος αναδοχής. «Σε αναδοχή τοποθετούµε, κυρίως, παιδιά µε σοβαρά ψυχοκινητικά ή ιατρικά προβλήµατα που δεν είναι επιθυµητά για υιοθεσία. Κάθε χρόνο λαµβάνουµε 40 αιτήσεις, πολλοί, όµως, τις αποσύρουν όταν αντιλαµβάνονται ότι η αναδοχή δεν είναι το αρχικό στάδιο της υιοθεσίας. Πέρσι, υλοποιήσαµε τρεις αναδοχές και το 2013 τέσσερις, ενώ τα παραρτήµατά µας για τις ίδιες χρονιές πραγµατοποίησαν 18 και 10 αναδοχές αντίστοιχα. Το “Μητέρα”, πέρα από το επίδοµα, καλύπτει και το ρουχισµό, τις ειδικές θεραπείες και τα φροντιστήρια των παιδιών. Είναι τέτοια η αγάπη που δείχνουν σε αυτά τα παιδιά οι ανάδοχοι γονείς, που, τα τελευταία είκοσι χρόνια, έχουν επιστραφεί σε µας µόλις δύο παιδιά. Στόχος µας είναι να ευαισθητοποιήσουµε την κοινωνία για το θεσµό της αναδοχής», συνεχίζει.
 
Τη διακίνηση της ιδέας της αναδοχής προωθεί και η αστική µη κερδοσκοπική εταιρεία «Οικοκοινωνία», που δραστηριοποιείται στη Θεσσαλονίκη. «Το µόνο δηµόσιο ίδρυµα που υλοποιεί αναδοχές στη βόρεια Ελλάδα είναι το δηµοτικό βρεφοκοµείο “Άγιος Στυλιανός”, όπου δεν ξεπερνούν τις 1-2 το χρόνο, ενώ από ιδιωτικά ιδρύµατα οι µόνες που έχουν λάβει χώρα στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας τα τελευταία έξι χρόνια είναι οι δύο που πραγµατοποιήσαµε  στο ορφανοτροφείο “Μέλισσα” τo 2009-2010, στο πλαίσιο ενός πιλοτικού προγράµµατος αναδοχής του οποίου ήµουν υπεύθυνη. Δυστυχώς, στη χώρα µας, αντί να εφαρµόζονται µέτρα εξωιδρυµατικής αποκατάστασης των παιδιών, δηµιουργούνται ιδιωτικά ιδρύµατα ανεξέλεγκτα χωρίς τις ελάχιστες επιστηµονικές προδιαγραφές και την αδειοδότησή τους από το κράτος», σηµειώνει η νοµικός Ελένη Γεώργαρου, επικεφαλής της «Οικοινωνίας».
Ποιο είναι, όµως, το µέγεθος του εγκλεισµού σε δοµές παιδικής προστασίας στη χώρα µας;
«Περίπου 3.000 παιδιά διαβιούν σε ιδρύµατα τόσο του δηµόσιου όσο και του ιδιωτικού τοµέα, µε τη µέση διάρκεια παραµονής τους να φθάνει τα επτά χρόνια, προκαλώντας ολέθριες συνέπειες στην ψυχοκοινωνική τους εξέλιξη, ενώ το οικονοµικό κόστος της ιδρυµατικής φροντίδας ενός παιδιού αγγίζει τις 50.000 ευρώ ετησίως, ποσό τετραπλάσιο από αυτό της αναδοχής», τονίζει ο Βοηθός Συνήγορος του Πολίτη για τα Δικαιώµατα του Παιδιού Γιώργος Μόσχος.
 
Η ανεξάρτητη αρχή διεκδικεί ένα νέο επαρκές θεσµικό πλαίσιο για την αναδοχή. Τι πρέπει αυτό να περιλαµβάνει; «Είναι απαραίτητο να δηµιουργηθεί ένας µηχανισµός προσέλκυσης, επιλογής, εκπαίδευσης, υποστήριξης και παρακολούθησης ανάδοχων γονέων και ένταξή τους στο προβλεπόµενο “Εθνικό Μητρώο Ανάδοχων Γονέων” του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ώστε να υλοποιείται µε ταχύ ρυθµό η αναδοχή των παιδιών, αλλά και να προβλεφθεί η δυνατότητα άµεσης τοποθέτησης σε ανάδοχη οικογένεια ενός παιδιού από τους εισαγγελείς ανηλίκων σε συνεργασία µε τις περιφερειακές κοινωνικές υπηρεσίες και η καταβολή της σχετικής οικονοµικής ενίσχυσης χωρίς να έχει µεσολαβήσει η εισαγωγή του σε ίδρυµα. Είναι ντροπή για τη χώρα τα εγκαταλελειµµένα βρέφη που παραµένουν επί µήνες στα µαιευτήρια µέχρι να καταστεί δυνατή η εισαγωγή τους σε µονάδες κοινωνικής φροντίδας», συνεχίζει.
 
 
Παράλληλα, αν και ο νόµος 3189/2003 εισήγαγε την ανάθεση της υπεύθυνης επιµέλειας ενός παιδιού σε ανάδοχη οικογένεια ως αναµορφωτικό µέτρο, δεν έχει υπάρξει παρά µονάχα µία δικαστική απόφαση, το 2010, για την τοποθέτηση ανήλικου παραβάτη σε αναδοχή.
«Είχαµε την ικανοποίηση να µεσολαβήσουµε στην αναδοχή παραβατικού παιδιού, µε απόφαση του Δικαστηρίου Ανηλίκων Αθηνών. Ο νέος, ηλικίας 16 ετών, και ο αδελφός του, 13 ετών, προέρχονταν από ιδιαίτερο περιβάλλον παραµέλησης. Η οργάνωσή µας συνέστησε την ανάδοχη µητέρα, την οποία στήριξε συµβουλευτικά, που είχε εµπειρία στη διαχείριση νέων µε προβλήµατα. Μπήκε δυναµικά στη ζωή και των δύο παιδιών και έβαλε όρια, παρότι η δικαστική απόφαση ήταν µόνο για το µεγαλύτερο αγόρι, χωρίς αυτά να αποµακρυνθούν από το οικογενειακό τους περιβάλλον. Το αποτέλεσµα ήταν πολύ πιο ευχάριστο από το αναµενόµενο. Η φυσική µητέρα πιέστηκε, αλλά ανοίχτηκε, είδε µε καλό µάτι τη βοήθεια που της προσφέρθηκε, κατανόησε τα λάθη της και ενδυναµώθηκε», σηµειώνει η Μαίρη Θεοδωροπούλου, υπεύθυνη της ΜΚΟ «ΡΙΖΕΣ», που παρέχει ενηµέρωση και επιµορφωτικά   σεµινάρια για το θεσµό της αναδοχής.
 
Μόνοι και στις ιδιωτικές υιοθεσίες
Πέρα, ωστόσο, από την αναδοχή, κι ένας άλλος θεσµός εξωιδρυµατικής αποκατάστασης των παιδιών αποτελεί «ανοιχτή πληγή» για το σύστηµα παιδικής προστασίας της χώρας µας, αυτός της υιοθεσίας, που ρυθµίζεται από το νόµο 2447/96. Συνολικά, από τις 600 περίπου υιοθεσίες που πραγµατοποιούνται κάθε χρόνο, µόλις το 10% γίνονται µέσω των τεσσάρων αρµόδιων κρατικών ιδρυµάτων (Κέντρο Προστασίας του Παιδιού «Μητέρα», τα παραρτήµατά του Παιδόπολη «Άγιος Ανδρέας» και «Αναρρωτήριο Πεντέλης», αλλά και το Δηµοτικό Βρεφοκοµείο Θεσσαλονίκης «Άγιος Στυλιανός»), ενώ το 90% διεξάγονται ιδιωτικά, δηλαδή, κατόπιν απευθείας συµφωνίας µεταξύ των βιολογικών και των υποψήφιων θετών γονιών. «Οι ιδιωτικές υιοθεσίες πρέπει να καταργηθούν, καθώς είναι γνωστό ότι υποκρύπτουν οικονοµικές συναλλαγές και ευνοούν το εµπόριο βρεφών. Η Ελλάδα είναι η µοναδική χώρα στην Ευρώπη που επιτρέπει τις ιδιωτικές υιοθεσίες χωρίς τη µεσολάβηση µιας δηµόσιας κοινωνικής υπηρεσίας που θα κρίνει την καταλληλότητα της υποψήφιας θετής οικογένειας πριν το παιδί τοποθετηθεί σε αυτήν. 
Αντιθέτως, πρώτα τοποθετείται το παιδί στους υποψήφιους θετούς γονείς και εκ των υστέρων καλείται η κοινωνική υπηρεσία της περιφέρειας, ενώ πολλές φορές η κοινωνική παρακολούθηση µετά την υιοθεσία δεν υλοποιείται καν. Θα έπρεπε οι περιφερειακές κοινωνικές υπηρεσίες να έχουν ένα µητρώο ελεγµένων και πιστοποιηµένων υποψήφιων θετών γονέων, ενώ χρειάζεται να επισπευσθούν οι δηµόσιες υιοθεσίες, των οποίων η ολοκλήρωση φθάνει και τα τέσσερα χρόνια, µε τη δηµιουργία οικογενειακού δικαστηρίου που θα προχωρεί σε ταχύτερες τοποθετήσεις παιδιών στις θετές οικογένειες», καταλήγει ο κ. Μόσχος.
 
«Προστατεύουµε συνολικά 86 παιδιά, νεογέννητα έως 5 χρονών. Οι αιτήσεις που µας υποβάλλονται ετησίως για υιοθεσία αγγίζουν τις 150-200, τη στιγµή που οι υιοθεσίες που διενεργούµε δεν ξεπερνούν τις 35, µε αποτέλεσµα η ολοκλήρωση της διαδικασίας να φθάνει συνήθως τα τέσσερα χρόνια. Οι περισσότεροι ενδιαφερόµενοι αναζητούν υγιή παιδιά µε οµαλό ιστορικό, ενώ εµείς φιλοξενούµε κυρίως παιδιά µε ψυχοσυναισθηµατικά, νοητικά ή σωµατικά προβλήµατα. Για όσους έχουν δεκτικότητα σε αυτά, ο χρόνος αναµονής είναι κατά πολύ µικρότερος. Επίσης, το γεγονός ότι έχουµε ένα παιδί δεν σηµαίνει ότι είναι ελεύθερο νοµικά προς υιοθεσία, καθώς πρέπει να συναινέσουν και οι φυσικοί γονείς. Ωστόσο, για να µην κρατούµε ένα παιδί πάνω από 1,5-2 χρόνια στο ίδρυµα, αν έχει βρεθεί το ζευγάρι που θα το υιοθετήσει, τους επιτρέπουµε να το πάρουν σπίτι τους. Δεν θέλουµε να περιµένουµε το δικαστήριο. Κανένα παιδί, πάντως, δεν τοποθετείται στην υποψήφια θετή οικογένεια χωρίς κοινωνική έρευνα», σηµειώνει η Ελένη Μπουφίδη, κοινωνική λειτουργός στο «Μητέρα», υπεύθυνη για τις υιοθεσίες.
 

ΑΡΘΡΑ ΤΕΥΧΟΥΣ