Sept. 25, 2013

Επείγοντα περιστατικά του Γιώργου Μπαζίνα

Σκίτσο του Piget
 
Εκδρομή στον Παράδεισο
 
Σε μιαν άλλη εποχή, ένα δίτερμα στο χωματόδρομο με σκασμένη μπάλα ήταν αρκετό  για να κάνει τους ανθρώπους ευτυχισμένους.
 
Φθινοπώριασε κι, επιτέλους, ήρθε η ώρα τους! Ο σχολικός μπόγιας κατέφτασε και μάζεψε όλα αυτά τα μυξιάρικα που είχαν ξαμοληθεί όλο το καλοκαίρι σε δρόμους και πλατείες, διασκεδάζοντας, τιτιβίζοντας την ανεμελιά τους, δυναμιτίζοντας τις ψυχικές αντοχές των ζεμένων στο κάρο του χρόνου και των υποχρεώσεων ενηλίκων. Επιτέλους, συνελήφθησαν από το «πρέπει» και ξαναεγκλείστηκαν στα σχολικά συγκροτήματα, για να αφομοιώσουν, εμπεδώσουν, αποστηθίσουν κανόνες και συμπεριφορές, θανάσιμα αμαρτήματα και εντολές, όρη, λίμνες και ωκεανούς, νούμερα και αρχαίες ρήσεις, όλα αυτά τα απαραίτητα που δεν θα τους βοηθήσουν ουσιαστικά σε τίποτα στη ζωή τους, και που οι περισσότεροι θα τα αντικαταστήσουν στο μυαλό τους σε εύθετο χρόνο με τις αξίες της τηλεόρασης, τον αμοραλισμό του Πάγκαλου, τη διαστροφική διαλεκτική του Πρετεντέρη και των ομοίων του, την αισθητική του Σεφερλή, την κενολογία των πολιτικών, τα κόλπα της αγοράς, το λάδωμα ως θαυματουργή μέθοδο παραγωγικότητας και θα διαπιστώσουν ότι το κερασάκι της τούρτας της δημοκρατίας, η κρατική εξουσία, δεν είναι παρά ένας αδίστακτος τοκογλύφος.
Αλλά, ώς τότε, ας διανύσουν την περίοδο της αθωότητάς τους βασανιζόμενα με όγκο υποχρεώσεων και σχολικού άγχους, ας τους ζέψουμε ένα δικό τους κάρο, τουλάχιστον για να νιώθουμε ψυχολογικά καλύτερα εμείς οι μεγάλοι και να παρηγορηθούμε για μια ξοδεμένη, κατά κανόνα, μάταια νεότητα.
Χαιρεκακώ, και το φθινόπωρο με χαιρετάει μουτρωμένο. Ακούω τη βροχή, ασθενική και κλαψιάρα, και μου στέλνει ένα ψυχρό αεράκι. Μυρίζω τη δυσκολία μιας εποχής που έρχεται αδίστακτα ανθρωποφάγα.
 
Σκίτσο του Burki
 
Ποδηλατάδα και χάβαρα
 
Βουτάω στις αναμνήσεις αναζητώντας ευτυχισμένες στιγμές, καταφύγιο για να διαφυλάξω την παραπαίουσα ικμάδα του ηθικού μου. «Το Παρελθόν είναι μια ξένη χώρα» ήταν η επιγραμματική πρώτη πρόταση στον «Μεσάζοντα» (ως μυθιστόρημα από τον Χάρτλεϊ, ως ταινία του Τζόζεφ Λόουζυ). Αλλά είναι μια φιλόξενη χώρα, ένας αγαπημένος τόπος. Εκδράμω σ’ αυτήν αναζητώντας τις στιγμές της ανεμελιάς, ορίζω χρόνο καλοκαιρινό, ενοποιώ τις διάφορες χρονικές στιγμές, αποκλείω τις στιγμές της δυστυχίας, του πόνου, της απόγνωσης –υπήρξαν πολλές–, καθορίζω συνοπτική περιήγηση σαν ταξιδιωτικός πράκτορας.
 
Καβαλικεύω  το ποδήλατό μου, με τον Θωμά και τον Γαβρίλη διασχίζουμε τον ελαιώνα σαν παλαβοί, προσπερνάμε τα περιβόλια, βγαίνουμε στο μονοπάτι που κατηφορίζει προς τη θάλασσα, τραγουδάμε δυνατά και παράφωνα, κλέβουμε ένα καρπούζι από το διπλανό μποστάνι –χωρίς συνέπειες– ο ιδιοκτήτης μάς χαιρετάει από μακριά, τον γνωρίζει ο Θωμάς, αράζουμε στην παραλία, βάζουμε το καρπούζι να κρυώσει στην ακροθαλασσιά.
 
Το απόγευμα μας βρίσκει τσουρουφλισμένους και πεινασμένους. Η μαμά γκρινιάζει, μου ζεσταίνει το φαγητό: χάβαρα με κοφτό μακαρονάκι και μπόλικο άνηθο, ένα εξαίσιο έδεσμα των φτωχών. Τα χάβαρα, μικρά οστρακοειδή, ένα είδος αχιβάδας, πλημμύριζαν τον Αμβρακικό και ήταν τόσο νόστιμα όσο και πάμφθηνα. Τώρα, πια, είναι ένα ανύπαρκτο έδεσμα, η μόλυνση στον κόλπο τα έχει εξολοθρεύσει προ πολλού.
 
Σινεμαδάκι το βράδυ. Ο κινηματογράφος είναι ένα από τα πολλά απαγορευμένα του χειμώνα και της σχολικής χρονιάς. Το καλοκαίρι μάς βρίσκει λιμασμένους για έβδομη τέχνη. «Χρωματιστή και σ’ όλο το πανί», όπως διαφήμιζε ο αιθουσάρχης του ΑΚΤΑΙΟΝ το έγχρωμο και σινεμασκόπ. Κι έχει μπιράλ για δροσιά, πασατέμπο για μάσημα, καραμέλες γάλακτος για γλύκισμα. Και μερικές αξέχαστες ταινίες: Οι «Γενναίοι του Μπρανκαλεόνε» του Μονιτσέλι με τον Βιτόριο Γκάσμαν να δίνει ρεσιτάλ ως ο πιο ελεεινός ιππότης των Σταυροφοριών. «Μπράνκα-μπράνκα-λεόν-λεόν-λεόν» τραγουδάμε ενοχλητικά δυνατά στα έρημα δρομάκια, γυρίζοντας σπίτι.
 
Σκίτσο του Serre
 
Το πρωί θα πάω για ψάρεμα με τον Ράκια. Ο Ράκιας είναι ψαράς, φίλος του πατέρα μου. Αξημέρωτα, πλέουμε με το πριάρι του, την ψαράδικη βάρκα του με επίπεδη καρίνα, τραβάμε για να μαζέψουμε τα κοφίνια του –τις παγίδες– που έριξε αποβραδίς. Βγάζουμε τα καλαθοειδή κατασκευάσματα που παγιδεύουν ανυποψίαστα ψάρια, και η βάρκα γεμίζει τσιπούρες, σαργούς, μελανούρια  που σπαρταράνε. Με διακατέχει η υποψία ότι ο Ράκιας σηκώνει και ξένα κοφίνια και κάνει επιλεκτική αφαίρεση ψαριών, πράγμα που ίσως εξηγεί το γιατί πάντα έχει καλύτερη ψαριά από τους άλλους. Γυρίζοντας, χαιρετάμε δυο φίλους που ψαρεύουν με μπάφα, περιδιαβαίνοντας την ακρογιαλιά. Η μπάφα είναι ο θηλυκός κέφαλος, που τη δένουν και τη ξαμολάνε στη θάλασσα να προσελκύσει αρσενικούς. Την τραβάνε σιγά-σιγά προς το μέρος τους στα ρηχά, και σε απόσταση βολής πετάνε τον πεζόβολο, ένα ειδικά φτιαγμένο διχτάκι με βαρίδια γύρω του που παγιδεύει τους εραστές. Ο αρσενικός στραγγαλίζεται επιτόπου και η θηλυκιά συνεχίζει ώς το τέλος της βάρδιάς της, οπότε ξεκοιλιάζεται και προσφέρει το αυγοτάραχό της για στέγνωμα στον ήλιο.
 
Το απόγευμα με βρίσκει να παίζω σκάκι με τον Σπύρο, δευτεροξάδερφό μου. Δεν παίζει άσχημα, αλλά εξαντλεί την υπομονή μου. Απολαμβάνουμε το απογευματάκι, φλυαρούμε για την Αθήνα, για μέρη που πήγε, για τη Σχολή του (είναι πρωτοετής στην Ιατρική), σχεδιάζουμε τη δική μου επερχόμενη συντόμως κάθοδο στην πρωτεύουσα. Η μητέρα του περιφέρεται ξινισμένη, δείχνει την ενόχλησή της για το ότι δεν τον αφήνω να διαβάσει, με ρωτά αν θέλω να μου βάλει μια λεμονάδα και αν δεν με αποζητάει η μάνα μου.
 
Στο πεζουλάκι με την Αφροδίτη
 
Το βραδάκι είναι το μαγικό σαββατιάτικο βραδάκι στης Αφροδίτης. Σάββατο βράδυ βγαίνουν οι γονείς της, και αυτή μένει σπίτι να φυλάει την αδελφή της, την Κίτσα, μια κοπέλα εκ γενετής τυφλή, μια καημενούλα, κουτή και άχαρη. Η Αφροδίτη είναι μια κούκλα, και με τις εφηβικές της ορμές να την πλημμυρίζουν, καίει σαν καμίνι. Η πιτσιρικαρία στριμώχνεται δίπλα της στο πεζουλάκι της αυλής της. Προσπαθούμε να πιάσουμε το μουνάκι της, ενώ εκείνη λαχανιασμένη απορεί: «Τι καταλαβαίνετε; Τι καταλαβαίνετε;» Τίποτα δεν καταλαβαίνουμε, αλλά μας αρέσει, είναι φοβερά συναρπαστικό παιχνίδι. «Τι παίζετε;» απορεί η Κίτσα από το ανοιχτό παραθύρι της, μην καταλαβαίνοντας τους παράξενους θορύβους. Το τέλος των σαββατιάτικων βραδινών ήρθε όταν η Αφροδίτη καβαλίκεψε το Zuntapp ενός ψηλέα και μας έγνεψε αποχαιρετώντας μας θριαμβευτικά.
 
Ο Χρήστος θα πάρει το καΐκι του θείου του και θα πάμε να βγάλουμε πίνες – αυτά τα μεγάλα οστρακοειδή που σπανιότατα βρίσκεις πια. Τραβάμε προς το Ψαθάκι και αγκυροβολούμε κοντά στην ακτή, που είναι γεμάτη πίνες. Χώνουμε το μεταλλικό εργαλείο στην άμμο και μία-μία τις τραβάμε πάνω. Πάμε στον Αϊ-Θωμά κι αράζουμε στο καφε-ταβερνάκι του κυρ-Αντρέα. Μοσχομυρίζουν οι σαρδέλες στα κάρβουνα. Του ζητάμε να μας τηγανίσει και μερικές πίνες. Κερνάμε το μαγαζί και πίνουν όλοι στην υγειά μας.
 
Γυρίζοντας, μεσοπέλαγα συναπαντιόμαστε μ’ ένα μεγάλο καΐκι που επιστρέφει από ψάρεμα. Μας τρατάρουν λουκουμάδες, που εκείνη την ώρα φτιάχνουν σε μια γκαζιέρα στο κατάστρωμα. Ορκίζομαι πως είναι οι νοστιμότεροι λουκουμάδες που έχω φάει στη ζωή μου.
 
Ήταν η τελευταία φορά που βγήκαμε για ψάρεμα με τον Χρήστο. Την άλλη χρονιά έφυγε για τη Γερμανία. Τρία χρόνια στο Ντάρμστατ. Δεν μας είπε ποτέ τι ακριβώς έκανε. Αλλά, όταν γύρισε, δεν ήταν ο Χρήστος που στείλαμε. Δεν γελούσε πια και το στόμα του ήταν πια μια πικρή ίσια γραμμή…
 
Σκίτσο του Quino
 
Γεια σου μπαμπά!
 
Σκέφτομαι. Ήταν μια όμορφη εποχή. Όχι γιατί η δυστυχία ήταν απούσα. Ήταν πανταχού παρούσα. Υπήρχε φτώχεια, και μιζέρια, και πόνος. Ένα δίτερμα στο χωματόδρομο με μια σκασμένη μπάλα ήταν αρκετό για να μας κάνει ευτυχισμένους.
Όχι για τους μεγάλους. Αυτοί ήταν ανέκκλητα καταδικασμένοι να ζήσουν εκεί τις ταπεινές δύσκολες ζωές τους. Αλλά, για μας τα παιδιά, ο κόσμος ήταν ακόμη ένα μυστήριο, οι επιλογές ανοιχτές, το μέλλον ήταν ένα τέρμα που περίμενε να του βάλουμε γκολ. Ήμασταν γλάροι που μπορούσαμε να πετάξουμε πέρα από το σκουπιδότοπο…
 
Είναι πρωί. Ξημερώματα. Ακούω τον πατέρα μου που ετοιμάζεται να φύγει για τη δουλειά του. Είναι το τελευταίο μου βράδυ στο πατρικό. Φεύγω το πρωί, φοιτητής στην πρωτεύουσα. Κλείνω τα μάτια. Προσποιούμαι πως κοιμάμαι. Εκείνος στέκεται στην πόρτα και με χαϊδεύει με το βλέμμα. Ξέρω πως ξέρει ότι προσποιούμαι πως κοιμάμαι. Αλλά είμαστε άντρες. Καταπίνουμε τη συγκίνηση και την τρυφερότητα και τα παραπανίσια λόγια. Αποφεύγουμε τα αγκαλιάσματα, ως δείγμα αδυναμίας. Κλείνει απαλά την πόρτα και φεύγει αθόρυβα, μια μικρόσωμη φιγούρα με μεγάλη σκιά. Ακούω την εξώπορτα να κλείνει. «Γεια σου, μπαμπά!».
 
Ο χρόνος, αγριεμένο κύμα, μ’ αρπάζει και με πετάει στην ξερολιθιά της πραγματικότητας. Προσγειώνομαι ανώμαλα στην καρέκλα μου. Διώχνω από το μυαλό μου απρόθυμα τις αναμνήσεις. Επικεντρώνομαι στο παρόν, άγευστο, θλιβερό και αδιέξοδο. 
«Θα ‘χουμε δύσκολο χειμώνα», μου ψιθυρίζει η πιπερίτσα μου από τη γλάστρα της στο μπαλκόνι.
 

Issue Articles