Shedia

12 August 2021

Οι σπόροι της αναγέννησης

Ένα άρτιο σχέδιο αναδασώσεων θα ήταν σωτήριο για τα δάση μας, καθώς η κλιματική αλλαγή και η έλλειψη πολιτικών για την πρόληψή τους έχει οδηγήσει σε αύξηση των πυρκαγιών.

της Μαρίας Παπαδοδημητράκη

«Η φωτιά και η θάλασσα δεν σηκώνουν αστεία», έλεγε η προγιαγιά μου. Σχεδόν κάθε χρόνο τη φέρνω στο νου μου, την ώρα που κάθομαι αποσβολωμένη μπροστά σε μια οθόνη, παρακολουθώντας εικόνες καταστροφής. Το 2017, ήταν η Πορτογαλία και η Ισπανία. Το 2018, η Ραφήνα, ο Νέος Βουτζάς, το Μάτι. Το 2019, η Αυστραλία, ο Αμαζόνιος, η Ινδονησία. Σύμφωνα, με το Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον, Πάνω από 4,5 εκατομμύρια πυρκαγιές μεγαλύτερες του 1 τετραγωνικού χιλιομέτρου καταμετρήθηκαν σε όλον τον κόσμο, το 2019. Μεταξύ 2010 και 2016, ο ετήσιος αριθμός πυρκαγιών ξεπέρασε τις 40.000 σε Ελλάδα, Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία και Πορτογαλία, όπου βρίσκεται περίπου το 85% της συνολικής καμένης έκτασης στην Ευρώπη.

Κι όμως, οι δασικές πυρκαγιές είναι ενταγμένες στα οικοσυστήματα μεσογειακού τύπου, όπως της Ελλάδας, της Καλιφόρνιας, της Αυστραλίας, της Χιλής. «Αποτελούν φυσικό μηχανισμό αναγέννησης των δασών, τα οποία δεν διαχειρίζεται ο άνθρωπος. Προκαλούνται από φυσικά αίτια, όπως  κεραυνούς, εκρήξεις ηφαιστείων, αυτανάφλεξη, και εμφανίζονται ανά μεγάλα χρονικά διαστήματα (κάθε 80-100 ή και περισσότερα χρόνια). Ωστόσο, δεν ισχύει το ίδιο για τα διαχειριζόμενα από τον άνθρωπο δάση και για τις δασικές πυρκαγιές ανθρωπογενούς προέλευσης», εξηγεί ο καθηγητής Θεοχάρης Δ. Ζάγκας, πρόεδρος του Τμήματος Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του ΑΠΘ.

Σύμφωνα με στοιχεία, στις μεσογειακές χώρες, για το διάστημα 2006-2010, μόλις το 4,7% των πυρκαγιών με γνωστή αιτία οφειλόταν σε φυσικά αίτια. Το 55,8% οφειλόταν σε εσκεμμένη πράξη, το 33,5% σε αμέλεια και το 6,1% σε ατύχημα. Όπως μας ενημερώνει και το Πυροσβεστικό Σώμα Ελλάδας, το κάψιμο ξερών χόρτων, κλαδιών και σκουπιδιών στην ύπαιθρο, το πέταγμα αναμμένων τσιγάρων από το αυτοκίνητο, τα παρατημένα σκουπίδια αποτελούν συνηθισμένες αιτίες πυρκαγιάς, ενώ συχνά δεν αντιλαμβανόμαστε ότι ο ζεστός καταλύτης των αυτοκινήτων και οι σπινθήρες από τις εξατμίσεις τους αυξάνουν τις πιθανότητες έναρξής της.

Έκθεση του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Δασών συγκαταλέγει ανάμεσα στις αιτίες πυρκαγιάς και την αλλαγή των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών, καθώς και την εγκατάλειψη της υπαίθρου. Τι σημαίνει αυτό; Ότι κάποτε χρησιμοποιούσαμε το ξύλο των δέντρων για να φτιάξουμε καράβια και τα πεσμένα κλαδιά για να ανάψουμε το τζάκι μας, κάποτε παίρναμε κατράμι από το φλοιό των πεύκων για την κατασκευή προϊόντων και απασχολούμασταν σε αγροτικές δραστηριότητες. Σήμερα, το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού ζει σε πόλεις, χρησιμοποιεί καλοριφέρ για να ζεσταθεί και ηλεκτρικές κουζίνες για να μαγειρέψει, τα προϊόντα γίνονται συνθετικά και τα παραδοσιακά επαγγέλματα εγκαταλείπονται. Όλα τα παραπάνω έχουν σαν αποτέλεσμα από τη μία να συγκεντρώνονται μεγάλες ποσότητες καύσιμης ύλης στα δάση μας και, από την άλλη, να μειώνονται οι άνθρωποι που λειτουργούσαν ως «φύλακές» τους.

Τα τελευταία χρόνια, γίνεται λόγος και για το ρόλο της κλιματικής αλλαγής στην αύξηση του κινδύνου εμφάνισης πυρκαγιών, καθώς η άνοδος της θερμοκρασίας παγκοσμίως έχει σαν αποτέλεσμα μεγαλύτερα διαστήματα ξηρασίας. Μάλιστα, το 96% από τις 500 πιο καταστροφικές πυρκαγιές της τελευταίας δεκαετίας σημειώθηκαν σε ασυνήθιστα ζεστές ή και ξηρές περιόδους. Ανησυχητικό είναι, δε, το γεγονός ότι ασυνήθιστα υψηλές θερμοκρασίες δεν καταγράφονται πια μόνο στο νότιο τμήμα της Γηραιάς Ηπείρου. Τα ξηρά καλοκαίρια σε περιοχές της Βόρειας και Κεντρικής Ευρώπης προκάλεσαν μεγάλες πυρκαγιές σε χώρες όπως η Σουηδία και η Πολωνία. Η έλλειψη βιώσιμου τρόπου διαχείρισης των δασών και κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής που θα εστιάζει στην πρόληψη των φυσικών κινδύνων και στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, καθώς και η ύπαρξη ζωνών μείξης οικισμών με δάση, είναι μερικοί ακόμα παράγοντες που επηρεάζουν τη συχνότητα εκδήλωσης πυρκαγιών, αλλά και την ένταση των καταστροφικών συνεπειών τους.

ΑΠΟΥΣΙΑ ΠΡΟΛΗΨΗΣ

Τι χρειάζεται να κάνουμε για να αποτρέψουμε μελλοντικά τέτοιες καταστροφές; Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι χώρες της Ευρώπης τείνουν να ρίχνουν το βάρος στην καταστολή των πυρκαγιών, η οποία φέρνει άμεσα αλλά βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα, ενώ θα έπρεπε η πολιτική αντιμετώπισής τους να διακρίνεται από έναν μακροπρόθεσμο ορίζοντα. «Για να χρησιμοποιήσουμε έναν απλό ιατρικό παραλληλισμό, πρέπει να φροντίζουμε την υγεία μας, αντί να περιμένουμε να δράσει το παυσίπονο που θα πάρουμε αφού αρρωστήσουμε», αναγράφεται στην ιστοσελίδα του του Ευρωπαϊκού Δασικού Ινστιτούτου.

Πιο συγκεκριμένα, «σε μεσογειακό επίεδο, το 80% των πόρων δίνονται στην καταστολή και μόνο το 20% στην πρόληψη. Στην Ελλάδα, αν και γίνονται θετικές κινήσεις για την ενίσχυση του κατασταλτικού μηχανισμού, δεν έχουν υλοποιηθεί σημαντικά διαχειριστικά μέτρα, που θα είχαν ως στόχο την αειφορική διαχείριση των δασών, τη μείωση της καύσιμης ύλης και την εκτέλεση δασοτεχνικών έργων. Επιπλέον, δεν έχει γίνει ο σχεδιασμός τοπικών σχεδίων πρόληψης υπό την ευθύνη των ΟΤΑ και την επίβλεψη της κυβέρνησης. Παράλληλα, η Δασική Υπηρεσία παραμένει υποστελεχωμένη και χωρίς επαρκή χρηματοδότηση, ενώ ο νέος Εθνικός Μηχανισμός Διαχείρισης Κρίσεων παραμένει ανεφάρμοστος. Τέλος, δεν έχει γίνει επαναξιολόγηση σε εθνικό επίπεδο του κινδύνου πυρκαγιάς σε δασικές εκτάσεις (η τελευταία ήταν το 1980), ώστε να υπάρχει κατάλληλος σχεδιασμός και στρατηγική ιεράρχηση των δράσεων πρόληψης», αναφέρουν οι άνθρωποι της WWF Ελλάς.

«Χρειάζεται μία ουσιαστικότερη πολιτική όσον αφορά τις πυρκαγιές, γεγονός που φάνηκε καθαρά από το πόρισμα της “Ανεξάρτητης Επιτροπής για τη διερεύνηση των αιτιών των πυρκαγιών” (σ.σ. συστάθηκε εξαιτίας των πυρκαγιών της 23ης και 24ης Ιουλίου 2018 στην Αττική), πρόεδρος της οποίας ήταν ο Γιόχαν Γκολντάμερ, διευθυντής του Παγκόσμιου Κέντρου Παρακολούθησης Πυρκαγιών», συμπληρώνει ο δρ. Γαβριήλ Ξανθόπουλος, ερευνητής στο Ινστιτούτο Μεσογειακών & Δασικών Οικοσυστημάτων και μέλος της παραπάνω επιτροπής. Στο συγκεκριμένο πόρισμα, υπογραμμίζονται, μεταξύ άλλων, τα προβλήματα στον τομέα της πρόληψης, όπως η έλλειψη ενιαίου και κοινού σχεδιασμού αντιπυρικής προστασίας, η απουσία εγκεκριμένων και τεκμηριωμένων τοπικών αντιπυρικών σχεδίων, η άναρχη δόμηση δασικών εκτάσεων, η περιστασιακή ενημέρωση, ευαισθητοποίηση και κινητοποίηση των πολιτών, η δυσαρμονία των κονδυλίων που διατίθενται για πρόληψη σε σχέση με τα κονδύλια που δαπανώνται για καταστολή και η πληθώρα φορέων που εμπλέκονται στο έργο της πρόληψης των δασικών πυρκαγιών.

ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΕΣ ΔΕΝΔΡΟΦΥΤΕΥΣΕΙΣ

Όσο για τις αναδασώσεις, οι ειδικοί διευκρινίζουν ότι απαιτούνται μόνο στις περιπτώσεις που η φυσική αναγέννηση του δάσους δεν είναι δυνατή ή όταν τα αποτελέσματα αυτής δεν είναι ικανοποιητικά. Οι ανεξέλεγκτες δενδροφυτεύσεις, χωρίς να έχει προηγηθεί ανάλυση των οικοσυστημάτων, χωρίς σχέδιο για τη διαχείρισή τους, µπορεί να δηµιουργήσουν περισσότερα προβλήµατα από αυτά που επιδιώκουν να λύσουν. Για παράδειγµα, τα φυτά που υπάρχουν σε μια περιοχή αποτελούν μέρος ενός οικοσυστήματος. Αν εμείς τα απομακρύνουμε, τότε θα επηρεαστούν οι οργανισμοί που εξαρτώνται από αυτά. Επίσης, κατά τη διαδικασία της φύτευσης µπορεί να προκαλέσουμε συµπίεση του εδάφους ή να ξεριζώσουμε αυτόχθονα αρτίφυτρα, που διαθέτουν μεγαλύτερη ικανότητα προσαρµογής και ανάπτυξης στην περιοχή. «Το πιο συνηθισμένο λάθος κατά τις αναδασώσεις είναι η επιλογή ακατάλληλων από οικολογική άποψη δασοπονικών ειδών. Συχνά λάθη είναι, επίσης, η φύτευση κακής ποιότητας φυταρίων, η φύτευση σε ακατάλληλη χρονική περίοδο και η διενέργεια φυτεύσεων σε θέσεις όπου είναι δυνατή η φυσική αναγέννηση. Ένα παράδειγμα σωστής επέμβασης αποτέλεσε η, έστω και σε μικρή κλίμακα, προσπάθεια εισαγωγής της χνοώδους δρυός στο δάσος του Σέιχ Σου της Θεσσαλονίκης, ενώ λάθος επέμβαση υπήρξε η φύτευση σε μεγάλη σχετικά έκταση στην ίδια περιοχή του κυπαρισσιού της Αριζόνας», εξηγεί ο κ. Ζάγκας.

Την  ανάγκη εφαρμογής ενός σωστού πλάνου αναδασώσεων σχεδιασμένο από ειδικούς επιστήμονες επισημαίνει και ο κ. Ξανθόπουλος. «Όταν ήμουν φοιτητής, επισκεφτήκαμε με τους καθηγητές μια περιοχή στο δάσος του Περτουλίου, σε ύψος περίπου 1.000 μέτρων, όπου είχε χρησιμοποιηθεί μαύρη πεύκη για τη δημιουργία ενός πρόδρομου δάσους. ‘Εφεραν, λοιπόν, φυτώρια από δύο περιοχές, τη Θάσο, όπου το δέντρο φύεται στα 600 μέτρα και το Μέτσοβο, όπου βγαίνει στα 1.000 μέτρα. Τα πρώτα 10-15 χρόνια, η πεύκη της Θάσου αναπτυσσόταν πιο γρήγορα, ενώ του Μετσόβου έπαιρνε το χρόνο της. Πάνω στην εικοσαετία πέφτει στην περιοχή χιόνι και ολόκληρη η συστάδα των δέντρων της Θάσου γκρεμίζεται, καθώς τα δέντρα αυτά δεν ήταν προσαρμοσμένα στις συγκεκριμένες συνθήκες και δεν διέθεταν κατάλληλο ριζικό σύστημα. Από την άλλη, η συστάδα του Μετσόβου δεν έπαθε τίποτα. Επίσης, γίνονται λάθη ακόμα και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Στο παρελθόν, η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε ξεκινήσει προσπάθεια αναδάσωσης εγκαταλελειμμένων αγρών, επιδοτώντας τη φύτευσή τους. Όμως, οι αγροτικές περιοχές μέσα στα βουνά ήταν ένα στοιχείο που βοηθούσε στην καταστολή των πυρκαγιών. Εξαιτίας της αναδάσωσής τους, το σύνθετο αυτό μωσαϊκό έπαψε να υπάρχει, δυσχεραίνοντας έτσι το έργο της δασοπυρόσβεσης».

ΦΥΣΙΚΟΙ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ

Ίσως η καλύτερη κίνηση είναι να ακολουθήσουμε το αξίωμα της Δασολογίας που λέει: «μιμηθείτε τη φύση, επιταχύνετε το έργο της». Η διαχείριση των καμένων εκτάσεων και η φροντίδα των δασών πρέπει να γίνονται με τρόπο που δεν θα εμποδίζει τους φυσικούς μηχανισμούς. Τα φυτά που κυριαρχούν σε μια περιοχή είναι εκεί, γιατί έχουν καταφέρει με το πέρασμα των χρόνων να προσαρμοστούν στις συγκεκριμένες συνθήκες. Επειδή, λοιπόν, ο ρόλος της φωτιάς στη διαμόρφωση του μεσογειακού τοπίου είναι σημαντικός, τα μεσογειακά φυτά έχουν αναπτύξει μηχανισμούς που τα βοηθούν να επιβιώσουν στη διάρκεια μιας πυρκαγιάς και να επανέλθουν μετά από αυτή. Τα παθητικά πυρόφυτα, για παράδειγμα, αντέχουν σε υψηλές θερµοκρασίες, λόγω του παχύ φλοιού ή του σκληρού ξύλου τους. Από την άλλη, τα ενεργητικά πυρόφυτα καίγονται εύκολα, αλλά εξίσου εύκολα φυτρώνουν. Το πουρνάρι και ο σχίνος, για παράδειγμα., παράγουν µετά τη φωτιά παραβλαστήµατα και ριζοβλαστήµατα, ενώ άλλα είδη διατηρούν στο ριζικό τους σύστημα κοιμώμενους οφθαλμούς, που «ξυπνούν» μετά την αφαίρεση ή νέκρωση του υπέργειου τμήματός τους. Υπάρχουν, επίσης, είδη, όπως η χαλέπιος και η τραχεία πεύκη, που διατηρούν στο φύλλωμά τους κλειστούς κώνους, οι οποίοι ανοίγουν μετά την πυρκαγιά και διασπείρουν βιώσιμους σπόρους. Μάλιστα, μετά από μία φωτιά, τα φυτά αυτά αναπτύσσονται με γρήγορους ρυθμούς, καθώς εκμεταλλεύονται το άπλετο φως, το πλούσιο σε θρεπτικά συστατικά έδαφος και την έλλειψη ανταγωνισμού.

Ωστόσο, όπως διευκρινίζει ο κ. Ξανθόπουλος, «στην Ελλάδα έχουμε και άλλα οικοσυστήματα. Η ελάτη, για παράδειγμα, δεν είναι είδος τυπικά Μεσογειακό, γι’ αυτό και ένα ελατοδάσος δεν είναι προσαρμοσμένο στη φωτιά. Μάλιστα, αν καεί τη χρονιά που δεν έχει έτοιμο σπόρο, τότε η αναγέννησή του είναι δύσκολη. Χρειάζεται, επίσης, σκιά, ιδιαίτερα στα χαμηλά δασοόριά του, γιατί με τη ζέστη πεθαίνει. Οπότε, στις περιπτώσεις αυτές μπορεί να χρειαστεί να δημιουργήσουμε ένα πρόδρομο δάσος με ένα φωτόφυλλο είδους, ώστε να αναπτυχθεί από κάτω η ελάτη». Σε πολλές περιπτώσεις, ένα καμένο δάσος έχει τη δυνατότητα να αναγεννηθεί, χωρίς τη δική μας παρέμβαση. Βασική προϋπόθεση, ωστόσο, είναι να μην ξανακαεί σε σύντομο διάστημα και να προστατευτεί από επιπλέον διαταραχές, όπως η καταπάτηση για τη δημιουργία οικισμών και η βόσκηση, που μπορεί να αποδειχθεί πιο καταστροφική από την πυρκαγιά, καθώς τα ζώα τρώνε τα νεαρά δέντρα και συμπιέζουν το έδαφος.