Aug. 28, 2013

Αθεράπευτα ανεπαρκείς, του Σπύρου Ζωνάκη

Ένα ακόμα κοινωνικό έγκλημα συντελείται στον τομέα της υπό κατάρρευσης ψυχικής υγείας. 
 
Η παλινδρόμηση του «Ψυχαργώς» συμβαίνει την ώρα που  η οικονομική κρίση έχει σαφείς επιπτώσεις στην ψυχική υγεία των πολιτών.
 
Του Σπύρου Ζωνάκη
 
Πόροι περικόπτονται, εργαζόμενοι παραμένουν απλήρωτοι επί  μήνες, υπηρεσίες ψυχικής υγείας απειλούνται με κλείσιμο, ψυχικά πάσχοντες συνάνθρωποί μας που προσπαθούν να επανενταχθούν στην κοινωνία βρίσκονται μετέωροι. Κοντολογίς, η ψυχιατρική μεταρρύθμιση, δηλαδή η κατάργηση των ψυχιατρικών ασύλων και η μεταφορά της φροντίδας των ασθενών σε δομές εντός του κοινωνικού ιστού, τριάντα περίπου χρόνια ύστερα από την έναρξή της βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης και της ακύρωσης όλων των επιτευγμάτων της.
 
Εν αρχή ήταν η Λέρος
Όλα ξεκίνησαν το 1984, όταν, με αφορμή την παγκόσμια κατακραυγή για τις απάνθρωπες συνθήκες νοσηλείας στο Ψυχιατρείο της Λέρου, η ΕΟΚ (μέσω του Κανονισμού 815/84 και τα συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα Λέρος Ι και Λέρος ΙΙ) απαιτεί από τη χώρα μας την παύση εισροής ασθενών σε όλα τα ψυχιατρεία, το σεβασμό των δικαιωμάτων των ψυχικά ασθενών, την εκπαίδευση του προσωπικού και τη δημιουργία κοινοτικών δομών, ώστε οι ασθενείς να αποασυλοποιηθούν. 
 
 Ωστόσο, η μεταρρύθμιση  σε καμία περίπτωση δεν αποτελούσε προϊόν εγχώριας πολιτικής βούλησης ή κοινωνικής πίεσης, αλλά απόρροια εξωτερικών καταναγκασμών και προσπάθεια  εξωραϊσμού της αρνητικής εικόνας της χώρας μας διεθνώς. Πολύ περισσότερο, όμως, σε αντίθεση με μια  σειρά δυτικοευρωπαϊκών χωρών, όπου ήδη από τη δεκαετία του ’60 η αποϊδρυματοποίηση προέκυπτε ως αποτέλεσμα δυναμικών κινημάτων του ψυχιατρικού κόσμου (με κορυφαίο το κίνημα της Δημοκρατικής Ψυχιατρικής του Basaglia στην Ιταλία, που σφράγισε τον ιστορικό νόμο 180/78 για το κλείσιμο των ψυχιατρείων στη χώρα), στην Ελλάδα, η επικρατούσα ψυχιατρική κουλτούρα έβλεπε με μεγάλο σκεπτικισμό τη μετάβαση σε ένα εναλλακτικό, ολοκληρωμένο και κοινοτικά εδραιωμένο σύστημα υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Έτσι, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’90, ελάχιστα είχαν προχωρήσει τα μεταρρυθμιστικά προγράμματα, περνώντας από διάφορες φάσεις στασιμότητας και μη απορροφητικότητας κονδυλίων.
 
Τομή για την ψυχιατρική μεταρρύθμιση αποτέλεσε το πρόγραμμα «Ψυχαργώς». Πρόκειται για ένα φιλόδοξο σχέδιο που εκπονήθηκε το 1999, είχε κόστος 700 εκατομμύρια ευρώ (με το 75% να καλύπτεται από ευρωπαϊκούς πόρους) και βασικούς στόχους: τον αποϊδρυματισμό των χρόνιων ψυχικά ασθενών που φιλοξενούνταν στα οκτώ δημόσια ψυχιατρεία και με κατάληξη το κλείσιμο των τελευταίων έως το 2015,  την ανάπτυξη κοινοτικών υπηρεσιών ψυχικής υγείας σε όλη τη χώρα, καθώς και την ψυχοκοινωνική αποκατάσταση των ασθενών. Μέχρι σήμερα, έχουν κλείσει τα Ψυχιατρικά Νοσοκομεία Χανίων, Πέτρας Ολύμπου, Κέρκυρας, Τρίπολης και Νταού Πεντέλης και μειώθηκαν οι διαθέσιμες κλίνες στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής στις 650 και από 400 στα Ψυχιατρεία «Δρομοκαΐτειο» και Θεσσαλονίκης. Δημιουργήθηκαν 452 στεγαστικές δομές αποασυλοποίησης (Οικοτροφεία, Ξενώνες και Προστατευμένα Διαμερίσματα), όπου  μετεγκαταστάθηκαν περίπου 3.200 από τους  5.500 έγκλειστους των δημόσιων ψυχιατρείων και πάνω από 200 κοινοτικές δομές ψυχικής υγείας (Ψυχιατρικά Τμήματα Γενικών Νοσοκομείων, Κέντρα Ψυχικής Υγείας, Κέντρα Ημέρας, Κινητές Μονάδες). Ταυτόχρονα, η υλοποίηση μέρους της μεταρρύθμισης ανατέθηκε σε ιδιωτικούς φορείς μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα (ΜΚΟ), οι οποίοι το 2012 ανέρχονταν σε 65 και διέθεταν 216 μονάδες (περίπου το 30% του συνόλου των μονάδων ψυχικής υγείας), φιλοξενώντας σχεδόν 1.500 άτομα στις στεγαστικές τους δομές και εξυπηρετώντας περίπου 35.000 ασθενείς στις κοινοτικές τους υπηρεσίες.
 
Συνθήκες κοινωνικού περιθωρίου
 
Παρά το γεγονός ότι  το «Ψυχαργώς» εξασφάλιζε  τις πλέον ευοίωνες προβλέψεις για τον τομέα της ψυχικής υγείας στην Ελλάδα, η μέχρι τώρα πορεία της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης αξιολογείται  ως στρεβλή. 
 
Μπορεί να δημιουργήθηκε το 78% των απαιτούμενων στεγαστικών δομών, εντούτοις, σύμφωνα με τον Θεόδωρο Μεγαλοοικονόμου, Διευθυντή του 9ου Ψυχιατρικού Τμήματος του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής, «η ελληνική ψυχιατρική μεταρρύθμιση δεν είχε το χαρακτήρα μιας καθαυτό αποϊδρυματοποίησης, μέσω της μετάβασης σε ένα ολοκληρωμένα μετασχηματισμένο σύστημα ψυχικής υγείας ριζικά εναλλακτικό στον εγκλεισμό. Απλώς, οι ασθενείς μεταφέρθηκαν από τις πτέρυγες χρόνιας παραμονής στα ψυχιατρεία σε στεγαστικές μονάδες, όπου, αλλού η ζωή τους βελτιώθηκε σημαντικά, αλλού, όμως, όπως ήταν το συνηθέστερο, βρέθηκαν σε συνθήκες κοινωνικού περιθωρίου παρόμοιες με αυτές των ψυχιατρείων, με μηχανικές καθηλώσεις, κλειδωμένες πόρτες και συχνά με επιτήρηση από κάμερες». 
 
Επιπλέον, όπως υποστηρίζει ο Παναγιώτης Χονδρός, Πρόεδρος της Εταιρείας Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ψυχικής Υγείας (που διαθέτει 14 μονάδες ψυχικής υγείας σε όλη τη χώρα) «η μεταρρύθμιση επικεντρώθηκε στη μεταφορά  των ασυλικών αρρώστων, που επί δεκαετίες ζούσαν σε κλειστά θεραπευτικά κτίρια, σε μονάδες ανοιχτών θυρών, παρουσιάζοντας, όμως, πολύ μεγάλη υστέρηση  στην ανάπτυξη των κοινοτικών υπηρεσιών ψυχικής υγείας, καθώς έχει δημιουργηθεί  μόνο το 28% των προβλεπόμενων σχετικών δομών». 
 
Και αυτό, τη στιγμή που η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας (π.χ. Κέντρα Ψυχικής Υγείας, Κινητές Μονάδες, Κέντρα Ημέρας) αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του κοινοτικού συστήματος ψυχικής υγείας. Αποστολή των Κέντρων Ψυχικής Υγείας και των Κινητών Μονάδων  είναι, μέσω της συνέχειας στη φροντίδα των ψυχικά πασχόντων, η πρόληψη, έγκαιρη διάγνωση, παρέμβαση και θεραπεία τους  μέσα στην  κοινότητα (συμπεριλαμβανομένων και των κατ’ οίκον επισκέψεων), ώστε να ανασχεθεί η εισαγωγή τους σε νοσοκομειακές ψυχιατρικές μονάδες, αλλά και η ευαισθητοποίηση και  ανάπτυξη προγραμμάτων αγωγής της κοινότητας για ζητήματα ψυχικής υγείας (π.χ. αποστιγματισμός ψυχικά ασθενών).  Από την πλευρά τους, τα Κέντρα Ημέρας περιλαμβάνουν δραστηριότητες που αποσκοπούν στη βελτίωση των δεξιοτήτων καθημερινής διαβίωσης, αυτοφροντίδας και κοινωνικοποίησης των ψυχικά ασθενών. 
«Οι υπάρχουσες υπηρεσίες καλύπτουν μόνο το 25 έως 30% των αναγκών της χώρας. Έχουν συσταθεί μόλις 43 Κέντρα Ψυχικής Υγείας αντί των 94 που απαιτούνται, ενώ  και αυτά που λειτουργούν ούτε εφημερεύουν ούτε διασυνδέονται με την εφημερεύουσα ψυχιατρική υπηρεσία, με αποτέλεσμα να “χάνονται” τα επείγοντα περιστατικά», σημειώνει ο Μιχάλης Μαδιανός, Ομότιμος Καθηγητής Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. «Από τις λοιπές υπηρεσίες, αναπτύχθηκαν 57 Κέντρα Ημέρας με 855-900 θέσεις έναντι των 1.500 που απαιτούνται, μόνο 25 Κινητές Μονάδες σε απομακρυσμένες και δυσπρόσιτες περιοχές της περιφέρειας και 33 Ψυχιατρικά Τμήματα Γενικών Νοσοκομείων με 650 κρεβάτια, ενώ χρειάζονται 2.900 κρεβάτια ταχύρρυθμης νοσηλείας που να καλύπτουν 40.000 νοσηλείες το χρόνο», συνεχίζει ο κ. Μαδιανός.
 
Παράλληλα, από τις 55 απαιτούμενες εξειδικευμένες δομές ψυχικής υγείας (για αυτισμό, ουσιοεξαρτήσεις, αλκοόλ, Alzheimer) έχει δημιουργηθεί μόλις το 20%, ενώ και τα Ιατροπαιδαγωγικά Κέντρα δεν ξεπερνούν τα 22, αφού ουσιαστικά μόνο στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη υπάρχουν τέτοιες υπηρεσίες (δεκατρείς και  επτά αντίστοιχα), καλύπτοντας μόλις το 10% των αναγκών της παιδοψυχιατρικής περίθαλψης. 
 
 
Κίνδυνος ολικής κατάρρευσης
Ουσιαστικά, η τομεοποίηση που προέβλεπε το «Ψυχαργώς», δηλαδή ο χωρισμός της χώρας σε 58 τομείς ψυχικής υγείας (και μάλιστα πολύ μεγάλους, της τάξης των 250.000 ή 300.000 κατοίκων) παρέχοντας ο καθένας ένα πλήρες φάσμα διασυνδεδεμένων υπηρεσιών, ικανών να ανταποκριθούν στις ανάγκες ψυχικής υγείας του πληθυσμού, ουδέποτε εφαρμόστηκε, οδηγώντας σε γεωγραφική ανισοκατανομή των μονάδων ψυχικής υγείας, αφήνοντας ακόμη και ολόκληρες περιοχές ακάλυπτες. Ενδεικτικά, τα νησιά του Αιγαίου και η δυτική Μακεδονία δεν διαθέτουν ούτε ένα Κέντρο Ψυχικής Υγείας, ενώ η δυτική Ελλάδα στερείται  εντελώς Κέντρων Ημέρας.
 
«Μοιραία, χωρίς την ανάπτυξη εναλλακτικών κοινοτικών υπηρεσιών, κλιμακώθηκε  μια ασφυκτική πίεση στις μονάδες νοσοκομειακής νοσηλείας, πίεση της οποίας η ορατή πλευρά είναι τα δεκάδες ράντζα στα τμήματα εισαγωγών των ψυχιατρείων και των ψυχιατρικών κλινικών των γενικών νοσοκομείων (όπου το 55-60% των εισαγωγών είναι ακούσιες), η “περιστρεφόμενη πόρτα” και η ραγδαία άνθηση των ιδιωτικών ψυχιατρικών κλινικών-ασύλων, ιδίως σε περιοχές όπου έκλεισαν δημόσια ψυχιατρεία, και οι οποίες λειτουργούν ανεξέλεγκτα», τονίζει ο κ. Μεγαλοοικονόμου.
 
Εντούτοις, η μεγαλύτερη απειλή για την πορεία της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης είναι η δραστική περικοπή της χρηματοδότησης των φορέων ψυχικής υγείας από τον κρατικό προϋπολογισμό, η οποία στα Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου την προηγούμενη χρονιά έφθασε το 50% (45 εκατομμύρια ευρώ, αντί των 90 εκατομμυρίων ευρώ που απαιτούνται).  
 
«Το πρόβλημα είναι ότι η συγχρηματοδότηση για κάθε δομή διαρκεί για 18 μήνες, μετά τους οποίους πρέπει να αναλάβει ο ελληνικός κρατικός προϋπολογισμός. Μειώνοντας, όμως, τη χρηματοδότηση στο ελάχιστο, το κράτος αφήνει τις δομές να φυτοζωούν. Δεν έχουμε τη δυνατότητα να καλύψουμε πλήρως ούτε τα λειτουργικά μας έξοδα, ούτε τη μισθοδοσία των 3.000 εργαζομένων, που μένουν για 8 και 10 μήνες απλήρωτοι, ούτε να παρέχουμε τις κατάλληλες υπηρεσίες στους ενοίκους των στεγαστικών δομών, των οποίων οι συνθήκες διαβίωσης αρκετές φορές επιδεινώνονται,  αλλά ούτε και  ψυχοκοινωνική υποστήριξη σε χιλιάδες πολίτες», αναφέρει ο δρ. Μενέλαος Θεοδωρουλάκης, Πρόεδρος της Συντονιστικής Επιτροπής του Δικτύου  Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης και Ψυχικής Υγείας «Αργώ», που συσπειρώνει 42 ΝΠΙΔ.
 
«Είναι πραγματικός ο κίνδυνος να καταρρεύσουν και οι 216 μονάδες ψυχικής υγείας. Μια τέτοια εξέλιξη θα συνιστούσε ένα τεράστιο κοινωνικό και θεραπευτικό έγκλημα, ενώ η χώρα θα βρισκόταν αντιμέτωπη με τις κυρώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που θα απαιτούσε την επιστροφή των 1,4 δισεκατομμυρίων ευρώ με τα οποία έχει χρηματοδοτήσει την ψυχιατρική μεταρρύθμιση στην Ελλάδα», συνεχίζει ο κ. Θεοδωρουλάκης.
 
«Οι δημόσιες κοινοτικές δομές λειτουργούν και αυτές κάτω από το όριο ασφαλείας και αρκετές συρρικνώνονται, ως αποτέλεσμα της υποχρηματοδότησης και της έλλειψης προσωπικού. Το εφιαλτικό σενάριο να δούμε και στη χώρα μας σκηνές τις οποίες βίωσαν οι ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης Ρέιγκαν, με χιλιάδες ψυχικώς πάσχοντες να μένουν ακάλυπτοι από την όποια φροντίδα και να πετιούνται στο δρόμο μετά το κλείσιμο των ψυχιατρείων προβάλλει, δυστυχώς, μπροστά μας. Ταυτόχρονα, η πρόσφατη απόφαση  της ηγεσίας του Υπουργείου Υγείας για μεταφορά  ώς το τέλος του έτους 400 χρόνιων ασθενών των τριών ψυχιατρικών νοσοκομείων σε κενές θέσεις των στεγαστικών δομών τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα είναι βεβιασμένη και χωρίς κανένα σχεδιασμό. Είναι πολύ αμφίβολο αν οι συγκεκριμένες μονάδες έχουν τη δυνατότητα να υποδεχθούν αυτούς τους ανθρώπους. Δεν αποκλείω πολλοί από αυτούς να καταλήξουν σε “ιδρύματα ανιάτων” τύπου Λεχαινών», σημειώνει ο  κ. Μεγαλοοικονόμου.
 
Σύμφωνα με τον κ. Χονδρό, «η νέα παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τον Απρίλιο για τη χρηματοδότηση των δομών ψυχικής υγείας με το ποσό των 100 εκατομμυρίων ευρώ για τα επόμενα τρία χρόνια ίσως να αποτελεί την τελευταία ευκαιρία για την επιβίωση τους, και κατ’ επέκταση την ομαλή συνέχιση της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης».
 
 
Ψυχική υγεία και κρίση
 
Μάλιστα, η παλινδρόμηση του «Ψυχαργώς» συμβαίνει την ώρα που  η οικονομική κρίση έχει σαφείς επιπτώσεις στην ψυχική υγεία των πολιτών. «Μεταξύ 2006 και 2011 παρατηρείται μια άνοδος κατά 35% της κατανάλωσης των αντικαταθλιπτικών, ενώ σημειώθηκε και κατακόρυφη αύξηση κατά 185% των ατόμων που έκαναν απόπειρες αυτοκτονίας (0,6% το 2008 και 1,5% το 2011). Επίσης, η μείζων κατάθλιψη το 2008 βρέθηκε να είναι 3,3% σε πανελλήνιο δείγμα γενικού πληθυσμού, ενώ το 2011 η επικράτηση ανήλθε στο 8,2%. Οι πιο ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού είναι οι νέοι, οι άνεργοι, οι φτωχοί, καθώς και τα άτομα με ειδικές ανάγκες», τονίζει ο κ. Μαδιανός.
 
«Παρά  το γεγονός ότι έχουμε φθάσει και τους 9 μήνες απλήρωτοι, προσπαθούμε με μεγάλη φιλοτιμία να παρέχουμε τις καλύτερες δυνατές υπηρεσίες στους ασθενείς μας. Από τη μία, αυτοφροντίδα, κοινωνική ζωή, προεπαγγελματική απασχόληση, ταξίδια, επαφές με συγγενείς και φίλους στους ενοίκους των στεγαστικών μας δομών σε Αθήνα, Άμφισσα, Λαμία και Αλεξανδρούπολη. Από την άλλη, συνεχόμενη παρακολούθηση και θεραπεία στους 1.500 αρρώστους που προσέρχονται στις δύο Κινητές Μονάδες μας στη Θράκη και τη Φωκίδα κάθε χρόνο», επισημαίνει η Μαρία Λαζαρίδου, Επιστημονική Διευθύντρια της Εταιρείας Κοινωνικής Ψυχιατρικής και Ψυχικής Υγείας, πρωτοπόρου  φορέα στην προώθηση της Κοινοτικής Ψυχιατρικής στη χώρα μας. 
 
«Στην  έλλειψη ουσιαστικής στήριξης άνωθεν, μοναδική διέξοδος είναι το άνοιγμά μας στην κοινότητα μέσα από τη σύμπραξή μας με την τοπική αυτοδιοίκηση, άτυπα δίκτυα αλληλεγγύης, οικογένειες και συγγενείς ψυχικά αρρώστων, οργανωμένες ομάδες πολιτών για τα δικαιώματα των ψυχικά ασθενών», συμπληρώνει η Παναγιώτα Φίτσιου, ψυχολόγος στην ίδια εταιρεία.
 

Issue Articles