Shedia

EN GR

15 Φεβρουαρίου 2021

O χορευτής της Αχερουσίας λίμνης

Μία σπαρακτική ιστορία διδάσκει πως η αγάπη για τη ζωή μπορεί να μετατρέψει τη μάχη με το θάνατο σε χορό και να κατανικήσει ακόμη και το ίδιο το φυσικό τέλος.

του Παναγιώτη Χαϊδεμενάκη

Ερχότανε πάντοτε χαρούμενη, λες και πήγαινε σε πάρτι χορού. Χαμογελαστή, καλοβαμμένη  και με κινήσεις που έδειχναν βεβαιότητα νικητή. Κρατούσε πάντα στο δεξί της  χέρι ένα περιοδικό σταυρόλεξων της τελευταίας εβδομάδας, αγορασμένο από το περίπτερο που ήταν έξω από το νοσοκομείο. «Καλημέρα παιδιά», μας προϋπαντούσε και αναζητούσε με γρήγορο και σπινθηροβόλο βλέμμα το κρεβάτι της στο θάλαμο. «Ήρθα να χορέψω με τον Χάρο. Μου είπαν πως είναι παλικάρι και ωραίος άντρας», έλεγε, «αλλά εγώ θα τον ‘’χορέψω στο κρεβάτι’’ και θα το γλεντήσω όπως θέλω εγώ». Την κοιτούσαμε, λίγο απορημένοι, λίγο εκστασιασμένοι, αλλά σίγουρα με μεγάλο θαυμασμό για το θάρρος που τη διέκρινε απέναντι στη βαριά αρρώστια της, που εμείς μόνο οι γιατροί ξέραμε τη σοβαρότητά της και που σίγουρα η ίδια την είχε αυτοπροσδιορίσει, με τα δικά της όμως κριτήρια.

Αρχίσαμε τη θεραπεία ακολουθώντας κατά γράμμα τις οδηγίες  του θεραπευτικού πρωτοκόλλου,  που απαιτούσε τουλάχιστον έξι σχήματα για να τεθεί η νόσος –η οποία ήταν σε αυτή τη φάση επιθετική– , σε πλήρη ύφεση. Όλα εξελίσσονταν ομαλά. Η ασθενής, πάντα χαμογελαστή, έβλεπε με λοξό βλέμμα τον ορό με τα φάρμακα που έπεφτε αργά στις φλέβες της, ενώ, παράλληλα, προσπαθούσε με συγκεντρωμένο και καθαρό μυαλό να λύνει δύσκολα σταυρόλεξα. Μας έλεγε μερικές φορές να τη βοηθήσουμε να βρει τη σωστή λέξη που απαιτούσε η λύση του σταυρολέξου. «Πλήττει, αλλά δεν βαριέται, με επτά γράμματα. Πείτε μου τι να βάλλω; Α, το βρήκα! Είναι η ρακέττα. Πολύ έξυπνο, αλήθεια». Η ηρεμία και η αισιοδοξία της ήταν απεριόριστη. Φαινόταν πως «το γλεντούσε» και πως βρισκόταν εκείνη την ώρα σε πάλεμα χορού με τον «καλό της» και πως θα χόρευε και ερωτικούς χορούς μαζί του, όπως όμως εκείνη θα ήθελε.

«Ο Παράδεισος» (1754-1757). Πϊνακας του Κοράντο Τζιακίντομ που φυλάσσεται στο Μουσείο του Πράδο.

Η ΧΟΡΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ

«Είναι δυνατό παλικάρι ο Χάρος,  και γι’ αυτό θα τον γλεντήσω, όπως όμως  θέλω εγώ», μονολογούσε χωρίς πολλούς ενδοιασμούς. Ήταν η θεραπευτική συνεδρία μια τέλεια χορογραφία που έκανε εμάς τους θεράποντες γιατρούς να θαυμάζουμε στο πρόσωπό της τα απέραντα ψυχικά αποθέματα που μπορεί θεωρητικά να έχει ο κάθε άνθρωπος στις δύσκολες ώρες της ζωής του. Οι συνεδρίες εξελίσσονταν ομαλά, χωρίς ιδιαίτερες παρενέργειες, αλλά και χωρίς δυστυχώς ιδιαίτερα προσδοκώμενη και αναμενόμενη ύφεση της αρρώστιας της  ασθενούς, γιατί η νόσος ήταν επιθετική και ο «Στρατηγός φονιάς» ήταν ήδη  προ των πυλών. Έπρεπε, όμως, να συνεχίσουμε. Δεν είχαμε, άλλωστε, και άλλη επιλογή.

Η ασθενής ερχόταν στη συγκεκριμένη ημερομηνία και ώρα για τη συνέχεια των θεραπευτικών της σχημάτων, κρατώντας πάντα το περιοδικό των σταυρολέξων υπό μάλης. Ήταν πάντα όπως την πρώτη φορά, έτοιμη για ένα άλλο «πάλεμα χορού», μια νέα χορογραφία με τον Χάρο σε μια καινούρια ερωτική συνεύρεση, όπως εκείνη χαρακτηριστικά μας έλεγε, που σε καμιά όμως περίπτωση δεν ήθελε να «του δοθεί ολοκληρωτικά». Άλλωστε, ήταν και παντρεμένη. Έφευγε σχεδόν τρέχοντας και πιστεύοντας πως ίσως είχε κερδίσει τη ζωή με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Μας χαιρετούσε δίνοντας ραντεβού μαζί μας για την επόμενη χημειοθεραπεία και μέσα στο βλέμμα του αποχαιρετισμού προσπαθούσε να μας περιγράψει τη μυθωδία αυτής της πάλης  με τον αγαπητό της πια «σύντροφο», τον Χάρο, που την κυνηγούσε ερωτικά αλλά δεν την κέρδιζε. «Είναι παλικάρι και καλός στο χορό, αλλά δεν θα τον αφήσω να με χαρεί όπως αυτός θέλει», μονολογούσε με στόμφο.

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Φτάσαμε στη τελευταία χημειοθεραπεία. Η ασθενής, σωματικά, ήταν σαφώς καταβεβλημμένη, με εμφανή τα σημάδια της ανοσοκαταστολής, που συνδυαζόταν με την επέκταση της νόσου – το μέγεθος της οποίας η ίδια προσωπικά αδυνατούσε να εκτιμήσει. Εμείς, όμως, ξέραμε πως το «παιχνίδι της ζωής» ήταν πλέον «σημαδεμένο» και δρομολογημένο σε πολύ μάλιστα στενά χρονικά περιθώρια. Η  άρρωστή μας είχε μεταστάσεις και δεν είμαστε απολύτως σίγουροι αν θα έπρεπε να συνεχίσουμε να κάνουμε και την τελευταία θεραπεία. «Ήρθα πάλι εδώ, να χορέψω με τον Χάρο που είναι και καλός χορευτής», μας είπε και μας αφόπλισε πριν καλά καλά σκεφτούμε τι θα έπρεπε να κάνουμε.

Η τελευταία θεραπεία ήταν όντως δραματική. Έβλεπα την άρρωστη να μην ασχολείται με τη λύση του σταυρόλεξου, που και αυτή τη φορά είχε φέρει μαζί της. Κοιτούσε με απλανές βλέμμα τον ορό με τα φάρμακα που έπεφταν αργά και βασανιστικά στις φλέβες της. Αυτήν τη φορά δεν μιλούσε, αλλά φαινόταν κουρασμένη και μάλλον ηττημένη. Έμπαινε σε δύσκολες ώρες και το διαισθανόταν. Προσπάθησα στην επίσκεψη της ημέρας να της δώσω θάρρος και να τη βεβαιώσω πως και αυτή τη φορά θα τελειώσει καλά αυτό το «ερωτικό πάλεμα» με τον «σύντροφο» Χάρο, που τόσο όμορφα είχε από την αρχή σχεδιάσει στο βάθος του μυαλού της. Η άρρωστη έμπαινε σε κώμα. Η αναπνοή της ήταν δύσκολη και εργώδης. Ήταν η τυπική οξεωτική αναπνοή που προσδιόριζε με ακρίβεια την έλευση του τέλους. ‘Έσφιξα τα δόντια μου και με υποκριτική έκφραση της είπα:  «Άιντε και θα χαρείς όπως εσύ ξέρεις και αυτή τη φορά το ‘’ερωτικό σου πάλεμα’’».

Με κοίταξε εκστατικά και κούνησε κατευναστικά το κεφάλι προς τα κάτω ως δείγμα ευγνωμοσύνης για τις προσπάθειες που καταβάλλαμε εμείς οι γιατροί  για την αντιμετώπιση της νόσου της. Συνέχισε, όμως, να με κοιτά με βλέμμα σταθερό, και με τις λίγες δυνάμεις που της είχαν απομείνει είπε: «Ο Χάρος ήταν δυνατός, ήταν παλικάρι και πολύ καλός στον ερωτικό χορό. Τον χάρηκα».

«Οι Πύλες του Άδη». Έργο του Κορνέλις Σαφτλέβεν (1607-1681).

ΤΟ ΑΝΤΙΔΩΡΟ

Έκλεισε για πάντα τα μάτια, με την τελευταία σκηνή της πάλης να μένει ίσως αποτυπωμένη στον θνήσκοντα εγκέφαλό της ως  η τελευταία φωτογραφία μνήμης για την άλλη της ζωή. Έζησα τη μετάστασή της κοιτώντας τη  στα μάτια που κλείνανε ερμητικά για πάντα, αφήνοντας σε μας τους θνητούς ως δώρο το μεγαλείο της ψυχής της. Ένα δάκρυ σταλακτίτης άρχισε να κυλά από την άκρη των ματιών μου και σιωπηρά πήγα στο γραφείο μου να γράψω ως αντίδωρο κάποιους στίχους που αναρριχήθηκαν εκείνη τη στιγμή στη σκέψη μου ως συντροφιά για την άλλη της ζωή.    «Γιατί θα ζήσω / Είδα στον ύπνο το βαθύ / πως είχα βάρκα με πανί/ γερό σκαρί / κι είχα μια θέληση τρανή / τα κύματα να σκίσω / γιατί θα ζήσω / Πήρα να λάμνω το κουπί / θάρρος που το ‘χα δηλαδή / τη βάρκα ν’αρμενίσω / τον Χάροντα να πελαγίσω / γιατί θα ζήσω! / Ήταν τα χέρια μου κουπιά / κι είχα αέρα στην καρδιά / κι ένα κρασί για να μεθύσω/ γιατί θα ζήσω! / Και στην αχλή της αποχής / του ορίζοντα και της αυγής / είδα τον Έρωτα αντικρύ / τον Χάροντα και Χορευτή / αυτόν που αγάπησα πολύ / κι είπα θα τον τρυγήσω/ γιατί θα ζήσω!»

                                                                                                                                                                                

Ο κ. Παναγιώτης Χαϊδεμενάκης είναι πρώην διευθυντής της Παθολογικής Κλινικής του ΝΙΜΙΤΣ.

 

#86 (Νοέμβριος 2020)