Shedia

EN GR

23 Ιανουαρίου 2021

Ο εξοβελισμός της αγκαλιάς

του Σπύρου Ζωνάκη

Ένας κόσμος που αλλάζει, μια αντιδραστική «πολιτική ορθότητα», ο φόβος(!) είναι παράγοντες που οδηγούν στην αποβολή της –τόσο πολύτιμης για την υγεία– σωματικής επαφής από τις ζωές μας.

«Έχουμε ξεχάσει πώς να βλέπουμε ο ένας τον άλλο. Δεν κοιτάζουμε πια ο ένας τον άλλον, δεν ακούμε πια ο ένας τον άλλον, δεν αγγιζόμαστε, ούτε τα παιδιά μας δεν αγγίζουμε. Στον πολιτισμό μας, όταν ένα παιδί είναι τριών χρονών, το κατεβάζουμε από την αγκαλιά μας και του λέμε: “Τι αηδίες είναι αυτές; Δεν πρέπει να κάνεις τέτοια πράγματα με τον πατέρα σου. Κατέβα από την αγκαλιά μου, δεν ντρέπεσαι τριών χρονών παιδί να θέλεις να φιλάς τον πατέρα σου; Πρέπει να γίνεις άντρας. Οι άντρες δεν φιλιούνται μεταξύ τους”. Μπορεί να μην το ξέρετε, αλλά στο Λος Άντζελες υπάρχει ένας κανονισμός της πόλης που το θεωρεί πλημμέλημα όταν δύο άντρες αγκαλιάζονται. Πώς σας φαίνεται αυτό;. Μία από αυτές τις ημέρες θα διαβάσετε στις εφημερίδες ότι πήγα φυλακή γιατί αγκάλιασα κάποιον. Συνήθως αγκαλιάζω τον πρύτανή μας. Παθαίνει μεγάλη ταραχή. Κανείς δεν τον πλησιάζει από κοντά, το γραφείο του είναι δύο μίλια μακρύ. Εγώ τον συναντάω στο ασανσέρ και του λέω: “Γεια σου πρύτανη” και τον αγκαλιάζω». Αυτά έγραφε το 1982 στο βιβλίο του «Να ζεις, να αγαπάς και να μαθαίνεις» ο καθηγητής Παιδαγωγικής στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας Λέο Μπουσκάλια (Leo Buscaglia), θέλοντας να αναδείξει την αποβολή της σωματικής επαφής από τη ζωή μας. Πράγματι, από την προειδοποίηση τον περασμένο Φεβρουάριο του Medical Defence Union, του μεγαλύτερου ασφαλιστικού οργανισμού γιατρών στη Μεγάλη Βρετανία, να αποφεύγουν οι τελευταίοι να παρηγορούν μέσω της αγκαλιάς τους ασθενείς τους ώς πρόσφατη έρευνα της βρετανικής οργάνωσης «Age Europe», σύμφωνα με την οποία μισό εκατομμύριο ηλικιωμένοι περνούν τουλάχιστον πέντε μέρες την εβδομάδα χωρίς να αγγίζουν ψυχή, δεν κάνουν παρά να πιστοποιούν τούτο ακριβώς: την κρίση της αγκαλιάς, του χαδιού, του αγγίγματος στην εποχή μας.

Είναι το πώς έχει μεταβληθεί η κοινωνία μας σε φοβική απέναντι στο άγγιγμα, όπου η φυσική επαφή ξενίζει όλο και περισσότερο που περιγράφει στη «σχεδία» η ψυχοθεραπεύτρια Πολυξένη Κοκοβίκα. «“Το άγγιγμά σου είναι όλα τα λεφτά”, μου είχε πει μια πελάτισσά μoυ. “Όταν μιλάς με κάποιον, τον ακουμπάς. Το άγγιγμά σου είναι που μας θεραπεύει και όχι τα λόγια σου”. Αυτή η παρατήρηση με προβλημάτισε. Μου πήρε κάμποσο χρόνο για να καταλάβω ότι το αποκορύφωμα των θεραπειών μου ήταν η αυθόρμητη ενσωμάτωση του αγγίγματος. Από τη στιγμή που το εφαρμόσαμε, η επικοινωνία και η εμπιστοσύνη μας βελτιώθηκαν σημαντικά. Αλήθεια είναι ότι, όποτε μιλάω με κάποιον, ασυνείδητα τον αγγίζω. Είναι αυτό για μένα μια ένδειξη φιλίας. Πριν έρθω στις ΗΠΑ, δεν μου πέρασε ποτέ από το νου ότι αυτή η χειρονομία  θα μπορούσε να ερμηνευθεί τόσο διαφορετικά από τους άλλους. Ο δικηγόρος μου στην αρχή νόμιζε ότι τον φλέρταρα», επισημαίνει η κ. Κοκοβίκα.

«Εδώ στο Λος Άντζελες, πολύ συχνά, λένε “sorry” όταν περνάνε από κοντά σου, ακόμα και αν είναι σε τέτοια απόσταση που δεν υπάρχει περίπτωση να σε ακουμπήσουν. Είναι λες και φοβούνται μήπως σε προσβάλουν ή μήπως εσύ εισβάλεις στον δικό τους προσωπικό χώρο. Συνδέουμε, πλέον, το άγγιγμα όλο και περισσότερο με αισθήματα παραβίασης και έλλειψης σεβασμού της ιδιωτικής ζωής. Επίσης, η ίδια η λέξη “άγγιγμα” έχει συχνά αρνητική έννοια και σχετίζεται με τη σεξουαλική παρενόχληση και κακοποίηση. Ενώ θα έπρεπε να συσχετίζεται με το εξαιρετικά ευεργετικό συναίσθημα της σύνδεσης και της ενότητας, η λέξη παίρνει μια ερμηνεία πρόστυχη. Τα πλεονεκτήματα, όμως, του αγγίγματος υπερτερούν κατά πολύ σε σχέση με τους κινδύνους. Δεν μπορούμε να ζήσουμε την υπόλοιπη ζωή μας με το φόβο ότι κάποιος θα παρεξηγήσει την ανάγκη μας για ανθρώπινη επαφή ή θα μας ακουμπήσει με τρόπο ακατάλληλο. Ο μόνος τρόπος για να είμαστε ολοκληρωμένοι σαν άτομα είναι μέσω του συναισθήματος, της αγάπης, του αγγίγματος. Ακόμη και σήμερα, κάθε φορά που βρισκόμαστε με τη μαμά μου, πάντα προσμένω εκείνη την ιδιαίτερη στιγμή που θα μου πει: “Έλα να σου χαϊδέψω την πλάτη”. Είναι μέρος της μυστικής μας επικοινωνίας, που τη μοιράζομαι και με την κόρη μου. Μας κάνει μαμόθρεφτα αυτό το χάδι; Ίσως. Πάντα, όμως, το διασκεδάζουμε και μας βοήθησε να έχουμε μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση», συμπληρώνει η κ. Κοκοβίκα.

«Μητέρα και παιδί» (1905). Πίνακας του Γκούσταφ Κλιμτ. Το μητρικό χάδι συνιστά την πρώτη ιατρική φροντίδα, καθώς αυξάνει τη νοητική ανάπτυξη και το σωματικό βάρος των βρεφών. 

ΠΟΛΛΑΠΛΑ ΟΦΕΛΗ

Αυτός ο στιγματισμός του αγγίγματος δεν κάνει τίποτε άλλο από το να δημιουργεί στερημένους από χάδι ανθρώπους, όντας άκρως επιβλαβής για τη σωματική, ψυχική και συναισθηματική τους υγεία, επισημαίνει στη «σχεδία» η νευροψυχολόγος Τίφανι Φιλντ (Tiffany Field), διευθύντρια του Ινστιτούτου Έρευνας του Αγγίγματος στο Πανεπιστήμιο του Μαϊάμι. «Οι Αμερικανοί περιορίζουν τη σωματική επαφή μονάχα με τα μέλη της οικογένειάς τους και τους ερωτικούς τους συντρόφους. Και όμως, τα οφέλη μιας αγκαλιάς ή ενός χαδιού είναι αναντίρρητα. Ηρεμούν το νευρικό σύστημα, χαμηλώνουν την αρτηριακή πίεση, όπως και τις ορμόνες του στρες, ενώ τα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος μπορούν να επιβιώσουν. Βιώνουμε, παράλληλα, λιγότερο πόνο και κατάθλιψη, καθώς το φυσικό παυσίπονο του οργανισμού, η σεροτονίνη, που είναι και φυσικό αντικαταθλιπτικό, αυξάνεται με το θετικό άγγιγμα. Φαντάσου να είσαι μόνος σου στο δωμάτιο ενός νοσοκομείου χωρίς κάποιον να σου κρατάει το χέρι. “15 μέρες σε ένα νοσοκομείο χωρίς κανένα άγγιγμα”, ήταν ο λόγος για  τον οποίο πρόσφατα ένας ηλικιωμένος ασθενής εγκατέλειψε με τις πιτζάμες το νοσοκομείο για το σπίτι του. Οι ηλικιωμένοι, δε, είναι εκείνοι που υποφέρουν περισσότερο από τη στέρηση της σωματικής επαφής. Σε μια μελέτη, είχαμε δώσει τη δυνατότητα σε ηλικιωμένους να κάνουν μασάζ σε παιδιά. Οι ορμόνες του στρες στους εθελοντές μειώθηκαν και ύστερα από ένα μήνα χρειάζονταν λιγότερα ραντεβού με τον γιατρό», μας λέει η κ. Φιλντ. «Την ίδια ώρα, ακόμη και στον ιατρικό χώρο υποτιμούμε τη σημασία του αγγίγματος. Στις περισσότερες ψυχιατρικές μονάδες διεθνώς, για παράδειγμα, υιοθετούνται “πολιτικές μη αγγίγματος” των ασθενών. Σε μια τέτοια μονάδα, είχαμε κάνει θεραπεία με μασάζ σε έφηβους ασθενείς. Μετά από ένα καθημερινό μισάωρο μασάζ για μια εβδομάδα, τα παιδιά βίωναν λιγότερη κατάθλιψη και ανησυχία, είχαν βελτιώσει τον ύπνο τους, ενώ η έκκριση των ορμονών του στρες είχε υποχωρήσει. Εντούτοις, το πρόγραμμα δεν συνεχίστηκε. Το προσωπικό ανησυχούσε για το φύλο των θεραπευτών. Αν εκείνοι ήταν του αντίθετου φύλου, φοβόντουσαν ενδεχόμενη σεξουαλική επαφή με τους ασθενείς, ενώ αν ήταν του ίδιου φοβόντουσαν μην τυχόν γίνουν οι ασθενείς ομοφοβικοί! Σε μια άλλη έρευνα, μάλιστα, που διενεργήθηκε σε 49 διαφορετικές κουλτούρες, από την Ιαπωνία ώς το Νέο Μεξικό, φάνηκε η διασύνδεση της έλλειψης του χαδιού με τη βία. Υψηλά ποσοστά ενήλικης βίας εμφανίζονταν σε εκείνες τις κουλτούρες όπου τα παιδιά δέχονταν λιγότερη φυσική επαφή και τρυφερότητα. Χαρακτηριστικά, μελετήσαμε τον τρόπο που οι γονείς άγγιζαν τα μικρά παιδιά στις παιδικές χαρές του Παρισιού και του Μαϊάμι. Τα μικρά στη Γαλλία λάμβαναν περισσότερα αγγίγματα και στοργή από τους γονείς τους και επεδείκνυαν λιγότερη φυσική και λεκτική επιθετικότητα προς τα άλλα παιδιά στην παιδική χαρά», προσθέτει η κ.Φιλντ.

Τη δική του αποστέρηση του χαδιού και του αγγίγματος από την παιδική του ηλικία και πώς αυτή τον σημάδεψε είναι που αφηγείται στη «σχεδία» ο συγγραφέας και μαθηματικός Νίκος Πανουσάκης. «Από τη βρεφική μου ηλικία, δεν δεχόμουν χάδια από τους γονείς μου. Με κοίμιζαν στο σαμάρι του γαϊδάρου και συνέχιζαν τις δουλειές τους στα χωράφια. Θυμάμαι όταν ήμουν οκτώ χρόνων και μετά το θάνατο του πατέρα μου, αφού έφυγαν και τα αδέρφια μου από το χωριό, άρχισα να εκδηλώνω αυτή την ανασφάλεια και την ανάγκη για το χάδι. Εκεί που ήταν η μητέρα μου στο νεκροταφείο και έκλαιγε, πήγαινα και της χάιδευα ή της φιλούσα  το κεφάλι, εκείνη όμως δεν ανταποκρινόταν. Δεν με αγκάλιαζε ποτέ. Βίωνε ένα χρόνιο πένθος. Αυτό μου είχε δημιουργήσει ένα αίσθημα αναξιότητας, μια μόνιμη θλίψη. Ένα μεσημέρι που βρισκόμουν σε κατάσταση απελπισίας, βλέπω πεταμένο κοντά στο ποτάμι του χωριού ένα παλιό βιβλίο γεωμετρίας.  Άρχισα να το ξεφυλλίζω. Αυτό ήταν. Είπα: “Θα γίνω συγγραφέας και μαθηματικός, οπότε με αυτόν τον τρόπο θα πάρω επιβεβαίωση, αναγνώριση”. Είχα βρει την άμυνά μου στη διανοητικοποίηση», μας λέει ο κ. Πανουσάκης. «Μέχρι που μετά τα 30, παρόλο που είχα φτάσει σε υψηλό επίπεδο στα μαθηματικά, αντλούσα αναγνώριση από τους μαθητές μου, αντιλήφθηκα πως όλο αυτό δεν μου αρκούσε. “Με τις σχέσεις, όμως, τι γίνεται;” έλεγα. Υπήρχε ένας καταναγκασμός της επανάληψης, χάιδευα διαρκώς για να πάρω με τη σειρά μου χάδια. Έβαζε καλάθι κάποιος φίλος μου στο μπάσκετ και του έλεγα: “Μπράβο”, χτυπώντας τον στην πλάτη. Τις περισσότερες φορές, όμως, δεν υπήρχε ανταπόδοση. Το βίωνα σαν προσωπική απόρριψη. Έλεγα: “Αχάριστος είναι;”. Στις σχέσεις μου με τις γυναίκες, χάιδευα, αγκάλιαζα, αλλά δίσταζα να φθάσω μέχρι εκεί. Φοβόμουν, πάλι, την απόρριψη. Από την άλλη, ήθελα να είμαι εγώ εκείνος που θα αγγίζει, που θα έχει τον απόλυτο έλεγχο. Όταν μια κοπέλα έπαιρνε πρωτοβουλίες πέρα από τον δικό μου έλεγχο και με άγγιζε, προβληματιζόμουν, αιφνιδιαζόμουν. Δεν το είχα ενσωματώσει ως βίωμα στη ζωή μου. Κάθε φορά, δε, που χώριζα από μια σχέση, βίωνα μια παρατεταμένη περίοδο πένθους. “Άντε να το ξαναβρώ τώρα το χάδι”, έλεγα. Ήμουν γύρω στα 35, όταν μετά από μία σχέση, βίωνα μια έντονη κατάθλιψη, μια απώλεια του νοήματος της ζωής, με είχε κυριεύσει ο φόβος του θανάτου, οπότε κατέφυγα στην ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία. Μέχρι τότε, απωθούσα το παρελθόν. Μετά από πολλές παλινδρομήσεις, μπόρεσα και γύρισα σε αυτό και συνειδητοποίησα ότι όλα αυτά που βίωνα οφείλονταν στη στέρηση του χαδιού, της αναγνώρισης στην παιδική μου ηλικία», καταλήγει ο κ. Πανουσάκης.

«Ομότιμο μασάζ» σε βρετανικό δημοτικό σχολείο. Το μασάζ μεταξύ συμμαθητών οδήγησε σε μείωση των περιστατικών μπούλινγκ στα σχολεία όπου εφαρμόστηκε.

ΘΩΠΕΥΤΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Αυστρία, 1945. O γιατρός Ρενέ Σπιτζ διεξάγει μια έρευνα σε ένα ορφανοτροφείο που είχε θεσπίσει αυστηρά μέτρα ώστε να μη μολυνθούν τα βρέφη από ασθένειες. Τα παιδιά λάμβαναν πρώτης τάξης ιατρική φροντίδα και τροφή, αλλά αγγίζονταν ελάχιστα, ώστε να αποσοβηθούν ενδεχόμενες επαφές τους με τα μικρόβια. Η προσέγγιση αυτή θα αποδειχθεί καταστροφική. Το 37% των μωρών πέθανε πριν καν φτάσει την ηλικία των δύο χρόνων. «Το μητρικό χάδι συνιστά την πρώτη ιατρική φροντίδα, καθώς, εκτός από τη δημιουργία ασφαλούς δεσμού ανάμεσα στη μητέρα και το παιδί, ενεργοποιεί το ανοσοποιητικό  σύστημα, ενώ αυξάνει τη νοητική ανάπτυξη και το σωματικό βάρος των βρεφών. Οι μητέρες θα πρέπει να παίρνουν αγκαλιά τα πρόωρα βρέφη που νοσηλεύονται στη μονάδα εντατικής νοσηλείας νεογνών, γιατί με τη μείωση της ορμόνης του στρες, της κορτιζόλης, το μωρό παίρνει πιο εύκολα βάρος. Μέσα από αυτήν την επαφή, τόσο στη μητέρα όσο και στο μωρό παράγονται τα πολυπεπτίδια της ευεξίας, όπως οι ντοπαμίνες και οι ενδορφίνες, η μητέρα, όντας χαρούμενη, θα παράγει πιο άφθονο γάλα, επομένως το μωρό θα τραφεί καλύτερα. Είναι ένας μηχανισμός ανατροφοδότησης», σημειώνει η παιδοχειρούργος κυρία Αλεξάνδρα Οικονομοπούλου. «Οι προσπάθειες που κατέβαλλε η παραδοσιακή μικρομάνα στο σπίτι της, στην αυλή της και στη “ρούγα”, για να μεγαλώσει σωστά το παιδί της, φωτίζουν σήμερα τις σύγχρονες αντιλήψεις της εξελικτικής και αναπτυξιακής ψυχολογίας, της γλωσσοψυχολογίας και της κοινωνικής παιδιατρικής. Τα  νανουρίσματα της μητέρας προστάτευαν το βρέφος από το “σύνδρομο του αιφνιδίου θανάτου του βρέφους της κούνιας”, έτσι και τα ταχταρίσματα, τα χορέματα, τα θωπευτικά παιχνίδια, οι χαϊδευτικές λέξεις, το  βοηθούσαν να μη μαραζώσει και πεθάνει. Παρά το γεγονός ότι το “θωπευτικό περιβάλλον “ της παραδοσιακής μητέρας φαινόταν να έχει λιγότερη ιατρική λογική και περισσότερη μυθοπλαστική φαντασία και οι  περισσότερες θωπευτικές πράξεις και τα χαϊδέματα της μητέρας προς το βρέφος της πιθανόν να είναι σήμερα ακατανόητα για μας τους πολλούς, αν, όμως, εξετασθούν από ψυχοβιολογική άποψη αποτελούν βασικά στοιχεία για την ομαλή ψυχοκινητική και σωματική εξέλιξη του βρέφους και του νηπίου», συμπληρώνει η κ. Οικονομοπούλου.

Λισαβόνα. Νέοι σε τρυφερή στιγμή. Ολοένα και περισσότερα ζευγάρια ξεμαθαίνουν την αγκαλιά. Φωτογραφία: Reuters/Rafael Marchante

ΑΤΟΜΙΚΙΣΜΟΣ & ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ

Μπορούμε, ωστόσο, να εξηγήσουμε την κρίση της σωματικής επαφής στις δυτικές κοινωνίες μέσα από την κυριαρχία ενός πολιτισμού που εστιάζει περισσότερο στον έλεγχο και στην «πειθαρχία» της σωματοψυχικής ολότητας των μελών του και όχι στην ευχαρίστηση και στην ευεξία τους; Αυτό υποστηρίζει η δρ κλινικής ψυχολογίας Αμαλία Ατσαλάκη. «Νομίζω ότι ο δυτικός τρόπος σκέψης σε σχέση με το άγγιγμα, όπως έχει επηρεαστεί από την προτεσταντική ηθική και τις αξίες του καπιταλισμού, διέπεται από τον ατομικισμό και την πρόωρη και με κάθε κόστος αυτονόμηση των μελών του. Για παράδειγμα, τα παιδιά θα πρέπει να απομακρύνονται όσο πιο νωρίς γίνεται από τη γονεϊκή αγκαλιά (εξού και η λανθασμένη αντίληψη των προηγούμενων δεκαετιών ότι οι “πολλές αγκαλιές κακομαθαίνουν τα παιδιά”). Όμως, τα παιδιά που δεν κρατήθηκαν καλά κατά τα πρώτα κρίσιμα αναπτυξιακά τους στάδια και χρειάστηκε να αφήσουν πίσω τους εσπευσμένα τη σωματική εγγύτητα με τους γονείς τους μπορεί να εκδηλώσουν στην πορεία ποικίλες συμπεριφορές εξάρτησης, από αυτήν στις ουσίες μέχρι διατροφικές διαταραχές», υπογραμμίζει η κ. Ατσαλάκη. «Παράλληλα, καθώς οι περισσότεροι από μας περνάμε τις περισσότερες ώρες μπροστά σε συσκευές και σε οθόνες, έχουμε ξεμάθει να αγγιζόμαστε, ακόμη και ζευγάρια. Από την άλλη, ενώ παλαιότερα υπήρχε μία “λογοκρισία” της σωματικής επαφής και εγγύτητας στον δημόσιο χώρο (η γυναίκα ουσιαστικά επιτρεπόταν να διοχετεύσει τη δική της διαχυτικότητα μόνο προς τα παιδιά της και όχι προς τον άνδρα) νομίζω ότι σε μεγάλο βαθμό αυτή έχει διεισδύσει και στον ιδιωτικό χώρο. Παρόλο που είμαστε πιο ανοιχτοί πια σε εναλλακτικά μοντέλα για την αρρενωπότητα, ο άνδρας δεν επιζητεί την αγκαλιά, το χάδι γιατί δεν πρέπει να δείχνει ότι είναι ευάλωτος, αλλά αρραγής και ακλόνητος. Από την άλλη μεριά, πόσο μπορεί μια σύγχρονη γυναίκα, απελευθερωμένη, να αφεθεί να ακουμπήσει στον άνδρα της χωρίς το φόβο μήπως θεωρηθεί παθητική; (σύμφωνα με μια κακώς εννοούμενη αντίληψη περί φεμινισμού)», συμπληρώνει η κ. Ατσαλάκη.

Πώς, όμως, ερμηνεύει η ίδια την όλο και περισσότερη αποστροφή της σωματικής επαφής μας με τους ηλικιωμένους; «Μας δυσκολεύει να τους αγγίζουμε, διότι, αγγίζοντάς τους, “αγγίζουμε” τη δική μας τρωτότητα, τη δική μας μελλοντική φθορά. Βάζοντάς τους σε απόσταση, ξορκίζουμε το φόβο της ασθένειας και του θανάτου».

ΕΠΙΖΗΜΙΑ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ

Είναι Φεβρουάριος του 2017, όταν μια ανακοίνωση της Βρετανικής Ψυχολογικής Εταιρείας θα κάνει πάταγο στη Γηραιά Αλβιώνα. Σε αυτήν, γίνεται λόγος ότι το να μην αγγίζουν  (θετικά) οι δάσκαλοι τα παιδιά στην τάξη όταν αυτά είναι χαρούμενα, ανάστατα ή ανήσυχα στην πραγματικότητα μπορεί να βλάψει τη συναισθηματική και νοητική τους ανάπτυξη και συνεπώς εκείνοι που το αποφεύγουν είναι υπεύθυνοι για παιδική κακοποίηση. Και αυτό την ίδια ώρα που η βρετανική κυβέρνηση συμβουλεύει τα σχολεία να υιοθετούν πολιτικές μη αγγίγματος. «Με τη γενικευμένη απαγόρευση της επαφής στα σχολεία, διαμορφώνουμε ένα μοντέλο επικοινωνίας δασκάλων και μαθητών όπου όλοι θεωρούνται είτε ως θύτες και βιαστές είτε ως θύματα. Δηλητηριάζουμε, έτσι,  τη σχέση μεταξύ τους, εντείνοντας ένα κλίμα ηθικού πανικού, φόβου και καχυποψίας, αποστερώντας τα παιδιά από τη φροντίδα και τη στοργή που χρειάζονται», δηλώνει στη «σχεδία» η Χίθερ Πάιπερ (Heather Piper), καθηγήτρια Παιδαγωγικών στο Manchester Metropolitan University, που κατέγραψε την πολυετή της έρευνα για τη δαιμονοποίηση του αγγίγματος στα σχολεία στο βιβλίο «Don’t touch! The educational story of a panic».

«Θυμάμαι την περίπτωση ενός άνδρα καθηγητή που προσπάθησε να παρηγορήσει μια μαθήτριά του η οποία έκλαιγε για το θάνατο του παππού της, βάζοντας το χέρι του πάνω στον ώμο της. Μόλις συνειδητοποίησε τι είχε κάνει, πανικοβλήθηκε και έσπευσε  να “αναφέρει” τον εαυτό του σε μία γυναίκα συνάδελφό του.  Ή εκείνη του δασκάλου που απέφευγε να βάλει τσιρότο στο γρατζουνισμένο πόδι ενός μαθητή του, της νηπιαγωγού που καλούσε τη μητέρα ενός παιδιού κάθε φορά που αυτό έπρεπε να πάει στην τουαλέτα, ενός άνδρα καθηγητή γυμναστικής που άφησε τραυματισμένη στην αίθουσα μια μαθήτριά του, καθώς περίμενε να έρθει μια γυναίκα συνάδελφός του. Αλλά και εκείνη του σχολείου που κάθε φορά που τα παιδιά είχαν κάποιο καρούμπαλο, οι δάσκαλοι τα πήγαιναν κατευθείαν στο νοσοκομείο για να μην τα αγγίζουν οι ίδιοι. Όπως μου είχε πει ο διευθυντής ενός οικοτροφείου (στο δημοτικό): “Γιατί να μην επιτρέπεται να  φιλάμε τα παιδιά στο κεφάλι όταν τα πάμε για ύπνο; Αυτό με κάνει να αναλογίζομαι για το πόσο αποστειρωμένο περιβάλλον είναι για αυτά το σχολείο. Γιατί πρέπει η ζωή ενός παιδιού να είναι τόσο αποστειρωμένη;”», συνεχίζει η κ. Πάιπερ.

ΟΜΟΤΙΜΟ ΜΑΣΑΖ

Πώς θα σας φαινόταν αλήθεια αν μαθητές του δημοτικού έκαναν καθημερινά εντός της σχολικής τάξης μασάζ (στο κεφάλι, τους ώμους ή την πλάτη) σε συμμαθητές τους σπάζοντας το ταμπού του «μη αγγίγματος» στα βρετανικά σχολεία και βελτιώνοντας, ταυτόχρονα, την αυτοεκτίμησή τους, τις αναμεταξύ τους σχέσεις, αλλά και τη μαθησιακή τους ετοιμότητα; Αυτό επιχειρεί από το 2007 η εκπαιδευτικός Τζαν Μπάρλοου (Jean Barlow), σκαπανέας του προγράμματος «Παιδί με παιδί. Χέρια ευγένειας και φροντίδας» («Child 2 Child Kind and Caring Hands»), το οποίο έχει επεκταθεί σε δεκάδες δημοτικά  του Ηνωμένου Βασιλείου (αφού έχει προηγηθεί σχετική εκπαίδευση των δασκάλων).

«Κάθε διαδικασία “ομότιμου μασάζ” διαρκεί πέντε λεπτά και μπορεί να γίνει σε ομάδες, αλυσίδες, κύκλους ή ζευγάρια. Βασική αρχή του προγράμματος είναι να ζητήσει ο κάθε μαθητής από το συμμαθητή του την άδεια για να συμμετάσχει σε αυτό ρωτώντας: “Μπορώ, σε παρακαλώ, να σου κάνω μασάζ στην πλάτη;”. Τα παιδιά οφείλουν, δε, να ακολουθούν τις οδηγίες του συμμαθητή που δέχεται τα χάδια. Έτσι, ενισχύεται η αλληλοκατανόηση μεταξύ τους. Ο δάσκαλος, από την πλευρά του, μαθαίνει στα παιδιά να διακρίνουν τα θετικά από τα ανεπιθύμητα αγγίγματα, πώς να δίνουν μόνο τα πρώτα και να αρνούνται κατηγορηματικά τα τελευταία. Διόλου παράξενο, λοιπόν, που το μασάζ μεταξύ συμμαθητών οδήγησε σε μείωση των περιστατικών μπούλινγκ στα σχολεία που εφαρμόστηκε», τονίζει στη «σχεδία» η κ. Μπάρλοου. «Τα αποτελέσματα είναι, πραγματικά, θεαματικά. Σε ένα σχολείο, σε κάθε τάξη τα παιδιά δήλωσαν ότι έπαιζαν με περισσότερους συμμαθητές τους μετά το πρόγραμμα. Πέρσι, σε ένα  άλλο σχολείο στο Χάλτον, όπου είχε υλοποιηθεί το πρόγραμμα για δύο τρίμηνα σε μαθητές της Έκτης Δημοτικού, τα παιδιά παρουσίασαν αύξηση στη βαθμολογία τους σε κάθε μάθημα κατά 20%. Ένας μαθητής που απειλείτο με μόνιμη αποβολή από το σχολείο του, λόγω της επιθετικότητάς του προς τους άλλους μαθητές κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού, μετέτρεψε την παιδική χαρά του σχολείου σε “στάση φιλίας”, όπου προσέφερε μασάζ σε όποιον συμμαθητή του αισθανόταν θλίψη ή θυμό, τα επεισόδια που είχε  μαζί τους εξαλείφθηκαν, παρέμεινε στο σχολείο και αφοσιώθηκε στα μαθήματά του», συμπληρώνει η κ. Μπάρλοου.

 

#59 Μάιος 2018