Shedia

07 April 2022

H κάρτα της ανταπόδοσης

Το επίδομα ανεργίας ούτε κάνει τους λήπτες του τεμπέληδες ούτε να μην αναζητούν εργασία. Αντιθέτως, το μεγάλο του ύψος αυξάνει την παραγωγικότητα και γεννά θέσεις εργασίας.

κείμενο: Σπύρος Ζωνακης

 
Ήταν Σεπτέμβριος του 2014 όταν Τζον Άντριου Μπένερ, μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ από το Οχάιο, καθώς και μέλος του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, εξηγούσε σε εκδήλωση του Αμερικανικού Επιχειρηματικού Ινστιτούτου πού οφείλεται η  υποχώρηση του εργατικού δυναμικού στη χώρα: Στην τεμπελιά των ανέργων. «Πολλοί απλά, δεν θέλουν να δουλέψουν, αλλά να ζουν από τα επιδόματα», έλεγε με βεβαιότητα. Όντως, ένας διαδεδομένος μύθος θέλει τα γενναιόδωρα επιδόματα ανεργίας να οδηγούν τους λήπτες τους σε επανάπαυση και εφησυχασμό. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, συμβαίνει το αντίθετο. Σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποίησε ο καθηγητής Κοινωνικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου Γιαν Έιχορν (Jan Eichhorn) και η ομάδα του, στις χώρες με  τα πλέον υψηλά επιδόματα ανεργίας  οι λήπτες τους ήταν και οι πλέον αποκαρδιωμένοι. Για παράδειγμα, το Λουξεμβούργο και η Σουηδία βρίσκονται στην κορυφή αναφορικά με τη γενναιοδωρία των επιδομάτων, οι ευρισκόμενοι, όμως, χωρίς εργασία βίωναν τη μικρότερη ικανοποίηση πανευρωπαϊκά. «Εκείνοι που ισχυρίζονται ότι τα υψηλότερα επιδόματα ανεργίας οδηγούν τους ανέργους να μην κινητοποιούνται επαρκώς ώστε να βρουν εργασία θα έπρεπε να το ξανασκεφτούν. Για τους περισσότερους ανθρώπους, δεν είναι το ύψος των κρατικών παροχών που καθορίζει το πώς βιώνουν το να είναι άνεργοι. Η ανεργία δεν σημαίνει μονάχα απώλεια εισοδήματος, αλλά κι αλλαγή στην κοινωνική θέση, στην αυτοπραγμάτωση, κάτι το οποίο βιώνεται διαφορετικά ανάλογα με την κοινωνία. Σε εκείνες όπου το βιοτικό επίπεδο είναι υψηλό και η ηθική προσταγή περί εργασίας κατηγορηματική, η ευεξία του ανέργου είναι πολύ χαμηλή», σημειώνει στη «σχεδία» ο κ. Έιχορν.
 
To στερεότυπο πως η λήψη επιδόματος ανεργίας είναι ανασταλτικός παράγοντας για την αναζήτηση εργασίας καταρρίπτει ο αμερικανός οικονομολόγος Τζέισον Φάμπερμαν (Jason Faberman). «Φάνηκε στην έρευνά μας πως όσοι λαμβάνουν επίδομα ανεργίας δαπανούν πάνω από δώδεκα ώρες την εβδομάδα αναζητώντας εργασία, ενώ στέλνουν εννιά αιτήσεις το μήνα. Απεναντίας, εκείνοι που έχουν εξαντλήσει το επίδομά τους κάνουν πολύ λιγότερο εντατική αναζήτηση (κάτω από το 50%), όντας πρόθυμοι να αποδεχθούν θέσεις εργασίας όπου οι αμοιβές είναι κατά πολύ χαμηλότερες από εκείνες της προηγούμενης δουλειάς τους», μας εξηγεί  ο κ. Φάμπερμαν. 
 
 
Συμπλήρωση αιτήσεων για θέσεις εργασίας σε πανεπιστήμιο του Νιου Τζέρσεϊ. «Όσοι λαμβάνουν
επίδομα ανεργίας δαπανούν πάνω από δώδεκα ώρες την εβδομάδα αναζητώντας εργασία, ενώ
στέλνουν εννιά αιτήσεις το μήνα». Φωτογραφία: Reuters/Mike Segar
 
ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΣΥΖΕΥΞΗ
 
Μάλιστα, η αύξηση της διάρκειας των επιδομάτων ανεργίας στις ΗΠΑ, με το νόμο Caring Act στις αρχές του 2020 (λόγω κορωνοϊού) από τις από τις 53 στις 79 εβδομάδες, αλλά και του ύψους τους (καθώς αυξήθηκαν κατά 600 δολάρια την εβδομάδα) είχε ως αποτέλεσμα να υπάρξει καλύτερη αντιστοίχιση μεταξύ των προσφερόμενων θέσεων εργασίας και της ζήτησης. «H γενναιοδωρία των επιδομάτων επιτρέπει στους ανέργους να ψάχνουν περισσότερο για δουλειά και, άρα, να βρίσκουν καλύτερες θέσεις εργασίας, που να ταιριάζουν στα προσόντα τους. Κάτι που τους κάνει πιο παραγωγικούς. Από αυτήν την αύξηση της παραγωγικότητας επωφελούνται τόσο οι επιχειρήσεις όσο και το κράτος και η οικονομία»,  λέει στη «σχεδία» o Αμάρ Φαρούκ, καθηγητής οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Τζορτζτάουν. «Η έκτακτη επέκταση των επιδομάτων από 26 στις 53 εβδομάδες, που είχε λάβει χώρα το 2009, είχε ως αποτέλεσμα ο άνεργος να λαμβάνει στη νέα του εργασία μισθό κατά 2,6% υψηλότερο από ό,τι είχε στην προηγούμενη», συνεχίζει. Στην Αμερική, παρατηρείται το φαινόμενο της μεγάλης παραίτησης. «Ειδικά νεότεροι δεν πάνε να δουλέψουν σε κακοπληρωμένες θέσεις εργασίας σε εστιατόρια ή ξενοδοχεία και κατηγορούνται για αυτό τα γενναιόδωρα επιδόματα ανεργίας. Όμως, αυτά, με μέτρο, μπορούν να ωθήσουν, υπό προϋποθέσεις, και τις επιχειρήσεις να δημιουργήσουν καλύτερες θέσεις εργασίας και πιο καλοπληρωμένες. Το να καταστήσεις μη βιώσιμες τις δουλειές του ποδαριού, μεσοπρόθεσμα, κάνει καλό στην οικονομία», υπογραμμίζει ο Μάνος Ματσαγγάνης, καθηγητής Δημόσιας Οικονομικής στο Πολυτεχνείο του Μιλάνο.
 
Αξίζει δε σημειωθεί πως σε αναφορά του Economic Policy Institute τονίζεται πως αν αυτή η αύξηση των επιδομάτων ανεργίας στις ΗΠΑ διατηρηθεί και μετά τον κορωνοϊό, αναμένεται αύξηση του ΑΕΠ κατά 3,5% και δημιουργία 5,1 εκατομμυρίων θέσεων εργασίας. Ο λόγος; 
 
Η τόνωση της ζήτησης και της κατανάλωσης. Σε παραπλήσια μελέτη της για την Αυστραλία,  η «Deloitte Αccess Economics» αποδομεί το ιδεολόγημα περί πλήθους μακροχρόνια ανέργων που ζουν από το επίδομα, χωρίς να προσπαθούν να βρουν εργασία (dole bludgers) καθώς από τους 770.000 που λαμβάνουν επίδομα ανεργίας στη χώρα των καγκουρό η πλειοψηφία (53%) το παίρνει για δύο χρόνια. Στην ίδια μελέτη, υπογραμμίζεται πως μία αύξησή του κατά 75 δολάρια τη εβδομάδα θα είχε ως αποτέλεσμα ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των ανέργων ικανής να δημιουργήσει 12.000 θέσεις εργασίας, ενώ η ενδυνάμωση της αγοράς θα ανέβαζε και τους μισθούς. Παράλληλα, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα είχε επιπλέον έσοδα από τη φορολογία της τάξης του 1 δις δολάρια το χρόνο. 
 
ΛΗΠΤΕΣ ΣΕ ΕΡΓΑΣΙΑ
 
Μια σειρά, δε, από ευρωπαϊκές χώρες προτρέπουν (υπό προϋποθέσεις, τόσο αναφορικά με το ύψος του εισοδήματος όσο και του ωραρίου) τους λήπτες των επιδομάτων ανεργίας να βρουν εργασία, έχοντας τη δυνατότητα να διατηρήσουν το επίδομά τους (κάτι που στη χώρα μας δεν προβλέπεται). Χαρακτηριστικά, μπορούν να δουλεύουν μέχρι και 15 και 16 ώρες την εβδομάδα στη Γερμανία και τη Μεγάλη Βρετανία και 29,6 ώρες την εβδομάδα στη Δανία. Πολλά, όμως, κράτη επιφυλάσσουν μείωση του επιδόματος ανεργίας σε περίπτωση εύρεσης εργασίας. Για κάθε μέρα εργασίας αφαιρείται το αντίστοιχο ποσοστό του επιδόματος στην Ιρλανδία, ενώ στη Δανία για κάθε ώρα εργασίας αφαιρείται το 1/37ο  του εβδομαδιαίου επιδόματος. Στη δε Γαλλία, επιτρέπεται η ταυτόχρονη λήψη μισθού και επιδόματος (μέχρι τη λήξη του, η διάρκεια του οποίου είναι δύο χρόνια για τους ανέργους ώς 55 ετών και τρία χρόνια για τους άνω των 55). Δεν θα πρέπει, όμως, το ποσό (επιδόματος και μισθού) να ξεπερνά τις απολαβές τις προγενέστερης εργασίας. Συγκεκριμένα, από τους 3.700.000 λήπτες των επιδομάτων ανεργίας στη Γαλλία, σχεδόν οι μισοί (1.700.000) ταυτόχρονα εργάζονται. Αυτή η ρύθμιση δέχθηκε έντονη πολεμική στη δυτικοευρωπαϊκή χώρα, καθώς χρεώθηκε ότι αυξάνει την υποδηλωμένη εργασία (δηλαδή ότι εργαζόμενοι που είναι εγγεγραμμένοι στον Pole Emploi, τον αντίστοιχο ΟΑΕΔ, θα δουλεύουν σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης, όντας δηλωμένοι ως μερικά απασχολούμενοι). H πραγματικότητα, όμως, είναι πολύ πιο πολύπλοκη. Σύμφωνα με μελέτη του γαλλικού Υπουργείου Εργασίας, η υποδηλωμένη εργασία αφορά μόνο το 6% των ανέργων που υποαπασχολούνται. Στην ίδια έκθεση, τονίζεται ότι μπορεί μεν η διατήρηση του επιδόματος ανεργίας και μετά την είσοδο στην αγορά εργασίας να επιβαρύνει κατά 60% το Ταμείο Ανεργίας (Assurance Chomage), αυτό, όμως, εξισορροπείται από τη μη καταβολή ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος (που αντικαθιστά το επίδομα ανεργίας), καθώς οι περισσότεροι παραμένουν σε μια θέση εργασίας και δεν το έχουν ανάγκη. Τα οφέλη είναι, όπως τονίζεται, ξεκάθαρα για την  κοινωνία και την οικονομία, καθώς σε αυτό το καθεστώς υπάρχει μία υπεραντιπροσώπευση των μακροχρόνια ανέργων (κυρίως άνω των 40), οι οποίοι ναι μεν συνήθως δουλεύουν ως μερικά απασχολούμενοι, αλλά αποκτούν εκ νέου επαφή με την αγορά εργασίας, την οποία στις περισσότερες περιπτώσεις και διατηρούν. 
 
 
Περαστική μπροστά από κέντρο εύρεσης εργασίας στο Λονδίνο. Σε πολλές χώρες,
η εργασιακή ένταξη δεν συνεπάγεται διακοπή του επιδόματος ανεργίας.
Φωτογραφία: Reuters/Suzanne Plunkett
 
ΕΠΙΔΟΜΑ ΚΕΡΔΟΦΟΡΙΑΣ
 
Μάλιστα, ως ενίσχυση για εκείνους τους ανέργους που θέλουν να αυτοαποσχοληθούν ή να δημιουργήσουν τη δική τους επιχείρηση, στη Γαλλία, από το 2002, τους δίνεται η δυνατότητα να συνεχίσουν να παίρνουν το επίδομά τους μέχρι τη λήξη του ή έως ότου καταστεί κερδοφόρα η επιχείρησή τους. Στη δε Ισπανία, οι αυτοαπασχολούμενοι που ξεκινούν δική τους δραστηριότητα μπορούν να συνεχίσουν να παίρνουν το επίδομα για ακόμη εννιά μήνες. «Προσφέρει στους  άνεργους επίδοξους επιχειρηματίες μία διασφάλιση σε περίπτωση αποτυχίας. Πολλοί είναι εκείνοι που έχουν πολλά υποσχόμενες ιδέες, αλλά εμποδίζονται να τις δοκιμάσουν. Επιπλέον, δεν υπάρχει δημοσιονομικό κόστος. Αν οι νέες επιχειρήσεις καταστούν βιώσιμες, θα καταβληθούν λιγότερα επιδόματα. Συνεπώς, τα ταμεία ανεργίας μπορούν ακόμη και να εξοικονομήσουν χρήματα από τη συνεπακόλουθη μείωση των περιόδων ανεργίας. Χάρη σε αυτή τη μεταρρύθμιση, δημιουργούνται 4.000 νέες επιχειρήσεις το μήνα. Υπάρχει η θεώρηση ότι ένας άνεργος δεν μπορεί να γίνει καλός επιχειρηματίας, άρα οι επιχειρήσεις αυτές δεν είναι σε θέση να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας, πέρα από του ίδιου. Δεν είναι, όμως, αλήθεια. Τα δύο πρώτα χρόνια, όντως,  σχεδόν καμία δεν έχει ανοίξει θέση εργασίας για άλλον εργαζόμενο. Ύστερα από δύο χρόνια, ωστόσο, σχεδόν οι τέσσερις στους δέκα έχουν κάνει προσλήψεις», εξηγεί στη «σχεδία» ο Ζοάν Ομπέρ, καθηγητής οικονομικών στη Σχολή Εμπορικών Σπουδών του Παρισιού.  
 
Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, ο καθορισμός του ύψους του επιδόματος ανεργίας γίνεται με βάση τις απολαβές που είχε στην τελευταία του εργασία ο άνεργος. Το υψηλότερο ποσοστό αναπλήρωσης διαθέτει η Δανία (με 90%, όπου το επίδομα ανεργίας διαρκεί δύο χρόνια). Στο Βέλγιο, πάλι, μπορεί το ποσοστό αναπλήρωσης να είναι χαμηλότερο (65% και μετά τον δεύτερο χρόνο πέφτει στο 55%), ωστόσο η καταβολή του γίνεται για 48 μήνες, όταν και αντικαθίσταται από το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα για απεριόριστο χρονικό διάστημα (μία αντικατάσταση που γίνεται σχεδόν σε όλα τα ευρωπαϊκά κράτη). 
 
ΚΡΥΦΟ ΕΜΠΟΔΙΟ
 
Στα μέσα Μαρτίου, τέθηκε σε διαβούλευση το νομοσχέδιο από το Υπουργείο Εργασίας, το οποίο επιφέρει αλλαγές στα επιδόματα ανεργίας. Συγκεκριμένα, θα διακόπτεται η χορήγησή του όταν ένας άνεργος έχει τρεις αρνήσεις για θέσεις εργασία ή αρνείται προτεινόμενη κατάρτιση, ενώ όσοι δικαιούχοι επιδόματος ανεργίας βρουν δουλειά θα πάρουν (αφού τη βρουν) το 50% του επιδόματος για όσο διάστημα απομένει μέχρι την ολοκλήρωση της καταβολής του. 
 
Στην Ελλάδα, το ποσοστό των ανέργων που εισπράττουν το τακτικό επίδομα ανεργίας (ύψους 407 ευρώ και το οποίο είναι «ανταποδοτικό», αφορώντας όσους έχουν ήδη εργαστεί και καταβάλει εισφορές) είναι χαμηλό (μόλις 18,2% το 2019, και 24,3% στις έκτακτες συνθήκες του 2020). «Όπως δείχνουν τα δεδομένα, η συντριπτική πλειονότητα των ανέργων μένουν χωρίς εισοδηματική στήριξη. Είναι σκανδαλώδες ότι τόσο λίγοι άνθρωποι παίρνουν το επίδομα μακροχρόνιας ανεργίας, το οποίο διαρκεί δώδεκα μήνες και είναι ύψους 220 ευρώ. Το κρυφό εμπόδιο είναι πως πρέπει ο δικαιούχος πρέπει να έχει πάρει το τακτικό ασφαλιστικό επίδομα ανεργίας για 12 μήνες. Ελάχιστοι, όμως, το παίρνουν για 12 μήνες. Ο μέσος όρος είναι επτά μήνες», μας λέει ο κ. Ματσαγγάνης.
 
Και όμως,  το 2013, ένα τμήμα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (η Γενική Διεύθυνση Απασχόλησης) συνιστούσε στα κράτη-μέλη να χαλαρώσουν τα κριτήρια επιλεξιμότητας των επιδομάτων μέχρι η ανεργία να υποχωρήσει. «Άλλωστε, αυτό συνιστούν οι περισσότεροι οικονομολόγοι, και αυτό πράγματι ισχύει στις ΗΠΑ, όπου η διάρκεια των επιδομάτων ανεργίας επιμηκύνεται αυτομάτως σε περιόδους ύφεσης (ενώ επί Ομπάμα επεκτάθηκε και άλλο, με πρωτοβουλία της κυβέρνησης). Κάτι τέτοιο στη χώρα μας δεν συνέβη ποτέ. Το 2011, τα κριτήρια επιλεξιμότητας αντί να χαλαρώσουν (όπως συνιστούσε η οικονομική θεωρία και η Γενική Διεύθυνση Απασχόλησης) σκλήρυναν περισσότερο, με τη θεσμοθέτηση πρόσθετου ορίου 400 ημερών επιδότησης που μπορεί να λάβει ένας άνεργος σωρευτικά σε περίοδο τεσσάρων ετών», σημειώνει ο κ. Ματσαγγάνης, που προκρίνει μία δομή αναφορικά με το επίδομα ανεργίας, όπου «για ένα διάστημα θα έχουμε ένα γενναιόδωρο επίδομα, με υψηλό ποσοστό αναπλήρωσης με βάση τις τελευταίες αποδοχές, στη συνέχεια να πέφτει η αναπλήρωση και μετά αυτό το ασφαλιστικό επίδομα να αντικαθίσταται από ένα προνοιακό επίδομα (με εξακρίβωση των εισοδημάτων των δικαιούχων) για τους μακροχρόνια άνεργους και εκείνους που δεν έχουν ένσημα». 
 
 
Οικοδομική εργασία στο Χιούστον των ΗΠΑ. Φωτογραφία: Unsplash/Josh Olalde
 
ΞΕΚΑΘΑΡΕΣ ΡΗΤΡΕΣ
 
Σύμφωνα με τον κ. Γαβριήλ Αμίτση, καθηγητή Δικαίου Κοινωνικής Ασφάλισης στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, «η αξιολόγηση του νομοσχεδίου πρέπει να γίνει υπό το πρίσμα των ρητρών της  Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας 102, που έχει κυρωθεί από τη χώρα μας από το 1955, διότι η σύμβαση είναι ξεκάθαρη. Θεωρεί το επίδομα ανεργίας ως ασφαλιστικού τύπου παροχή, ως ασφαλιστικό δικαίωμα, άρα ως ιδιοκτησία και περιουσία του ασφαλισμένου και δεν θέτει άλλες προϋποθέσεις για τη χορήγησή του, παρά μόνο την πλήρωση του ασφαλιστικού κινδύνου της ανεργίας. Δεν μπορούμε να ερχόμαστε και να λέμε ότι πρέπει να επιβάλουμε τέτοιες προϋποθέσεις και ποινές σε έναν άνεργο για να σταματήσει να “καταχράται του συστήματος”».
 
Όπως υποστηρίζει ο ίδιος, «υπάρχει η πεποίθηση ότι οι άνεργοι ασκούν το δικαίωμά τους με σκοπό να κοροϊδέψουν ή να εξαπατήσουν. Θεωρείται ότι ακόμη και αν τους κόψουμε το επίδομα εκείνοι θα ζουν με “μαύρα χρήματα”. Δεν είναι τυχαίο ότι η Ελλάδα έχει θεσπίσει μια από τις μικρότερες χρονικές περιόδους χορήγησης του ασφαλιστικού επιδόματος ανεργίας. Δηλαδή, το ελληνικό κράτος έχει έμμεσα υιοθετήσει αυτή τη θεώρηση», μας λέει.  
 
«Έχει καλλιεργηθεί στη χώρα μας η λογική ότι κάθε άνεργος είναι εν δυνάμει απατεώνας, ότι τα επιδόματα, ουσιαστικά, βλάπτουν την κοινωνία και τους ίδιους τους ανέργους γιατί τους οδηγούν σε παθητικοποίηση και τους δημιουργούν μία νοοτροπία εξάρτησης από το κράτος. Όμως, από έρευνες έχει φανεί ότι οι άνθρωποι που βιώνουν την ανεργία όχι μόνο αναζητούν εργασία, αλλά έχουν μια έμφυτη ροπή προς την αξιοπρέπεια, την περηφάνια, την αυτοπραγμάτωση», μας εξηγεί η Μαρία Καραμεσίνη, καθηγήτρια Οικονομικών της Εργασίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και πρώην διοικήτρια του ΟΑΕΔ.
 
Ο κ. Γιώργος Μακράκης, πρόεδρος του ΔΣ της Ομοσπονδίας Υπαλλήλων του ΟΑΕΔ, πιστεύει πως από τον φαύλο κύκλο της ανεργίας «δεν μπορεί να βγει κάποιος με εκβιασμούς ότι αν δεν πας εκεί που θα σου υποδειχθεί  θα σου κόψω το επίδομα, αλλά με πραγματική στήριξη και εμπιστοσύνη. Εκείνο που χρειάζεται είναι ένα ατομικό σχέδιο δράσης για κάθε άνεργο, στο οποίο θα κουμπώνουν οι ανάγκες, οι ικανότητες και οι δεξιότητές του. Ο ΟΑΕΔ, όμως, δεν διαθέτει τους πόρους για κάτι τέτοιο. Σε κάθε εργασιακό σύμβουλο αντιστοιχούν 400 άνεργοι. Και όμως, θα μπορούσε να  υπάρξει μία τέτοια εξατομικευμένη προσέγγιση, αν αξιοποιούσε ο ΟΑΕΔ τις ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του, οι οποίες εισπράττονται από τον ΕΦΚΑ και ουδέποτε του αποδόθηκαν. Το συσσωρευμένο χρέος προς τον ΟΑΕΔ την τελευταία εικοσαετία αγγίζει τα 10 δις ευρώ».
 
Θεωρεί, δε, ως αχρείαστη και μία «“υπερδοσολογία” κατάρτισης (χωρίς να ακυρώνω, φυσικά, τη σημασία της),  που δεν θα οδηγεί πουθενά, σε θέσεις εργασίας και η οποία θα πραγματοποιείται για να διοχετεύονται ευρωπαϊκά κονδύλια σε συγκεκριμένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης. Υπήρξαν παραδείγματα που σε πτυχιούχους Τμήματος Πληροφορικής τους έγινε κατάρτιση σε βασικές δεξιότητες υπολογιστών. Δεν είναι δυνατόν αν αρνηθεί ένας άνεργος μία τέτοιου είδους κατάρτιση να του κοπεί το επίδομα ή η κάρτα ανεργίας».
 
 
ΗΠΑ, δεκαετία 1930, υποψήφιοι προς εργασία. Φωτογραφία: Everett Collection/Old Visuals