Shedia

EN GR

15 Ιουνίου 2021

Το αντίδοτο στο «γιαουρτάκι»

Η κακοποίηση ηλικιωμένων ξεκινάει από τα ίδια μας τα σπίτια και η αντιμετώπισή της -σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στον τόπο μας- αποτελεί προτεραιότητα σε πολλές χώρες.
 
Κείμενο: Σπύρος Ζωνάκης
 
Η Μαίρη πλησιάζει τα 80 της χρόνια. Έμενε στο διαμέρισμά της στη Νέα Υόρκη μαζί με την ανιψιά της. «Το μόνο που έκανε ήταν να μου φωνάζει, να με βρίζει και να μου λέει να πηγαίνω συνέχεια στο κρεβάτι», παραπονέθηκε στην κομμώτριά της, η οποία κάλεσε την Κοινωνική Υπηρεσία της κομητείας για την Προστασία των Ηλικιωμένων (Adult Protective Service). Με την παρέμβασή της, η Μαίρη οδηγήθηκε στον ξενώνα Γουάινμπεργκ (Weinberg Center Elder Abuse Prevention), το πρώτο καταφύγιο για κακοποιημένους ηλικιωμένους στον κόσμο, που άνοιξε τις πόρτες του το 2004 στη Νέα Υόρκη (ακολουθούμενο από περίπου άλλα δέκα σε όλες τις ΗΠΑ). Η Μαίρη στον ξενώνα έχει την ευκαιρία να καταπιαστεί με την αγαπημένη της ασχολία, τη ζωγραφική, ενώ συμμετέχει και στη χορωδία του ιδρύματος. «Γιατί να μην επιτρέψουμε σε αυτούς τους ανθρώπους να ζήσουν τη ζωή που αξίζουν; Πολλοί έρχονται εδώ χωρίς καθόλου χρήματα, μονάχα με μια αλλαξιά ρούχα. Αυτό που επιζητούν είναι την αποδοχή.Αρκετοί κατάφεραν κι επανασυνδέθηκαν με τις οικογένειές τους, μετά από χρόνια απομόνωσης και κακομεταχείρισης», σημειώνει στη «σχεδία» η Τζόι Σόλομον, διευθύντρια του ξενώνα. Πώς πήρε, ωστόσο, την απόφαση για τη δημιουργία αυτού του πρωτοπόρου καταφυγίου;
 
«Ήταν 1999 και εργαζόμουν στην τηλεφωνική γραμμή της μονάδας κακοποίησης ηλικιωμένων μίας μη κερδοσκοπικής οργάνωσης. Είχα δεχθεί κλήση από μια γιαγιά που έμενε με τον εγγονό της, ο οποίος την έκλεβε και χειροδικούσε εναντίον της. Δεν ήθελε καν να αφήσει το όνομά της. Δεν ένιωθε ασφαλής στο σπίτι, αλλά ήταν πολύ μεγάλη και άρρωστη για να γίνει δεκτή από κάποιον ξενώνα ενδοοικογενειακής βίας. Ένιωσα μια τεράστια απογοήτευση. Οι περισσότερες περιπτώσεις κακοποίησης ανθρώπων τρίτης ηλικίας δεν αναφέρονται από τα θύματα είτε από αμηχανία είτε από φόβο ότι θα αποκοπούν από το οικογενειακό τους περιβάλλον. Τα πιο πολλά περιστατικά κακοποίησης και παραμέλησης ηλικιωμένων συμβαίνουν από τους ίδιους τους συγγενείς», προσθέτει η κ. Σόλομον.
 
 
«Η οικονομική κακοποίηση των ηλικιωμένων είναι το έγκλημα του 21ου αιώνα», αναγράφεται στο μήνυμα αμερικανικής μη κερδοσκοπικής οργάνωσης.
 
Πράγματι, μία μελέτη του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας του 2016 αναδεικνύει το κρυμμένο πρόβλημα της κακομεταχείρισης των ηλικιωμένων. Ένας στους έξι έχει πέσει θύμα κακοποίησης (φυσικής, ψυχολογικής ή συναισθηματικής βίας, παραμέλησης ή οικονομικής εκμετάλλευσης). Μάλιστα, στο 90% των περιπτώσεων οι θύτες είναι μέλη της οικογένειας, ενώ μόλις το 4% καταγγέλλεται από τα ίδια τα θύματα.
 
Δεν είναι καθόλου συμπτωματικό, ως εκ τούτου, ότι όλο και περισσότερες χώρες υιοθετούν πολιτικές για την πρόληψη και την καταπολέμηση της κακοποίησης των ανθρώπων τρίτης ηλικίας.
 
Χαρακτηριστικά, στη Σλοβενία, η ομοσπονδία των οργανώσεων των συνταξιούχων της χώρας από κοινού με το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Πρόνοιας υλοποιούν το πρόγραμμα «Οι ηλικιωμένοι για τους ηλικιωμένους», όπου εθελοντές συνταξιούχοι, αφού έχουν πρώτα εκπαιδευτεί από τις κοινωνικές υπηρεσίες των δήμων στο να εντοπίζουν σημάδια κακοποίησης ή παραμέλησης ανθρώπων τρίτης ηλικίας, επισκέπτονται τους ηλικιωμένους γείτονές τους, συνδράμοντάς τους σε όποια ανάγκη έχουν (όπως να κάνουν τα ψώνια τους). Σε περίπτωση που διαπιστώσουν κακοποίηση, ειδοποιούν τα Κέντρα Κοινωνικής Βοήθειας που έχουν όλοι οι δήμοι και τα οποία παίρνουν πια τη σκυτάλη.
 
Θεωρώντας ως έναν σημαντικό παράγοντα της κακοποιητικής μεταχείρισης των ηλικιωμένων την έλλειψη δεξιοτήτων ή και την εξάντληση των μελών της οικογένειάς τους που έχουν επιφορτιστεί με τη φροντίδα τους, οι σουηδικές αρχές υποχρεώνουν τους δήμους της χώρας να παρέχουν προγράμματα εκπαίδευσης, αποφόρτισης ή και ψυχολογικής στήριξής τους.
 
Ο ΦΟΒΟΣ ΤΗΣ ΦΘΟΡΑΣ
Ως ένα ζήτημα ταμπού θεωρεί την παραμέληση και κακοποίηση των ανθρώπων τρίτης ηλικίας στη χώρα μας ο δρ. γεροντολογίας και υπεύθυνος της μονάδας φροντίδας ηλικιωμένων «Νέα Θάλπη» Δημήτρης Καμπανάρος. «Στη νεολαγνική ελληνική κοινωνία έχουμε την αίσθηση ότι η κακοποίηση αφορά μόνο τις γυναίκες ή τα παιδιά, όχι, όμως, τους ηλικιωμένους. Αυτή αποσιωπάται. Θεωρώ ότι η κακοποίηση με θύματα τους ηλικιωμένους ξεκινάει από τη χαμηλή εικόνα που έχουν οι ίδιοι για τον εαυτό τους. Η κοινωνική ταυτότητα που τους έχουμε προσδώσει είναι εκείνη της ανημπόριας, της αδυναμίας, ανθρώπων που το μόνο που έχουν να κάνουν είναι να κρατάνε το εγγόνι τους, να διαθέτουν τη σύνταξη για τα παιδιά τους και να βοηθάνε το σπιτικό. Έχοντας εσωτερικεύσει οι ίδιοι αυτήν την ταυτότητα, είναι πολύ πιο εύκολο να πέσουν θύμα κακοποίησης, η οποία μπορεί να είναι και ο περιορισμός τους στο σπίτι ή ο υποβιβασμός των αναγκών τους μόνο στις στοιχειώδεις για επιβίωση. Η κυρίαρχη αντίληψη στις μονάδες ηλικιωμένων είναι η φροντίδα τους να περιορίζεται στο να τους αλλάξουμε πλευρό, να τους ταΐσουμε και να τους δώσουμε τα φάρμακά τους. Υπάρχουν ακόμα και παιδιά ηλικιωμένων που μου λένε: “Τι χρειάζεται ο παππούς; Μόνο ένα γιαουρτάκι ή μια σουπίτσα το βράδυ”. Την ίδια στιγμή, αυτό που ελέγχουν οι κοινωνικοί σύμβουλοι των περιφερειών στη χώρα μας είναι το αν κτιριολογικά τα γηροκομεία τηρούν τις προδιαγραφές και όχι την ίδια την ποιότητα της παροχής υπηρεσιών», επισημαίνει ο κ. Καμπανάρος, ο οποίος δεν υποτιμάει την εξουθένωση εκείνων που φροντίζουν τον ηλικιωμένο συγγενή τους.
 
 
Ηλικιωμένοι απολαμβάνουν ο ένας τη συντροφιά του άλλου και τη θέα της θάλασσας στον κήπο του ξενώνα Γουάινμπεργκ στη Νέα Υόρκη, του πρώτου καταφυγίου για κακοποιημένους ηλικιωμένους στον κόσμο.
 
«Έρχονται παιδιά ηλικιωμένων και μου λένε: “Φέρνω τη μητέρα μου σε σας γιατί της φώναζα κι έπιασα τον εαυτό μου να είναι έτοιμος να της σηκώσει χέρι. Δεν άντεχα να της αλλάξω πάνα για πέμπτη φορά ή να της απαντήσω για χιλιοστή φορά αν φάγαμε. Άλλοι γίνονται κακοποιητικοί η παραμελητικοί στον ηλικιωμένο γονέα τους, γιατί εκείνη τη στιγμή προβάλλουν την παραμέληση που είχαν δεχθεί οι ίδιοι από εκείνον ως παιδιά. Επιπλέον, βλέπουμε ανθρώπους που αρνούνται να δεχθούν τη φθορά του ανθρώπου τους, απωθούν τον πόνο, το θάνατο και ξεσπούν πάνω του. Όπως εκείνος ο γιος, που κάθε φορά που έκανε μπάνιο τη μητέρα του με άνοια, ασκούσε αθέλητα βία, γινόταν άγαρμπος. Δεν μπορούσε να αποδεχθεί ότι η μητέρα του είχε καταντήσει έτσι και ξεσπούσε με αυτόν τον τρόπο».
 
Ποια, θεωρεί, όμως, ο ίδιος ως θεσμική κακοποίηση; «Η ανυπαρξία δημόσιων μονάδων φροντίδας ηλικιωμένων. Όσοι παίρνουν μία σύνταξη του ΟΓΑ ύψους 300 ευρώ δεν μπορούν να πάνε σε καμία δομή. Ακόμη και οι μη κερδοσκοπικοί οίκοι ευγηρίας δεν δέχονται ανθρώπους με σύνταξη χαμηλότερη από 600-700 ευρώ. Θυμάμαι με είχαν πάρει τηλέφωνο από την πρόνοια της Παλλήνης. “Έχουμε έναν ηλικιωμένο με ουροκαθετήρα που η ανιψιά του, αφού της έγραψε το σπίτι, τον πέταξε έξω. Δεν ξέρουμε τι να τον κάνουμε”. Τον φιλοξένησα για δυόμισι μήνες στη μονάδα μου, που είναι κερδοσκοπική. Κανένα μη κερδοσκοπικό ίδρυμα δεν τον δεχόταν γιατί ήταν χαμηλοσυνταξιούχος. Μόνο η Κοινωνική Μέριμνα Μοσχάτου τον έκανε δεκτό».
 
Γιατί, ωστόσο, η συντριπτική πλειοψηφία των ηλικιωμένων δεν αναφέρει τις περιπτώσεις κακοποίησης ή παραμέλησής τους; «Από τη μία, τα εν οίκω μη εν δήμω και, από την άλλη, είναι πάρα πολύ δύσκολο για έναν ηλικιωμένο να συνειδητοποιήσει ότι το ίδιο του το παιδί μπορεί να το βαράει ή να του παίρνει τα λεφτά. Κατακρημνίζεται όλο του το είναι. Εξάλλου, δεν υπάρχουν δομές όπου μπορεί να αποταθεί», συμπληρώνει.
 
ΜΗΤΡΩΟ ΦΡΟΝΤΙΣΤΩΝ
Τη δαιμονοποίηση των γηροκομείων αναφορικά με την άσκηση βίας εις βάρος των ηλικιωμένων αποδομεί, από την πλευρά του, ο γεροντολόγος δρ. Κωστής Προύσκας, υπεύθυνος της μονάδας φροντίδας ηλικιωμένων «Άκτιος». «Όλοι θεωρούν ότι οι ηλικιωμένοι κακοποιούνται, κυρίως, στα ιδρύματα. Η αλήθεια είναι, όμως, πως η πραγματική και χειρότερη κακοποίηση συμβαίνει στα σπίτια, πίσω από κλειστές πόρτες και τις περισσότερες φορές είναι αποτέλεσμα του αισθήματος αβοήθητου, απελπισίας που έχουν οι δικοί τους άνθρωποι, οι φροντιστές τους. Μάλιστα, η πιο συνηθισμένη μορφή κακοποίησης είναι μεταξύ συζύγων. Κάνω, για παράδειγμα, τα σχέδιά μου και ο σύντροφός του παθαίνει, χαρακτηριστικά, άνοια, δεν μπορεί να με εξυπηρετήσει σε αυτά, να πάμε μαζί ταξίδια, στο εξοχικό. Και όχι μόνο αυτό, αλλά υπάρχει μια φορτικότητα, τα ψυχιατρικά συμπτώματα της άνοιας, οι παρανοϊκές ιδέες, οι επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές, που αδυνατώ να αντιληφθώ, νομίζω ότι ο σύντροφός μου το κάνει από παραξενιά και εκεί, καθώς δεν αντέχω, κουράζομαι, δεν μπορώ να εξηγήσω αυτό που συμβαίνει, αρχίζει η κακοποίηση, το ξύλο. Έρχονται στη μονάδα μου πολλά παιδιά ή σύζυγοι ηλικιωμένων που μου λένε: “Δεν άντεξα, τον έσπρωξα τον παππού” ή τον “έβαλα με το ζόρι να καθίσει κάτω”. Για αυτό είναι κρίσιμο να υπάρξει εκπαίδευση των φροντιστών στη χώρα μας, η οποία απουσιάζει. Δεν υπάρχει καμία υποστήριξη σε μια οικογένεια που φροντίζει έναν ηλικιωμένο», επισημαίνει ο κ. Προύσκας.
 
«Θα μπορούσε να δημιουργηθεί, για παράδειγμα, ένα μητρώο εκπαιδευμένων οικιακών φροντιστών, να ξέρει η πολιτεία από ποιον φροντίζονται οι ηλικιωμένοι και οι κοινωνικές υπηρεσίες των περιφερειών, η πρόνοια να χτυπάνε τις πόρτες των σπιτιών και να ελέγχουν αν τα παιδιά φροντίζουν σωστά τους ηλικιωμένους γονείς τους. Η ενίσχυση των φροντιστών θα μπορούσε να πάρει τη μορφή φοροαπαλλαγών, παροχής επιδομάτων, ασφαλιστικής αναγνώρισης των ετών φροντίδας του ηλικιωμένου μέλους της οικογένειας», καταλήγει ο κ. Προύσκας.
 
Προγράμματα ψυχοεκπαίδευσης φροντιστών ηλικιωμένων με άνοια, ακριβώς ώστε να προλαμβάνονται και να αντιμετωπίζονται περιστατικά παραμέλησης και κακοποίησής τους οργανώνει η Ελληνική Εταιρεία Αλτσχάιμερ στη Θεσσαλονίκη. «Στις κατ’οίκον επισκέψεις μας, αν υποψιαζόμαστε ότι ένας ηλικιωμένος έχει χτυπηθεί ή παραμελείται, όταν δεν είναι ακραίες οι περιπτώσεις οπότε χρειάζεται εισαγγελική παρέμβαση, τους καλούμε να συζητήσουμε. Ο στόχος μας δεν είναι να τους δικάσουμε, αλλά να τους κάνουμε να ανοιχτούν, να μας εμπιστευτούν, να κατανοήσουν τις ανάγκες των ανθρώπων τους, τους εκπαιδεύουμε, στα ζητήματα της άνοιας, τι να περιμένουν σε κάθε στάδιο της ασθένειας, ποια είναι τα συμπτώματά της. Τους παρέχουμε ψυχολογική στήριξη στο πώς να διαχειρίζονται το φόβο, το θυμό, την απογοήτευση που νιώθουν. Υπήρχαν άνθρωποι που, λόγω ακριβώς του θυμού ή γιατί ζορίζονταν, από άγνοια, ή επειδή αρνούνταν να αποδεχθούν τη φθορά του δικού τους ανθρώπου και αντιδρούσαν ή είχαν μείνει με την εικόνα ότι τα καταφέρνει είχαν φθάσει στο σημείο να του μιλάνε άσχημα ή ακόμη να του σηκώνουν χέρι. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η εκπαίδευση φέρνει αποτελέσματα. Σιγά σιγά, αποδέχονται όλο αυτό το κακοποιητικό κομμάτι, αλλάζουν και επανέρχεται η ισορροπία στη σχέση τους με τον ηλικιωμένο», υπογραμμίζει η ψυχολόγος κ. Ευγενία Νικολαϊδου.
 
«Έχουμε και ομάδες περιθαλπόντων, στις οποίες συμμετέχουν άνθρωποι που φροντίζουν ασθενείς που αντιμετωπίζουν τα ίδια προβλήματα και εκεί έχουν την ευκαιρία, με την καθοδήγησή μας, να τα συζητήσουν, να ανταλλάξουν απόψεις. Υπήρχαν ηλικιωμένοι που δεν έτρωγαν σωστά γιατί οι οικείοι τους δεν καταλάβαιναν ότι το να αφήσεις ένα πιάτο φαγητό σε έναν ασθενή με άνοια δεν είναι αυτονόητο ότι θα το φάει, ούτε ότι θα πάρει τα φάρμακά του, αν του τα αφήσεις μετρημένα στο τραπέζι», επισημαίνει, με τη σειρά της, η κοινωνική λειτουργός κ. Ιωάννα Τσοκανάρη, που αναδεικνύει και μια άλλη αθέατη μορφή κακοποίησης των ηλικιωμένων.
 
 
Εν ώρα μαστορέματος, στο φεμινιστικό και αλληλέγγυο γηροκομείο Μπαμπαγιαγκάς στη Γαλλία.
 
ΠΕΡΗΦΑΝΟΙ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΟΙ
«Οι εξειδικευμένες δομές φιλοξενίας ασθενών με άνοια και Αλτσχάιμερ είναι ελάχιστες. Κάποιοι οίκοι ευγηρίας διαμορφώνουν ειδικούς χώρους για να υποδεχθούν ηλικιωμένους με άνοια, αλλά δεν έχουν την κατάλληλη γνώση για το πώς να τους φροντίσουν. Από την άλλη, πολλές φορές, καθώς οι οίκοι ευγηρίας δεν δέχονται ασθενείς με άνοια που έχουν συμπτώματα διέγερσης, οι οικογένειές τους τούς οδηγούν σε ψυχιατρικές κλινικές, όπου θα αντιμετωπιστούν ως ψυχιατρικοί ασθενείς, θα δεθούν σε ένα κρεβάτι και θα τους δοθεί ισχυρή φαρμακευτική αγωγή για να είναι σε καταστολή», συμπληρώνει η κ. Τσοκανάρη. 
 
Μπορεί η δημιουργία κοινοτήτων φιλικών στην άνοια να αποτελέσει το αντίδοτο στην παραμέληση και στην κακοποίηση των ηλικιωμένων που πάσχουν από τη συγκεκριμένη ασθένεια; Αυτό υποστηρίζει ο ψυχολόγος της ΕΠΑΨΥ Μιχάλης Λάβδας, εκπαιδευτικός υπεύθυνος του ομώνυμου προγράμματος. «Όταν κάνουμε λόγο για κοινότητες φιλικές στην άνοια, μιλάμε για κοινότητες όπου οι άνθρωποι με άνοια δεν ντρέπονται για αυτό. Πολλές φορές, όταν ένας άνθρωπος αρχίζει και ξεχνάει, τον κρύβουμε, τον κλειδώνουμε στο σπίτι. Εμείς θέλουμε ρίξουμε φως σε αυτό το σκοτάδι. Μέχρι τώρα, στο πλαίσιο του προγράμματος, που τρέχει από τις αρχές του έτους η Εταιρεία Αλτσχάιμερ Αθηνών, σε συνεργασία με το ΕΔΔΥΠΠΥ (Εθνικό Διαδημοτικό Δίκτυο Υγιών Πόλεων), έχουμε εκπαιδεύσει το προσωπικό που δουλεύει σε ΚΑΠΗ, ΚΗΦΗ, σε δημοτικά ιατρεία και σε άλλες κοινωνικές υπηρεσίες σε 55 δήμους στο πώς να παρέχουν ειδικευμένες υπηρεσίες σε ηλικιωμένους με άνοια. Για παράδειγμα, θα επισκεφθεί το ΚΑΠΗ της γειτονιάς του ένας ασθενής και η εκπαιδευμένη κοινωνική λειτουργός θα ξέρει να αναγνωρίσει νωρίς την άνοια, να τον βοηθήσει να εξασκήσει τη μνήμη του, να ασκήσει τα δικαιώματά του», τονίζει ο κ. Λάβδας, που αποτελεί μέλος και της ομάδας «Υπερήφανοι Ηλικιωμένοι Ελλάδας» (Proud Seniors Greece), της πρώτης συλλογικότητας στήριξης στη χώρα μας ηλικιωμένων ΛΟΑΤΚΙ (Λεσβίες, Ομοφυλόφιλοι, Αμφιφυλόφιλοι, Τρανς, Κουίρ, Ίντερσεξ κ.ά) ατόμων, που πέφτουν θύματα αποκλεισμού και διακρίσεων λόγω του σεξουαλικού τους προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου. «Δεν θα πάει, για παράδειγμα, ένας ΛΟΑΤΚΙ άνθρωπος εύκολα σε ένα ΚΑΠΗ, γιατί φοβάται ότι θα στιγματιστεί. Υπάρχουν ηλικιωμένοι που, εξαιτίας αυτού του στιγματισμού, έχουν αποσυρθεί από την κοινωνική ζωή και μας παίρνουν τηλέφωνο να πάμε να τους κάνουμε λίγη παρέα γιατί απλά ήθελαν να μιλήσουν με κάποιον. Από την άλλη, πολλές φορές, ομοφυλόφιλοι ηλικιωμένοι, όταν πια έχουν την ανάγκη της οικογένειάς τους και στρέφονται σε αυτήν, βλέπουν τους δικούς τους ανθρώπους να υποτιμούν τη σεξουαλικότητά τους και να απαγορεύουν κάθε επαφή με τον ή τη σύντροφό τους. Όταν εκείνη είναι δεκτική, έχουμε κάνει παρεμβάσεις στην ίδια την οικογένεια, ώστε να σεβαστεί τις ανάγκες και τα δικαιώματα αυτών των ανθρώπων. Είναι αρκετά, επίσης, τα περιστατικά όπου στις μονάδες φροντίδας το προσωπικό δεν άφηνε ΛΟΑΤΚΙ ηλικιωμένους που γνωρίστηκαν εκεί να σχετιστούν, τους χώριζαν», επισημαίνει ο κ. Λάβδας.
 
Έχοντας βιώσει οι ίδιοι την κακοποίηση των δικών τους ανθρώπων και ενώπιον της έλλειψης υπηρεσιών για την υποστήριξή τους στην Κύπρο, επτά συγγενείς ηλικιωμένων ανέλαβαν δράση, συστήνοντας, πριν από οκτώ χρόνια «Το Παρατηρητήριο Τρίτης Ηλικίας».
 
«Οι δικοί μας άνθρωποι είχαν κακοποιηθεί είτε σε κάποιο ίδρυμα είτε από μία οικιακή βοηθό. Πήγαινα κάθε μέρα και έβλεπα τη γιαγιά μου που έπασχε από Αλτσχάιμερ στο ίδρυμα και την έβλεπα συνεχώς με μελανιές. Μας έλεγαν ότι αυτές προέρχονταν από πτώση, ενώ φαινόταν ότι ήταν χτύπημα. Καταγγείλαμε τους υπευθύνους του ιδρύματος, το οποίο, τελικά, το έκλεισε η κυβέρνηση. Πολλοί συγγενείς διστάζουν να καταγγείλουν τέτοια περιστατικά, φοβούμενοι ενδεχόμενη εκδικητική στάση των φροντιστών απέναντι στους δικούς τους ανθρώπους», λέει στη «σχεδία» ο κ. Δήμος Αντωνίου, εκ των ιδρυτών του Παρατηρητηρίου. «Κακοποίηση μπορεί να είναι το παιδί να μην πηγαίνει να βλέπει το γονιό του. Μας είχε πάρει τηλέφωνο ένας ηλικιωμένος και μας είπε: “Σου δίνω, γιε μου, το τηλέφωνό μου. Να με παίρνετε τηλέφωνο να μιλούμε, γιατί η οικογένειά μου έχει ένα μήνα να το κάνει. Τον καλούμε δυο φορές την εβδομάδα για να μας πει τα νέα του. Μια άλλη γιαγιά, για παράδειγμα, νοσηλευόταν για τρεις εβδομάδες στο νοσοκομείο και δεν την είχε επισκεφθεί κανείς. Στήσαμε ομάδες εθελοντών που πήγαιναν και της κρατούσαν συντροφιά. Το Γενάρη, μάλιστα, θα εγκαινιάσουμε το πρόγραμμα “Υιοθέτησε έναν ηλικιωμένο”, όπου εθελοντές θα επισκέπτονται τους μόνους ηλικιωμένους της γειτονιάς τους, κάνοντάς τους παρέα, βοηθώντας τους στις καθημερινές ασχολίες τους, τα ψώνια, διαβάζοντάς τους ένα βιβλίο η μια εφημερίδα. Παράλληλα, έχουμε μία ομάδα από επτά πιστοποιημένους από το κράτος εκπαιδευτές με τους οποίους υλοποιούμε ένα πρόγραμμα κατάρτισης 100 ωρών ενός ανθρώπου που θέλει να φροντίσει έναν ηλικιωμένο: πώς θα του μιλήσει, πώς θα τον ταΐσει, πώς θα τον λούσει, πώς θα του δώσει τα φάρμακά του. Θυμάμαι εκείνον τον κύριο που μας εξομολογήθηκε ότι έφτασε να απλώσει χέρι στη μητέρα του με άνοια γιατί δεν μπορούσε να αντιληφθεί τι ήθελε. Πλέον, μετά την εκπαίδευση, συνεννοείται απόλυτα μαζί της. Στόχος μας είναι να δημιουργήσουμε σύντομα μία τηλεφωνική γραμμή όπου ψυχολόγοι και κοινωνικοί λειτουργοί 24 ώρες το 24ωρο θα διαχειρίζονται καταγγελίες παραμέλησης ή κακοποίησης ηλικιωμένων, παρεμβαίνοντας άμεσα σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης», υπογραμμίζει στη «σχεδία» ο κ. Αντωνίου.
 
Τη δική της εμπειρία κακοποίησης από την οικιακή της βοηθό περιγράφει στη «σχεδία» η 87χρονη κ. Μαρία. «Μου φώναζε, δεν μαγείρευε ποτέ τα φαγητά που επιθυμούσα και, όταν πήγαινα να διαμαρτυρηθώ, μου έλεγε: “Εσύ είσαι γριά, δεν ξέρεις από αυτά”. Κάθε φορά, επίσης, που με πήγαινε στη μπανιέρα να με πλύνει, με απειλούσε: “Κάνε γρήγορα γιατί θα σε πνίξω”. Δεν είχα κάποιον να του εμπιστευθώ όλα αυτά που μου συνέβαιναν. Μόνο έναν ταξιτζή που με πηγαινοέφερνε για τις δουλειές, ο οποίος μου έλεγε: “Μη μιλάς. Κάνε υπομονή”. Και εγώ, από την πλευρά μου, φοβόμουν να μιλήσω. Πίστευα ότι θα μείνω μόνη μου, ότι δεν υπήρχε άλλη λύση. Τελικά, δεν άντεξα και πήρα την απόφαση να καταφύγω στη μονάδα φροντίδας της “Νέας Θάλπης”», μας είπε η κ. Μαρία.