May 28, 2014

Συναντήσεις του Σπύρου Ζωνάκη

Ο Ένκε Φεζολάρι, 33 χρονών είναι σκηνοθέτης. Η φίλη του Μαρία Σκαφτούρα, 43 χρόνων, είναι ηθοποιός. 
 
ENKE:  Γεννήθηκα το 1981 στα Τίρανα.  Σε ηλικία 12 χρονών, το 1993, ήρθα με τη μητέρα και την αδερφή μου στην Αθήνα, αναζητώντας τη γη της Επαγγελίας. Τα πρώτα χρόνια ήταν πολύ δύσκολα. Η μητέρα μου καθάριζε σπίτια όλη μέρα για να μας ζήσει, ενώ είχαμε να αντιμετωπίσουμε κι έναν έντονο ρατσισμό εναντίον των αλβανών μεταναστών. Μοναδική μου έγνοια ήταν να ενταχθώ  στην ελληνική κοινωνία. Έμαθα τα ελληνικά μέσα σε τέσσερις μήνες.  Από μαθητής,  έβλεπα το θέατρο ως καταφύγιο των ταπεινών και καταφρονεμένων. Έτσι, το 2002 θα δώσω εξετάσεις στο ΚΘΒΕ. Ήταν σαν όνειρο που πέρασα. Είναι αμέσως μετά την αποφοίτησή μου, το καλοκαίρι του 2005, που θα γνωρίσω τη Μαρία στο μπαρ που διατηρεί στα Εξάρχεια, το «Τραλαλά». Ήταν μια κεραυνοβόλα φιλία.  Η Μαρία έγινε από την αρχή ένα κομμάτι του εαυτού μου. Μου άλλαξε τη δομή της σκέψης μου, με βοήθησε ψυχολογικά να διαχειριστώ τις πιο σκοτεινές πτυχές του χαρακτήρα μου. Ήμουν πολύ συγκρουσιακός, τσακωνόμουν με το παραμικρό. Δεν πρόκειται να ξεχάσω τη συμβουλή που μου έδωσε στην αρχή της φιλίας μας: «Ένκε, τον κόσμο κυβερνούν το νείκος και η φιλότητα. Μην είσαι με το νείκος, να είσαι με τη φιλότητα». Είναι το απόλυτο στήριγμά μου στα προσωπικά μου προβλήματα, τις επαγγελματικές μου χαρμολύπες.  Θα με συνδράμει και οικονομικά όποτε χρειαστεί. Στις δικές της συμβουλές θα προστρέξω για κάθε θεατρική μου κίνηση.  Μπορεί να έχουμε καυγαδίσει και να μη μιλάμε για μια περίοδο και να πηγαίνω στο σπίτι της και να κλαίμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.  Η Μαρία είναι μια sui generis περσόνα, διαθέτει μια πολύ βαθιά κλασική μόρφωση που θα τη ζήλευε το 80% του ελληνικού θεάτρου. Για παράδειγμα, το 2007, στην παράσταση «Ενός πουλιού, μόνο, η φωνή» με είχε καθηλώσει. Κατέθετε όλη της την ύπαρξη, τον συναισθηματικό της κόσμο, χωρίς στεγανά ούτε φτιασίδια. Βλέποντας στο πρόσωπό της την ιδανική ερμηνεύτρια της Μπλανς Ντιμπουά, το 2009, κάναμε εντατικές πρόβες  επί ένα χρόνο για να ανεβάσουμε το «Λεωφορείο ο Πόθος», κάτι που, τελικά, δεν υλοποιήθηκε, λόγω και της ανασφάλειάς μου, τότε, να αναλάβω ένα τέτοιο πρότζεκτ.  Μας έμεινε απωθημένο και θα γίνει οπωσδήποτε στο μέλλον, όπως και να τη  σκηνοθετήσω στο «Καληνύχτα», το έργο της που είχε αποσπάσει το πρώτο βραβείο στο Διαγωνισμό για Νέους Συγγραφείς το 2001. Έχει πολλά να δώσει η Μαρία κι ως θεατρικός συγγραφέας. Η μοναδική μας συνεργασία  ήταν  πρόπερσι όταν τη σκηνοθέτησα στο «Θα σε πάρει ο δρόμος» του Σερέφα, όπου έκανε το μονόλογο μιας μοναχικής γυναίκας. Ωστόσο, πέρα από οποιαδήποτε καλλιτεχνική συμπόρευση, για μένα η μεγαλύτερη χαρά είναι να  ξενυχτάω με τη Μαρία στην παραλία στην Άνδρο, να κοιτάζουμε τα άστρα, να μιλάμε για φιλοσοφία, για λογοτεχνία και να μοιραζόμαστε χωρίς φόβο τις πιο ενδόμυχες σκέψεις μας. Οι περισσότεροι σκηνοθέτες και ηθοποιοί ζουν σ’ ένα μικρόκοσμο. Αντιθέτως, η Μαρία, που ποτέ δεν ήταν στο σύστημα ούτε αγωνιά να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή του θεάτρου, ξέρει τι θα πει δυσκολίες της ζωής, πόνος, έρωτας, αγώνας για την επιβίωση, μοναξιά.  Είναι ακριβώς αυτά τα θέματα που αφορούν και τους δυο μας προσωπικά που μας απασχολούν και καλλιτεχνικά. Με τη Μαρία  αναρωτιόμαστε πώς  μια μερίδα του θεάτρου εξακολουθεί να δρα ερήμην της κοινωνίας, να ανεβάζει ακριβές υπερπαραγωγές, ενώ οι άνθρωποι απ’ έξω ζητιανεύουν, δεν έχουν να πληρώσουν το ενοίκιό τους. Χαρακτηριστικά, η Μαρία μεγαλώνει μόνη της από το 2003 το γιο της με μεγάλες θυσίες. Θαυμάζω την ισότιμη σχέση που έχει με το παιδί της, τον απόλυτο σεβασμό της για τις επιλογές του, εφαρμόζοντας τις αρχές της μοντεσσοριανής εκπαίδευσης. Επιπλέον, δουλεύοντας από δεκαπέντε χρονών ως σερβιτόρος και λαντζιέρης σε μπαρ και ταβέρνες και γνωρίζοντας το σκληρό πρόσωπο των αφεντικών, παραδέχομαι τη Μαρία κι ως εργοδότρια. Οι εργαζόμενοι στο «Τραλαλά» απολαμβάνουν όλα τα εργασιακά τους δικαιώματα. Μάλιστα, από το 2011 εκτελώ και χρέη dj στο μαγαζί της.
 
ΜΑΡΙΑ: Η γνωριμία μου με τον Ένκε μού άλλαξε τη ζωή.  Ο Ένκε με έβγαλε από την καλλιτεχνική και συναισθηματική νωθρότητα στην οποία είχα καταπέσει για πολλά χρόνια. Με βοήθησε να ξαναπιστέψω στον εαυτό μου και να  διαχειριστώ τα θέματά μου μέσα από την  τέχνη  ακριβώς όπως  όταν πρωτοπήγα στη δραματική σχολή.  Είχα αφήσει το θέατρο για λόγους επιβίωσης, είχα ξεχάσει ακόμα και να παίζω. Εκείνος ήταν μου με έμαθε να μη φοβάμαι να παίξω συναισθηματικά, αφύλακτα, όπως και να ζήσω αφύλακτα. Τα μεγάλα ατού του Ένκε ως σκηνοθέτη είναι ότι σε βοηθάει να έρθεις σε επαφή με τα προσωπικά σου σημεία, τα πιο βαθιά, τα πιο συναρπαστικά και σου δημιουργεί έναν ασφαλή χώρο να τα εκφράσεις,  καθώς και ότι είναι ένας άνθρωπος που σου μεταδίδει τον ενθουσιασμό του και σε κάνει να πιστέψεις σε αυτόν. Οι μαραθώνιες πρόβες που κάναμε για το «Λεωφορείο ο Πόθος», το 2009, αποτέλεσαν για μένα ένα ολόκληρο μεταπτυχιακό και με κινητοποίησαν να επανενεργοποιηθώ στο θέατρο. Έκτοτε, συμμετέχω σε μια-δυο παραστάσεις κάθε χρόνο.  Στο πρόσωπο του Ένκε βρήκα εκείνη τη συγγενική ψυχή που με ανέσυρε από τη μοναξιά, με την οποία μπορώ να επικοινωνήσω και να συναντηθώ βαθιά. Με στηρίζει με κάθε τρόπο, ακόμα και μουσική παίζει δωρεάν στο μαγαζί μου, καθώς δεν είχα χρήματα  να πληρώσω dj.
 
Έχω παρακολουθήσει όλη την καλλιτεχνική εξέλιξη του Ένκε και τη λυσσασμένη αποφασιστικότητά του να γίνεται δουλειά με τη δουλειά όλο και καλύτερος.  Θα με συγκλονίσει ως ηθοποιός στο μονόλογο του Ρίτσου «Το παράθυρο», που αν και τον έκανε στα αλβανικά καταλάβαινες τι έλεγε, ξεχείλιζε από πάθος. Είχε δημιουργήσει με το σώμα του για σαράντα λεπτά έναν ολόκληρο κόσμο. Κορυφαίες στιγμές της σκηνοθετικής του διαδρομής είναι, αναμφίβολα, το ντεμπούτο του, η  «Παρέλαση» της Λούλας Αναγνωστάκη, όπου τόλμησε και ανέμειξε αλβανικά πολυφωνικά τραγούδια με φινλανδέζικα κομμουνιστικά εμβατήρια και ρεμπέτικους νταλκάδες με ποντιακά, και η «Αγγέλα» του Γιώργου Σεβαστίκογλου, ένα βαθιά πολιτικό κείμενο. Ο Ένκε λατρεύει να ανεβάζει έργα της νεοελληνικής δραματουργίας, γιατί τον αφορά η ελληνική θεματολογία, τη συναισθάνεται σε βάθος. Είναι πιο Έλληνας και από τους Έλληνες, και ας μην του έχει χορηγηθεί  η ελληνική ιθαγένεια, που είναι και το μεγάλο του παράπονο.  Γνωρίζει το νεοελληνικό θέατρο, την ελληνική ποίηση και γραμματεία, από τις αρχαίες τραγωδίες μέχρι τον Χορτάτση και τον Αναγνωστάκη καλύτερα από τους περισσότερους γηγενείς καλλιτέχνες. Έχει μια αξιοθαύμαστη καλλιέργεια που την έχτισε μόνος του, με πολλή προσπάθεια. Τίποτε δεν του δόθηκε απλόχερα. Ο Ένκε  έχει  τη σπάνια ικανότητα να αναγνωρίζει στα ελληνικά κείμενα τις  πολυπολιτισμικές επιρροές που έχει δεχθεί η χώρα μας,  τουρκικές, βαλκανικές, ενετικές. Φιλοδοξεί να καταθέσει διεθνώς το δικό του ιδιαίτερο στίγμα στο θέατρο. Θέλει να εξαπλωθεί, όπως και να κάνει γνωστό το ελληνικό θέατρο στο εξωτερικό. Πρόσφατα, παρουσίασε, μάλιστα, την «Εκάβη» του Ευριπίδη στο Σαράγιεβο. Πιστεύει στην οικουμενικότητα της ελληνικής παράδοσης.  Παράλληλα, δεν διαθέτει τον αυτισμό  των  περισσότερων ανθρώπων του θεάτρου. Όπως μου λέει: «Όταν έχω καθαρίσει τουαλέτες για να ζήσω, τι θα μου πει ένας ηθοποιός που γκρινιάζει ότι δεν του βγαίνει να παίξει μια σκηνή; Εκεί έξω υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν πολύ πιο δύσκολα επαγγέλματα». Επιπλέον, τον ενοχλεί η έλλειψη παιδείας. Πιστεύει πως αν ο καθένας μας διάβαζε κάθε μέρα έστω ένα στίχο του Ελύτη ή του Σεφέρη κάπως θα καλυτέρευε η ζωή μας και πως το θέατρο σε τούτους τους καιρούς της κρίσης μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, να φέρει πίσω την ουσία. Πραγματικά, τον θαυμάζω και νιώθω τυχερή που τον έχω δίπλα μου. 
 
 

Issue Articles