Shedia

04 January 2022

Χρήστος Φερώνας

 
«Όταν είσαι για πολύ μεγάλο διάστημα μόνος σε ένα σπίτι, είναι ανεκτίμητο να βλέπεις ότι υπάρχουν άνθρωποι που νοιάζονται για σένα».
 
Γεννήθηκα το 1963 στον Νέο Κόσμο. Μέναμε στην παλιά μονοκατοικία της γιαγιάς. Ο πατέρας μου ήταν υπάλληλος του ΟΣΕ. Είχα και μία αδερφή, μεγαλύτερή μου. Θυμάμαι που παίζαμε μπάλα στις αλάνες, αλλά, καθώς έπεφταν αρκετές κλωτσιές, εγώ από ένα σημείο και μετά περιορίστηκα στους βώλους. Στο σχολείο, οι δάσκαλοι ήταν πολύ αυστηροί, βαρούσαν και με τη βέργα. Εγώ τη γλίτωνα, γιατί ήμουν ήσυχος. Αγαπημένο μου μάθημα ήταν η ιστορία –μου άρεσαν οι αφηγήσεις για το παρελθόν–, αλλά η αλήθεια είναι πως ήμουν μέτριος μαθητής. Οι γονείς μου με ρωτούσαν τι ήθελα να κάνω μεγαλώνοντας, κι εγώ δεν είχα κάποια απάντηση να τους δώσω. Στα 12 μου, έπιασα δουλειά σε ένα μηχανουργείο. Πήγαινα αμέσως μετά το σχολείο. Έπρεπε να συνδράμω την οικογένειά μου, αφού ήμασταν πιεσμένοι οικονομικά. Το αφεντικό μου ήταν πολύ κάλος άνθρωπος, μου έδωσε τα φώτα του και, πέρα από πρακτικές δεξιότητες, μου πρόσφερε και μία κοινωνική μόρφωση. Εργάστηκα στο μηχανουργείο για τρία χρόνια, μέχρι που έκλεισε. 
 
Μόλις αποφοίτησα από το λύκειο, καθώς δεν είχα περάσει στο πανεπιστήμιο, ξεκίνησα να δουλεύω ως πωλητής σε ένα κατάστημα με ηλεκτρικές συσκευές στο Σύνταγμα. Κάποιες φορές, πήγαινα και τις Κυριακές. Δούλεψα εκεί για πέντε χρόνια. Για ένα διάστημα εργάστηκα ως εισπράκτορας στο ΚΤΕΛ Θηβών και, από το 1991 ώς το 1997, απασχολήθηκα στο κατάστημα μιας μεγάλης αλυσίδας σουπερμάρκετ στη Νέα Ιωνία ως αποθηκάριος. Είχαμε αναπτύξει ισχυρούς δεσμούς αλληλεγγύης μεταξύ μας οι συνάδελφοι, βοηθούσαμε ο ένας τον άλλον. Ξεφορτώναμε το φορτηγό κατά τις επτά το πρωί, καθημερινά, και δουλεύαμε πολλές φορές κι ώς το βράδυ. Το τελευταίο διάστημα, είχα απομείνει μόνος μου στο τμήμα, καθώς οι υπόλοιποι είχαν αποχωρήσει και ο φόρτος εργασίας ήταν πολύ βαρύς.
 
Για τρία χρόνια, δούλεψα, πάλι ως αποθηκάριος, σε μια άλλη αλυσίδα σουπερμάρκετ, ώσπου με έπιασε οξεία κρίση οσφυαλγίας. Ήμουν καθηλωμένος για είκοσι ημέρες στο κρεβάτι. Το πόστο του αποθηκάριου με κατέβαλλε. Είχα πάθει κι άλλες κρίσεις, αλλά αυτή ήταν η πιο έντονη. Λίγο καιρό νωρίτερα είχα χάσει τους γονείς μου και έμενα με την αδερφή μου. Το 2004, άνοιξα ένα περίπτερο στον Βύρωνα, αλλά δύο χρόνια αργότερα αναγκάστηκα να το κλείσω. Οι εισπράξεις είχαν πέσει κατακόρυφα. Ένα χρόνο αργότερα, έπιασα εργασία σε μια εταιρεία σεκιούριτι. Ήμουν σεκιουριτάς σε δημόσιες υπηρεσίες. Με τον ερχομό της κρίσης, όμως, το 2010, μας απέλυσαν όλους. Έψαχνα για δουλειά, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Είχα αρχίσει να μεγαλώνω και δεν ήταν εύκολο να με πάρουν. 
 
Ευτυχώς, που είχα την αδερφή μου, που με στήριζε με τη σύνταξή της. Την έχασα, όμως, το 2012 από καρκίνο. Είχε καρκίνο στο στήθος, ο οποίος έκανε μετάσταση στο συκώτι. Πάλεψε τρία χρόνια, αλλά δεν τα κατάφερε. Ήταν πολύ μεγάλο πλήγμα για μένα. Το 2013, αποπειράθηκα ένα εγχείρημα με μία μεταφορική εταιρεία, το οποίο, ωστόσο, δεν ευδοκίμησε. Σταμάτησε να λειτουργεί δύο χρόνια αργότερα. Ήμουν τυχερός που είχα τη συμπαράσταση φίλων, μου έδιναν χρήματα, φαγητό. 
 
Είναι δύο φίλοι που μου μίλησαν για τη «σχεδία». Πρωτοήρθα στο περιοδικό τον Ιανουάριο του 2016. Θεώρησα ότι δεν είχα να χάσω κάτι. Πίστευα ότι θα τα κατάφερνα. Η επαφή μου με τον κόσμο στάθηκε αναζωογονητική για μένα. Όταν είσαι για πολύ μεγάλο διάστημα μόνος σε ένα σπίτι, είναι ανεκτίμητο να βλέπεις ότι υπάρχουν άνθρωποι που νοιάζονται για σένα. Έχω κάνει πραγματικούς φίλους μέσα από το περιοδικό. Ήταν πολύ συγκινητικό που με την περιπέτεια της υγείας μου και την περίοδο της νοσηλείας μου υπήρχαν άνθρωποι που παίρναν τηλέφωνο στο νοσοκομείο και ρωτούσαν για μένα. Και όταν επέστρεψα στο πόστο, ήταν εκεί δίπλα μου. Έχω εισπράξει πολλή αγάπη όλα αυτά τα χρόνια. Με τα χρήματα που κερδίζω από το περιοδικό, μπορώ να πληρώνω τα κοινόχρηστα, το νερό, το φαγητό μου.