Shedia

EN GR

22 Ιουλίου 2021

Χαράλαμπος Τζάκης

 

«Την αγάπη και το ενδιαφέρον που έχω δεχθεί από τον κόσμο δεν τα αλλάζω με τίποτα άλλο. Με τη “σχεδία” ανέκτησα την αξιοπρέπειά μου». 
 
Γεννήθηκα το 1960 στον Περισσό. Από παιδί βοηθούσα τον πατέρα μου, που εργαζόταν ως υπάλληλος σε ένα χασάπικο στη Βαρβάκειο Αγορά, ενώ όταν ήμουν στην εφηβεία απέκτησε το δικό του μαγαζί. Πότε καθόμουν στο ταμείο, πότε κουβαλούσα κρέατα και πότε έκοβα το λαρδί, το οποίο το δίναμε για την παρασκευή σαπουνιών, και κέρδιζα έτσι ένα χαρτζιλίκι. Η αλήθεια είναι ότι δεν τα πήγαινα καλά με τα γράμματα. Κάθε χρόνο έμενα μετεξεταστέος, με εξαίρεση την Α’ Λυκείου, οπότε και είχαμε έναν εξαιρετικό φιλόλογο. Είχα μάθει όλο το βιβλίο των αρχαίων απέξω. Ήταν ένας δάσκαλος που μας έκανε να ενδιαφερθούμε πραγματικά για το μάθημα. Είχα μεγάλη αγάπη για τη μουσική. Ο αδερφός μου σπούδαζε αρχιτέκτονας στην Ιταλία και είχε φέρει σε δίσκους τις συμφωνίες του Μπετόβεν. Έφηβος εγώ, 18 χρονών, τις άκουσα όλες. 
 
Μέχρι το 1986, δούλευα μαζί με τον πατέρα μου στο χασάπικο. Τον έχασα την επόμενη χρονιά, με τον μεγάλο καύσωνα. Μου είχε κοστίσει ο χαμός του, είχα συνθέσει και μελωδία στην κιθάρα, στη μνήμη του. Εκείνη την εποχή είχα πιάσει δουλειά στην Αρχαιολογική Υπηρεσία ως εργάτης. Συμμετείχα σε ανασκαφές στην Ακαδημία Πλάτωνος, την πλατεία Κοτζιά, τα Πετράλωνα, πλέναμε θραύσματα από αγγεία και τα πηγαίναμε για συγκόλληση σε μια αποθήκη στο Θησείο. Ήταν επίπονη δουλειά, ιδίως όταν έβρεχε. H σύμβασή μου, όμως, δεν ανανεώθηκε, και το 1988 άρχισα να εργάζομαι σε μία αποθήκη του λόχου επισκευών της βάσης του Σώματος Υλικού Πολέμου στον Άγιο Στέφανο. Κατέγραφα τα ανταλλακτικά των αυτοκινήτων. Ωστόσο, κι εκεί δεν έκατσα πάνω από δυο χρόνια, καθώς ήμουν συμβασιούχος. Επόμενος επαγγελματικός σταθμός ήταν ένα σουπερμάρκετ κοντά στο σπίτι μου, όπου εργάστηκα για δυόμισι χρόνια ως εργάτης αποθήκης, ενώ στη συνέχεια δούλεψα ως βοηθός μάγειρα σε ένα ιταλικό εστιατόριο στη Γλυφάδα, ήμουν από τους τελευταίους που απολύθηκαν. Από το 2004, έψαχνα για δουλειά, χωρίς, όμως, κανένα αποτέλεσμα.
 
Είχα κάνει τα χαρτιά μου για ένα πρόγραμμα μαγειρικής- ζαχαροπλαστικής του ΟΑΕΔ, αλλά, τελικά, ακυρώθηκε, είχα παρακολουθήσει και ένα σεμινάριο σχετικά με τα τουριστικά γραφεία. Όσο δεν έβρισκα δουλειά, μελαγχολούσα. Η κιθάρα ήταν εκείνη που πρόσφερε μια ισορροπία στη ζωή μου. Ζούσα με τη σύνταξη της μητέρας μου και με ό,τι μπορούσε να συνεισφέρει ο αδερφός μου. Παράλληλα, τη φρόντιζα. Είχε υποβληθεί σε εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς και σε αφαίρεση χολής. Της μαγείρευα, τη βοηθούσα να κινηθεί. Ό,τι έτρωγε εκείνη, βραστά και ψητά, έτρωγα και εγώ. Το μόνο βοήθημα που πήρα όλα αυτά τα χρόνια ήταν το επίδομα αλληλεγγύης, το 2012, για ένα χρόνο. To 2013 έχασα τον αδερφό μου, από εγκεφαλικό. Ήταν πολύ οδυνηρό για μένα. Αγνοούσα τα προβλήματα που είχε με την καρδιά του. Πρόσεχα πια όλη μέρα τη μητέρα μου, σαν να ήταν μωρό. Μπροστά μου δεν έκλαιγε, όταν, όμως, έβγαινα μια βόλτα να ξεσκάσω, ξέσπαγε σε κλάματα.
 
Αρχές του 2015, έφυγε και εκείνη από την καρδιά της. Είχα μείνει πια μόνος μου, με συνέδραμαν κάποιοι φίλοι. Από μία εκκλησία στα Πατήσια, όπου βοηθούσα στο παγγάρι, στα κεριά, σκούπιζα τις εικόνες, μου έδιναν τρόφιμα και χρήματα. Έτσι κυλούσε η ζωή μου. Ήταν Οκτώβριος του 2018 και βρισκόμουν στη Νερατζιώτισσα λίγο να ησυχάσω. Είχα περιέλθει σε αδιέξοδο. Δεν ήξερα τι να κάνω. Βλέπω έναν πωλητή της «σχεδίας», του παίρνω τα στοιχεία και προσευχήθηκα: «Θεέ μου, ό,τι θες εσύ». Πήρα τηλέφωνο στο περιοδικό και ύστερα από λίγες μέρες πρωτοφόρεσα το κόκκινο γιλέκο. Δεν ένιωσα ούτε ντροπή ούτε μειονεκτικά. Την αγάπη και το ενδιαφέρον που έχω δεχθεί από τον κόσμο δεν τα αλλάζω με τίποτα άλλο. Με τη «σχεδία» ανέκτησα την αξιοπρέπειά μου. Με δέχτηκε, επιτέλους, κάποιος για δουλειά. Σταμάτησα να ζητάω βοήθεια από φίλους. Μπορώ πια να καλύπτω τις βασικές μου ανάγκες.