Shedia

EN GR

12 Φεβρουαρίου 2021

Στέφανος Φωτακίδης

Γεννήθηκα το 1982 στην Επανομή της Θεσσαλονίκης. Η μητέρα μου είχε πλεκτήριο, ενώ ο πατέρας μου εργαζόταν ως υδραυλικός. Μέναμε μακριά από τον οικισμό και θυμάμαι που με την αδερφή μου διανύαμε μεγάλη απόσταση περπατώντας σε χωματόδρομους για να φτάσουμε στο σχολείο, σπρωχνόμασταν κιόλας στις λάσπες για παιχνίδι. Το σπίτι ήταν αυθαίρετο και για πολλά χρόνια δεν είχαμε ρεύμα. Μαγειρεύαμε στην ξυλόσομπα. Φτιάχναμε πίτες, τσάι από κυδωνόφυλλα. Λάτρευα από μικρό παιδί να ετοιμάζω το τραπέζι και να μαγειρεύω. Δεν μπορούσα, όμως, για δεύτερη φορά να κάνω την ίδια συνταγή, το είχα για γρουσουζιά. Στο σπίτι απολαμβάναμε ένα αίσθημα ελευθερίας. Στα εννιά μου μόλις χρόνια, με είχε μάθει ο πατέρας μου να οδηγώ μηχανάκι. Θεωρούσε πως, μεγαλώνοντας, θα έπαιρνα κρυφά τη δική του μηχανή και θα σκοτωνόμουν. Ήθελε να με προφυλάξει. Μόλις τελείωσα το γυμνάσιο, μια οικογενειακή φίλη με προέτρεψε να γραφτώ στη Σχολή Τουριστικών Επαγγελμάτων του ΕΟΤ στη Θεσσαλονίκη. Δύο χρόνια κρατούσε το ζαχαροπλαστικό τμήμα και άλλα δυο χρόνια το τμήμα μαγειρικής. Εγώ είχα έφεση στη ζαχαροπλαστική. Μπήκα στη σχολή 45 κιλά και βγήκα 120. Είχαμε τρία γεύματα τη μέρα. Μάλιστα, στο δωμάτιό μου –γιατί η σχολή είχε και οικοτροφείο– είχα ένα γκαζάκι και ένα τηγανάκι, όπου μαγείρευα και πουλούσα τα φαγητά που ετοίμαζα στους συμμαθητές μου. Με είχε πιάσει στα πράσα ο διευθυντής της σχολής. Είχε βρει την κίνησή μου απαράδεκτη και συνάμα θαυμάσια, από επιχειρηματική άποψη.  Μετά την αποφοίτηση από τη σχολή, είχα την τύχη να βρω άμεσα δουλειά. Ήταν ακόμη οι χρυσές εποχές στο επάγγελμα. Δούλεψα σε όλη την Ελλάδα, στα εστιατόρια ξενοδοχείων από την Κρήτη ώς την Αλεξανδρούπολη και την Τήνο. Στην Τήνο, δε, όπου έμεινα για τρεις χρονιές, είχαμε τις δικές μας κατσίκες και παραγάγαμε το δικό μας τυρί, αλλαντικά, ακόμη και το δικό μας ψωμί. Το όνειρό μου, ωστόσο, ήταν να φύγω στο εξωτερικό. Έτσι, πριν από δέκα χρόνια έπιασα δουλειά σε ένα ξενοδοχείο στο Στρασβούργο. Έμενα σε ένα δωμάτιο του ξενοδοχείου. Στις κουζίνες στην Ελλάδα, δούλευα 15 ώρες την ημέρα, ήταν ευχάριστη έκπληξη για μένα ότι βάσει νόμου δεν έπρεπε να εργαζόμαστε πάνω από επτά ώρες ημερησίως.  Στην Αλσατία δούλεψα για ένα χρόνο και, στη συνέχεια, δούλεψα για άλλον έναν χρόνο σε ελληνικά εστιατόρια στη Λιλ και το Μπορντό. Γύρισα ουκ ολίγες περιοχές της Ευρώπης, από τη Στουτγκάρδη της Γερμανίας ώς τη Γαλικία της Ισπανίας, όπου εργάστηκα σε ένα εστιατόριο που είχε πάρει αστέρι Μισελέν και το Φάρο της Πορτογαλίας. Το Δεκέμβριο του 2019, κι ενώ δούλευα ως ζαχαροπλάστης σε ένα ξενοδοχείο στο Γκρατς της Αυστρίας, έπαθα μόλυνση στον αντίχειρα του δεξιού μου χεριού. Το δάχτυλό μου είχε πρηστεί, έβγαζε πύον, ενώ μου είχε φύγει και το νύχι. Με έστειλαν σε μια εξειδικευμένη κλινική στο Χάλλε της Γερμανίας. Έκανα μάλιστα, τρία χειρουργεία. Μόλις, όμως, ολοκλήρωσα τις φυσικοθεραπείες, έβγαλα το νάρθηκα και μπορούσα πάλι να ξαναπιάσω δουλειά, ξεκίνησε η πρώτη καραντίνα. Καθώς δεν είχα άλλα χρήματα να πληρώνω τη διαμονή μου, πήρα το δρόμο της επιστροφής στην Ελλάδα. Επί χρόνια, τα περισσότερα χρήματα που έβγαζα από τη δουλειά μου πήγαιναν στην αποπληρωμή των οικογενειακών χρεών. Λόγω της ασθένειας του πατέρα μου, που «έφυγε» από καρκίνο, είχαμε ζοριστεί πολύ οικονομικά, ενώ πριν από τρία χρόνια έχασα και τη μητέρα μου από τη Νόσο του Χάντινγκτον. Η αρρώστια της μητέρας μου μεγάλωσε ακόμη περισσότερο τα χρέη. Το περασμένο καλοκαίρι, εργάστηκα ως μάγερας στη Σαντορίνης, όντας απλήρωτος. Είχα αρχίσει να απελπίζομαι. Τη «σχεδία» την ήξερα ως αναγνώστης. Την αγόραζα όταν ερχόμουν στην Ελλάδα. Τον Οκτώβριο αποφάσισα να χτυπήσω την πόρτα της και να φορέσω το κόκκινο γιλέκο. Τολμώ να πω πως η «σχεδία» είναι η πιο ωραία εργασιακή μου εμπειρία. Η επαφή με τον κόσμο, που είναι πρόσχαρος, γεμάτος ενθουσιασμό και διάθεση προσφοράς, είναι μια μορφή ψυχανάλυσης για μένα. Πουθενά αλλού δεν είχα αισθανθεί τόσο όμορφα. Ο ίδιος ο κόσμος της «σχεδίας» με εμπνέει να χαμογελώ. Δυστυχώς, στα περισσότερα εργασιακά περιβάλλοντα όπου είχα βρεθεί, υπήρχε μία τρομακτική πίεση.