Shedia

04 March 2022

Κυριάκος Ανδρεάδης

 
«Η επαφή μου με τον κόσμο με κάνει χαρούμενο και ευδιάθετο. Μου ελαφραίνει το σταυρό που κουβαλάω στην πλάτη».
 
Γεννήθηκα το 1981 στη Νεάπολη της Θεσσαλονίκης. Στα επτά μου χρόνια μετακομίσαμε στην Πολίχνη. Η μητέρα μου εργαζόταν σε μία βιοτεχνία που κατασκεύαζε κουρτινόξυλα και ο πατέρας μου σε έναν κινηματογράφο στη Σταυρούπολη. Η αλήθεια είναι ότι τον φοβόμουν. Ήταν εξαρτημένος από το αλκοόλ και γινόταν βίαιος απέναντι σε μένα και τη μητέρα μου. Τη μικρή μου αδερφή δεν την ακουμπούσε. Από μικρός έπαιζα ποδόσφαιρο στον Καρατασιακό, ενώ αργότερα πήγα στις ακαδημίες ποδοσφαίρου «Ζάχος». 
 
Έπαιζα δεξί μπακ και χαφ. Το μεγάλο μου όνειρο ήταν να γίνω ποδοσφαιριστής. Αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, όταν ήμουν 11 χρόνων, οι γονείς μου πήραν την απόφαση να μεταναστεύσουμε στη Γερμανία. Εγκατασταθήκαμε στο Μόναχο, όπου έμενε μία από τις αδερφές του πατέρα μου. Εκείνος έπιασε δουλειά σε εταιρεία σεκιούριτι. Εγώ γράφτηκα στην ομογενειακή ομάδα Πόντος και φοιτούσα σε ελληνικό σχολείο. Όταν πάτησα τα 16, χώρισαν οι γονείς μου και ο πατέρας μου επέστρεψε στην Ελλάδα. Η μητέρα μου τότε έπιασε δουλειά ως καθαρίστρια σε έναν τηλεοπτικό σταθμό του Μονάχου, ενώ δούλευε και στην καντίνα του. Την ίδια εποχή, εντάχθηκα στην ομάδα νέων της Μόναχο 1860. Εκεί έκατσα μέχρι τα 19 μου, όταν γύρισα στην Ελλάδα για να υπηρετήσω τη θητεία μου. Μόλις την ολοκλήρωσα, έπιασα δουλειά σε μία βιοτεχνία που έφτιαχνε υφάσματα επιπλώσεων. Παρέμεινα σε αυτή τη θέση τέσσερα χρόνια, μέχρι που οι ιδιοκτήτες της βιοτεχνίας τη μετέφεραν στη Βουλγαρία. 
 
Τα πρώτα τρία χρόνια μετά την επιστροφή μου από τη Γερμανία, με φιλοξενούσε στη Νεάπολη η αδερφή του πατέρα μου, ώσπου γύρισε η μητέρα μου και έμεινα μαζί της. Η αδερφή μου έμεινε στο Μόναχο. Μπορεί να μην κατάφερα να γίνω ποδοσφαιριστής, αλλά δεν σταμάτησα να παίζω με τους φίλους μου ποδόσφαιρο. Πηγαίναμε σε γήπεδα 5Χ5 και πλήρωνε το χώρο εκείνη η ομάδα που έχανε. Για πολλά χρόνια, εργάστηκα στην οικοδομή. Μάλιστα, δούλεψα για ένα χρόνο ως εργάτης στο χτίσιμο του ΙΚΕΑ της Θεσσαλονίκης. Στην οικοδομή, το πλέον συνηθισμένο πόστο μου ήταν στα σιδερένια θεμέλια που τοποθετούσαμε πριν μπουν τα καλούπια όπου ρίχναμε το μπετόν. Είχα μάθει καλά τις τέχνες του πλακά και του πετρά και με καλούσαν εργολάβοι να συμμετέχω στα συνεργεία τους. 
 
Παράλληλα, ωστόσο, αντιμετώπιζα πρόβλημα εξάρτησης από τα ναρκωτικά. Τα είχα ξεκινήσει ήδη από το στρατό. Έκανα δύο προσπάθειες να απεξαρτηθώ, το 2007 και το 2009, αλλά υποτροπίαζα. Δεν το έβαλα κάτω, όμως, και τα κατάφερα το 2014, μέσω του προγράμματος «Ιανός» του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης. Με την έλευση της κρίσης, η οικοδομή άρχισε να καταρρέει και πήραμε την απόφαση με τη μητέρα μου να εγκατασταθούμε στο χωριό της, την Περιστερώνα, κοντά στη λίμνη Βόλβη. Εκεί τα καλοκαίρια δούλευα στα χωράφια, μαζεύοντας καρπούζια και πεπόνια, ενώ το χειμώνα μαζί με τον θείο μου κόβαμε ξύλα και τα πουλούσαμε. Το εισόδημα, ωστόσο, που αντλούσα δεν ήταν επαρκές. Έπρεπε να συνδράμω και τη μητέρα μου. Οι άνθρωποι του θεραπευτικού προγράμματος που παρακολουθούσα μου μίλησαν για τη «σχεδία». 
 
Πρωτοφόρεσα το κόκκινο γιλέκο το 2014, αλλά ύστερα από ενάμισι μήνα ξαναπήγα στη Γερμανία, όπου είχε επιστρέψει και ο πατέρας μου. Έβγαλα μία σχολή για προσωπικό ασφαλείας και εργάστηκα ως σεκιουριτάς. Παρακολούθησα και σεμινάρια πρώτων βοηθειών και πυρόσβεσης. Έκατσα στη Γερμανία πέντε χρόνια. Επέστρεψα στην Ελλάδα το Νοέμβριο του 2020, τρεις μήνες μετά το θάνατο του πατέρα μου. Έφυγε από ανακοπή καρδιάς. Εγκαταστάθηκα στο χωριό της μητέρας μου, καταπιανόμενος εκ νέου με τις καλλιέργειες. Στη «σχεδία» ξαναήρθα πριν από ένα μήνα. Έχω εισπράξει πολύ σεβασμό από τον κόσμο. Η επαφή μου με εκείνον μού ανεβάζει την ψυχολογία, με κάνει χαρούμενο και ευδιάθετο. Μου ελαφραίνει το σταυρό που κουβαλάω στην πλάτη.