Shedia

02 December 2021

Γιώργος Κουτσίδης

 
«Φορώντας το κόκκινο γιλέκο, αισθάνθηκα πως δεν είμαι πια στο περιθώριο. Η επαφή μου με τον κόσμο με γλίτωσε από πολλά μεγάλα λάθη»
 
Γεννήθηκα το 1971 στην Πρέβεζα. Ήμασταν πέντε αδέρφια, δύο από τη δεύτερη γυναίκα του πατέρα μου και τρία από την πρώτη. Ο πατέρας μου είχε κτηνοτροφική μονάδα με εξήντα αγελάδες. Βγάζαμε, μάλιστα, γάλα και τυρί. Ήταν πολύ πιεσμένοι οικονομικά οι γονείς μου. Εγώ από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού δεν μπορούσα να προσαρμοστώ στο σχολικό περιβάλλον, είχα μαθησιακές δυσκολίες. Στην Πρώτη Δημοτικού, μάλιστα, είχα νοσηλευτεί για τέσσερις μήνες, λόγω πνευμονίας. Αυτό με είχε αφήσει πίσω στα μαθήματα. Το 1979 μετακομίσαμε στη Γλυφάδα. Ο πατέρας μου έπιασε δουλειά ως οδοκαθαριστής στο δήμο Βάρης και η μητέρα μου σε ζαχαροπλαστείο. Εγώ έπαιζα ποδόσφαιρο στην ομάδα της Τερψιθέας, η θέση μου ήταν δεξί μπακ. Μου άρεσε, ωστόσο, να παίζω και τερματοφύλακας. Είχα, όμως, συνεχόμενους τραυματισμούς, που με κρατούσαν πίσω. Ονειρευόμουν τότε να γίνω επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Με το ζόρι τελείωσα την Τρίτη Γυμνασίου, ξεκίνησα και την Πρώτη Λυκείου, αλλά σταμάτησα το σχολείο. Δεν μπορούσα να ανταποκριθώ.
 
Μόλις απολύθηκα από στρατιώτης, μου δόθηκε η ευκαιρία να εργαστώ ως σεκιουριτάς. Συνεργάστηκα με διάφορες εταιρείες σεκιούριτι. Πότε ως φύλακας σε κότερα, πότε σε εμπορικά κέντρα και πότε στα γήπεδα. Από τα γήπεδα εκείνο που θυμάμαι είναι τις συγκρούσεις ανάμεσα στην αστυνομία και τους οπαδούς, οι οποίοι κουβαλούσαν από πλακάκια ώς τούβλα και ξύλα. Ήταν πολύ επικίνδυνες οι συνθήκες, έθετα σε κίνδυνο τη σωματική μου ακεραιότητα. Καθημερινά, πήγαινα από χώρο σε χώρο, δούλευα πάνω από δώδεκα ώρες συνεχόμενα –από το πρωί ώς τις 11 το βράδυ– και κακοπληρωνόμουν, καθώς δεν μου κατέβαλαν ολόκληρο το μισθό. Ήταν εξαντλητικό όλο αυτό, ένιωθα εγκλωβισμένος και έτσι αποφάσισα να τα παρατήσω.
 
Το 2003, επέστρεψα στην Πρέβεζα, όπου είχε ανοίξει ο πατέρας μου πρατήριο υγρών καυσίμων και δούλεψα εκεί. Την επόμενη χρονιά έχασα την αδερφή μου από καρκίνο του δωδεκαδακτύλου, το 2006 έφυγε από τη ζωή η μητέρα μου από τον καημό της, το 2007 πέθανε από καρδιά ο αδερφός μου και ένα μήνα αργότερα ο πατέρας μου. Ήταν πολύ δύσκολο να διαχειριστώ όλες αυτές τις απανωτές απώλειες. Παράλληλα, το πρατήριο δεν πήγαινε καλά και, αναγκαστικά, έκλεισε. Παρέμεινα, όμως, στην Πρέβεζα, όπου έβγαλα άδεια και έκανα έναρξη επιτηδεύματος εμπορίας και αποθήκευσης φιαλών υγραερίου και φυσικού αερίου. Δεν μπόρεσα να υλοποιήσω αυτό το εγχείρημα όπως θα ήθελα. Δεν είχα και την απαιτούμενη οικονομική στήριξη.
 
Καθώς δεν μπορούσα να ορθοποδήσω στην Πρέβεζα, πήρα, το 2009, το δρόμο της επιστροφής στην Αθήνα. Εργάστηκα για τρία χρόνια πάλι ως σεκιουριτάς, αλλά λόγω των κακών συνθηκών εργασίας έφυγα και πάλι. Έψαχνα παντού για δουλειά, αλλά δεν έβρισκα. Ευτυχώς που με φιλοξενούσε ένας φίλος μου στο σπίτι του στη Δάφνη, καθώς δεν είχα πλέον δική μου στέγη. Το φαγητό το εξασφάλιζα χάρη στο συσσίτιο του δήμου Αθηναίων και σε ένα κέντρο ημέρας μιας μη κερδοσκοπικής οργάνωσης.
 
Εκεί ήταν που έμαθα για την ύπαρξη της Εθνικής Αστέγων. Ξεκίνησα να συμμετέχω στις προπονήσεις της. Απολάμβανα την επικοινωνία μου με τα παιδιά, επανασυνδέθηκα, δε, με τον αθλητισμό, και μάλιστα με έναν πιο κοινωνικό τρόπο. Μέσα από τα παιδιά της Εθνικής Αστέγων, έμαθα και για τη «σχεδία», όπου ήρθα για πρώτη φορά το 2014. Φορώντας το κόκκινο γιλέκο, αισθάνθηκα πως δεν είμαι πια στο περιθώριο, ένιωσα ισάξιος και ισότιμος πολίτης, επανακοινωνικοποιήθηκα. Η επαφή μου με τον κόσμο με γλίτωσε από πολλά μεγάλα λάθη που θα μπορούσα να είχα κάνει. Το τελευταίο διάστημα μένω σε ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο. Μοιραία, λοιπόν, δεν έχω ρεύμα. Με τα χρήματα, όμως, που κερδίζω από το περιοδικό μπορώ και καλύπτω κάποιες βασικές μου ανάγκες, τη διατροφή μου, τους λογαριασμούς του κινητού μου τηλεφώνου.