01 Μαρτίου 2019

Γιάννης Κακνας, 44 ετών

 

 

— «Με το νοιάξιμο και την αγάπη που εισπράττω από τον κόσμο, άντλησα δύναμη να μπω στο πρόγραμμα απεξάρτησης των Ανώνυμων Αλκοολικών. Εδώ και τρεις μήνες είμαι στεγνός».

 

 

Γεννήθηκα στην Κοζάνη το 1975, Η γυναίκα που με έφερε στη ζωή με παράτησε στο μαιευτήριο και μόλις 33 ημερών υιοθετήθηκα από τους θετούς μου γονείς, που έμεναν στους Αμπελόκηπους Θεσσαλονίκης. Ο θετός μου πατέρας μου εργαζόταν ως επαγγελματίας οδηγός.  Χτυπούσε τη μητέρα μου για το παραμικρό, ακόμη και για το ότι οι ντομάτες που είχε αγοράσει δεν ήταν καλές. Αυτή η ατμόσφαιρα στο σπίτι με έκανε να απομονώνομαι στο δωμάτιό μου και να θέλω να φύγω από εκεί.  Στα επτά μου χρόνια, ένας συμμαθητής μου μού είπε ότι είμαι υιοθετημένος. Δεν ήξερα τι σημαίνει. Όταν ρώτησα τη μητέρα μου, μου έπλασε ένα ωραίο παραμύθι ότι κάποιες γυναίκες που δεν έχουν αυγουλάκια παίρνουν άλλα παιδάκια για να τα μεγαλώσουν. Από τη μία χάρηκα, γιατί πίστευα ότι θα ερχόταν η πραγματική μου μητέρα να με πάρει, αλλά, από την άλλη, άρχισα να αισθάνομαι ότι δεν αξίζω, για αυτό και με παράτησαν. Ένα αίσθημα χαμηλής αυτοεκτίμησης που φούντωσε ακόμη περισσότερο όταν μας παράτησε ο θετός μου πατέρας, κι ενώ ήμουν μόλις εννιά χρόνων. Η μητέρα μου, τότε, άρχισε να δουλεύει ως καθαρίστρια για να ζήσουμε. Στην ηλικία των δώδεκα μόλις χρόνων, ξεκίνησε ο Γολγοθάς μου με το αλκοόλ. Άρχισα να πίνω κρυφά στο δωμάτιό μου, κλέβοντας από το μπαρ του σπιτιού. Έπινα δυο ποτήρια καθημερινά. Το σχολείο το παράτησα στην Α’ Γυμνασίου. Ήθελα να γίνω οικονομικά ανεξάρτητος, ώστε να μπορέσω να φύγω από το σπίτι. Δούλεψα στην οικοδομή τρία χρόνια, στοκάριζα, έβαφα. Στα δεκαπέντε μου, άρχισα να μην μπορώ να ελέγξω τη ροπή μου στο ποτό. Κάτι που επιδεινώθηκε από το γεγονός ότι είχα πιάσει δουλειά σε ένα κλαμπ. Βοηθούσα το θείο μου που ήταν παρκαδόρος στο κλαμπ. Έφτασα, μάλιστα, να γίνω βοηθός σερβιτόρου. Το ποτό ήταν δωρεάν για μένα. Μπορούσα να πιω τέσσερα λίτρα τσίπουρο τη μέρα. Το αλκοόλ μού έβγαζε μια επιθετικότητα. Οδηγούμουν συνέχεια στο αυτόφωρο για διατάραξη κοινής ησυχίας. Είχα πιάσει δουλειά στο εργαστήρι ενός ζαχαροπλαστείου και, αργότερα, ως βοηθός μάγειρα σε ένα μεγάλο ξενοδοχείο της Θεσσαλονίκης ή σε διάφορα μαγαζιά ως βοηθός σερβιτόρου, αλλά δεν με κρατούσαν λόγω του αλκοόλ.  Άλλοτε δεν μπορούσα να ξυπνήσω και άλλοτε πήγαινα στη δουλειά μεθυσμένος. «Φιλότιμο και εργατικό παιδί, αλλά πίνει», έλεγαν πάντα οι εργοδότες μου. Η μητέρα μου προσπαθούσε να μου δώσει να καταλάβω ότι αντιμετώπιζα σοβαρό πρόβλημα με το αλκοόλ. Με είχε προτρέψει να μπω σε πρόγραμμα απεξάρτησης. Εγώ, όμως, δεν το παραδεχόμουν. «Τι κάνω; Πίνω όπως όλος ο κόσμος», καθησύχαζα τον εαυτό μου. Το 2000, μετακομίσαμε με τη μητέρα μου στην Κοζάνη. Είχε νοσήσει από καρκίνο και ήθελε να είναι κοντά στους δικούς της. Εκεί δούλεψα στις μονάδες παραγωγής της ΔΕΗ. Δεν άντεχα άλλο την εξάρτησή μου στο αλκοόλ, ήταν ένα μαρτύριο για μένα. Ήθελα να βάλω ένα τέλος στη ζωή μου. Έκανα δυο απόπειρες αυτοκτονίες. Τη μία πήγα να πηδήξω από το μπαλκόνι και με έσωσε η μητέρα μου, ενώ την άλλη έκοψα τις φλέβες μου και με πρόλαβε λιπόθυμο η μητέρα μου στην μπανιέρα. Τη λυπόμουν για όσα τραβούσε εξαιτίας μου, κι έτσι προσπαθούσα να πίνω μικρότερες ποσότητες αλκοόλ. Μετά το θάνατο της, το 2006, επέστρεψα στη Θεσσαλονίκη. Δεν μπορούσα να μείνω στην Κοζάνη, ήμουν γεμάτος ενοχές, ένιωθα ότι πνιγόμουν. Πήγα να μείνω μαζί με τον πατέρα μου στην Άνω Πόλη. Για τρεις μήνες, μάλιστα, νοσηλεύτηκα σε κλινική απεξάρτησης. Είχα πιάσει και δουλειά σε ένα γραφείο τελετών. Μάλωνα συνέχεια με τον πατέρα μου, λόγω των συνεχόμενων υποτροπών μου. Σε έναν από αυτούς τους τσακωμούς, το 2012, αποφάσισα να φύγω από το σπίτι, ενώ παράτησα και τη δουλειά μου. Για τρία χρόνια έμενα σε εγκαταλελειμμένα σπίτια. Το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να ζητιανεύω για να έχω χρήματα να πίνω. Ο πνευματικός μου, που ήθελε με κάποιον με τρόπο να με βοηθήσει, μου γνώρισε ένα μέλος της ομάδας αυτοβοήθειας Ναρκομανείς Ανώνυμοι. Ο άνθρωπος αυτός, μάλιστα, με πήρε μαζί του στο σπίτι του, ενώ άρχισα να συμμετέχω στις συναντήσεις των ανώνυμων ναρκομανών. Για πρώτη φορά, μπορούσα να εκφράσω αυτό που πραγματικά αισθάνομαι. Αυτή αδελφότητα μου χάρισε ενάμιση χρόνο καθαρότητας από το ποτό. Στις αρχές του 2017, θεωρώντας ότι είχα γίνει καλά, σταμάτησα να πηγαίνω στις συναντήσεις. «Δεν έχω το δικό τους πρόβλημα», έλεγα στον εαυτό μου. Προφανώς ήταν κάτι που με βόλευε να το πιστεύω. Δούλευα ως διανομέας φυλλαδίων και μπορούσα πια να νοικιάσω το δικό μου διαμέρισμα. Το καλοκαίρι, όμως, του 2017 αναγκάστηκα να φύγω από το σπίτι που νοίκιαζα. Χρωστούσα πέντε ενοίκια, εντωμεταξύ είχα ξανακυλήσει στο ποτό. Βρήκα, τελικά, καταφύγιο στο υπνωτήριο του δήμου. Εκεί η κοινωνική λειτουργός με ενημέρωσε για τη «σχεδία». Πρωτοφόρεσα το κόκκινο γιλέκο τον Απρίλιο του 2018. Πριν από λίγες ημέρες συνάντησα ύστερα από 13 ολόκληρα χρόνια σε ένα πόστο μια κοπέλα που θεωρούσε τη μητέρα μου ως μητέρα της και εγώ την αποκαλούσα «αδερφή μου». Χάρηκε που με είδε καλά, με το κόκκινο γιλέκο των αγγέλων, όπως το ονομάζω.  Η «σχεδία» μού έδωσε ξανά πίσω την αξιοπρέπειά μου, είναι η δεύτερη ευκαιρία μου σε αυτή τη ζωή. Με το νοιάξιμο και την αγάπη που εισπράττω από τον κόσμο, άντλησα δύναμη να μπω στο πρόγραμμα απεξάρτησης των Ανώνυμων Αλκοολικών. Είμαι εδώ και τρεις μήνες στεγνός, ενώ έχω καταφέρει να νοικιάσω το δικό μου διαμέρισμα. Αυτό μου δίνει ακόμη μεγαλύτερη δύναμη να συνεχίσω τον αγώνα μου να παραμείνω νηφάλιος.