Shedia

08 November 2021

Γιάννης Γκιουλόγλου

«Εκεί που η πόλη σου φαίνεται απρόσωπη, όλο αυτό αλλάζει καθώς ένας άνθρωπος σου χαμογελάει και έρχεται να σου πιάσει την κουβέντα».

Γεννήθηκα το 1981 στο Ελληνοχώρι του νομού Κορινθίας, σε απόσταση δέκα χιλιομέτρων από την Κόρινθο. Από εκεί καταγόταν η μητέρα μου. Είχε χωρίσει από τον πατέρα μου όταν ήμουν δύο χρονών. Δεν τον έχω δει πάρα μόνο δύο φορές στη ζωή μου. Οι πρώτες μου μνήμες είναι να προσπαθώ να παίξω μπάσκετ στην αυλή του σπιτιού, μόλις τεσσάρων χρόνων, σε μία μικρή μπασκετούλα. Έρχονταν, μάλιστα, και άλλα παιδάκια του χωριού. Όταν ήμουν πέντε ετών και η αδερφή μου ήδη επτά, μετακομίσαμε στην Αθήνα, και συγκεκριμένα στα Πατήσια, για να σπουδάσει η μητέρα μου ειδική αγωγή, κάτι που χρόνια επιθυμούσε να κάνει. Παράλληλα, έκανε διάφορες δουλειές για να μας ζήσει, όπως καθαρίστρια. Εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια εργάζεται ως ειδική παιδαγωγός. Το δρόμο της ειδικής αγωγής ακολούθησε επαγγελματικά κι η αδερφή μου.
 
Από μικρός είχα μεγάλη αγάπη στον αθλητισμό. Έκανα κολύμβηση, καράτε. Κυρίως, όμως, μπάσκετ. Ήμουν, μάλιστα, σε διάφορες ομάδες από τα επτά ώς τα δεκαεπτά μου χρόνια, στη Λαμπρινή, τη Νέα Φιλαδέλφεια. Τα περισσότερα από αυτά, όμως, τα πέρασα στον Πανελλήνιο. Επειδή ήμουν ψηλός, με έβαζαν να παίζω στις θέσεις της ρακέτας. Ονειρευόμουν να γίνω επαγγελματίας αθλητής του μπάσκετ.
 
Στο σχολείο αγαπημένο μου μάθημα ήταν η γεωγραφία. Μου άρεσε να βρίσκω τις πρωτεύουσες των κρατών. Μόλις αποφοίτησα από το λύκειο, δεν ήθελα να σπουδάσω. Καθώς δεν ακολούθησα το δρόμο του μπάσκετ επαγγελματικά, όπως έλπιζα, προσπαθούσα να δω τι είναι εκείνο που μου ταιριάζει. Έκανα διάφορες περιστασιακές δουλειές, σε ταπητουργίες, σε καφετέριες, σε φύλαξη παιδιών με ειδικές ανάγκες. Επί τρία χρόνια, μάλιστα, δεν μπορούσα να βρω καμία δουλειά, παρόλο που έψαχνα. Δεν ήταν εύκολο, καθώς ήμουν ανειδίκευτος. Πίστευα πως είχαν χαθεί τα όνειρά μου. Μου έδινε χαρτζιλίκι η μητέρα μου, η οποία πιεζόταν κι εκείνη οικονομικά. 
 
Η ψυχοθεραπεύτριά μου ήταν εκείνη που μου μίλησε για τη «σχεδία». Πρωτοήρθα στο περιοδικό το 2014. Στην αρχή αισθανόμουν λίγο φόβο, μου φάνηκε δύσκολο, δεν ήξερα τι με περιμένει. Σιγά σιγά, όμως, άρχισα να νιώθω μια οικειότητα. Μιλούσα με τον κόσμο για τα πάντα, από τον καιρό μέχρι τα προβλήματα της καθημερινότητας. Γνώρισα το καλό πρόσωπο των ανθρώπων, το οποίο δεν το γνώριζα. Απολάμβανα αυτήν την αυθόρμητη επικοινωνία με τον κόσμο, στην οποία δεν ήμουν συνηθισμένος, όπως και την ελευθερία που βίωνα. Στη «σχεδία» αισθανόμουν ελεύθερος, καθώς, μετά από χρόνια, μπορούσα να βγάλω τα δικά μου χρήματα. Αυτό που μου κάνει εντύπωση φορώντας το κόκκινο γιλέκο είναι πως βλέπεις τον κόσμο να κινείται, όντας σταματημένος. Κι εκεί που η πόλη σου φαίνεται απρόσωπη, όλο αυτό αλλάζει καθώς ένας άνθρωπος σου χαμογελάει και έρχεται να σου πιάσει την κουβέντα.
 
Τα τελευταία έξι χρόνια, δεν μένω πλέον με τη μητέρα μου. Μπορώ με τα χρήματα που κερδίζω από το περιοδικό να καλύπτω κάποια έξοδα της καθημερινότητας, τη διατροφή μου, τα βιβλία μου. Το 2015, ξεκίνησα σπουδές στο Τμήμα Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η αλήθεια είναι ότι χρωστάω αρκετά μαθήματα. Με κινητοποίησε να τολμήσω αυτό το βήμα η ψυχοθεραπεία που είχα κάνει. Οι θεωρίες της ψυχολογίας, συνήθως, αναφέρονται στα βιώματα των ανθρώπων από τη γέννηση και την παιδική τους ηλικία μέχρι την ηλικία που έχουν φτάσει. Όλα τα μαθήματα της ψυχολογίας σε αυτό συντείνουν. Θεωρώ, όμως, πως οι πιο ωραίοι κλάδοι της ψυχολογίας είναι εκείνοι της γνωστικής ψυχολογίας και της βιοψυχολογίας. Διαβάζοντας ψυχολογία, αρχίζεις να ξαναβιώνεις όλες αυτές τις καταστάσεις και μπορείς να κάνεις καινούριες συμφωνίες με τον ίδιο σου τον εαυτό για όλο σου τη ζωή. Θα ήθελα στο μέλλον, ως επαγγελματίας ψυχολόγος πια, να βοηθήσω τους ανθρώπους να κάνουν αυτό το σύμφωνο με τον εαυτό τους.