Shedia

12 October 2021

Γιάννης Φυτάκης

«Είμαι μόνος μου και δεν έχω έναν  άνθρωπο να πω μια κουβέντα. Μόλις, όμως, πάω στο πόστο και μιλήσω με τον κόσμο, νιώθω άλλος άνθρωπος, νιώθω ότι είμαι κάτι».
 
Γεννήθηκα το 1967 στο Αρκαλοχώρι του νομού Ηρακλείου, που βρίσκεται σε απόσταση περίπου τριάντα χιλιομέτρων από το Ηράκλειο και το οποίο τότε είχε 2.500 κατοίκους. Ο πατέρας μου είχε τσαγκάρικο, ενώ η μητέρα μου ασχολούνταν με το νοικοκυριό. Έχω και μία αδερφή, τρία χρόνια μεγαλύτερη. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν φτωχικά, θυμάμαι που από μικρός βοηθούσα στο μάζεμα των ελιών, βγάζαμε και το δικό μας λάδι. Ο πατέρας μου ήθελε να μου μάθει την τέχνη του τσαγκάρη, εγώ, όμως, αρνιόμουν. Δούλευε όλη μέρα για να τα βγάλουμε πέρα. Ως παιδιά, δεν είχαμε πολλές ασχολίες, αμέσως μετά το σχολείο, το αγαπημένο μας παιχνίδι μας ήταν κυνηγητό και ποδόσφαιρο στις αλάνες μπροστά από τις εκκλησίες του Αγίου Νεκτάριου και της Αγίας Παρασκευής. Η αλήθεια είναι ότι ήμουν μέτριος μαθητής, και μόλις αποφοίτησα από το γυμνάσιο γράφτηκα στη σχολή του ΟΑΕΔ στο Ηράκλειο. Διάλεξα την ειδικότητα του μηχανοτεχνίτη βαρέων μηχανημάτων, δηλαδή φρέζες, τόρνους, πλάνες. Οι άλλες δύο που προσφέρονταν ήταν του κομμωτή και του μηχανικού αυτοκινήτων. Ήταν, ωστόσο, δύσκολη η επαγγελματική αποκατάσταση σε αυτόν τον κλάδο, και έτσι δεν βρήκα δουλειά. Κρίνοντας  εκ των υστέρων, θεωρώ ότι έπρεπε να έχω επιλέξει την ειδικότητα του μηχανικού αυτοκινήτων. 
 
Το 1988, τρεις εβδομάδες μετά την απόλυσή μου από το στρατό, έχασα τον πατέρα μου από ανακοπή καρδιάς. Είχα αρχίσει, μάλιστα, τότε να πηγαίνω στο τσαγκάρικο για να μυηθώ στην τέχνη του. Ο πατέρας μου ήταν το παν για μένα κι ήθελα εκείνη την περίοδο να ακουμπήσω πάνω του. Μετά το χαμό του, ήρθαμε με τη μητέρα μου στη Νίκαια του Πειραιά. Η αδερφή μου είχε παντρευτεί και ήταν ήδη εγκαταστημένη εκεί.  Δούλεψα για τρία χρόνια σε μία εταιρεία χρωμάτων, στο γέμισμα των συσκευασιών, και για δύο χρόνια σε μία βιοτεχνία βοτάνων και αρωματικών φυτών. Έρχονταν τα βότανα σε σακιά και κάναμε τη διαλογή και την επεξεργασία. Τα επόμενα χρόνια, εργάστηκα σε διάφορα σουπερμάρκετ. Το πρώτο ήταν μια τοπική αλυσίδα στη Νίκαια. Εκεί γνώρισα και τη μετέπειτα σύζυγό μου. Εγώ δούλευα στο τμήμα των κρεατικών και εκείνη στο ταμείο. Παντρευτήκαμε το 1999, ενώ το 2007 γεννήθηκε κι ο γιος μας. Στις υπόλοιπες αλυσίδες σουπερμάρκετ όπου εργάστηκα, απασχολήθηκα στο τμήμα τυριών και αλλαντικών. Η τελευταία ήταν μία αλυσίδα, που, εν μέσω οικονομικής κρίσης, έκλεινε όλο και περισσότερα καταστήματά της, μέχρι που, τελικά, έβαλε λουκέτο. 
 
Το 2015, κι ενώ εργαζόμουν σε κατάστημα αυτής της εταιρείας στο Γαλάτσι, ήρθε η απόλυσή μου. Για ενάμιση χρόνο, ζούσα με το επίδομα ανεργίας, ενώ συνέδραμε και η μητέρα μου από τη σύνταξή της. Το 2016, χώρισα και από τη γυναίκα μου. Έψαχνα για δουλειά, ιδίως ως υπάλληλος σε σουπερμάρκετ, καθώς ήξερα καλά το χώρο, αλλά δεν με έπαιρναν. Μόλις άκουγαν την ηλικία μου, πλησίαζα πια στα 50, έκαναν πίσω. Τη «σχεδία» την έμαθα από μία διαφήμιση στην τηλεόραση, έγραψα το τηλέφωνο και την άλλη μέρα κάλεσα στα γραφεία του περιοδικού. Φόρεσα το κόκκινο γιλέκο ύστερα από λίγες μέρες. Το πρώτο μου πόστο θυμάμαι ότι ήταν στο σταθμό του μετρό Συγγρού-Φιξ, αισθάνθηκα σαν να δούλευα στη «σχεδία» δέκα χρόνια, σαν να με έβλεπε συνέχεια ο κόσμος εκεί. Μέχρι τώρα, περιμένω πώς και πώς να ξημερώσει για να πάω στη δουλειά και να φορέσω το κόκκινο γιλέκο. Ποτέ δεν έχω ξανανιώσει τόση αγάπη και καλοσύνη όση από τον κόσμο που αγοράζει το περιοδικό. Στο σπίτι, πλέον, ζω μόνος μου, έχασα τη μητέρα μου πριν από ενάμιση χρόνο. Ο γιος μου είναι όλη μου η ζωή. Είμαι μόνος μου και δεν έχω έναν  άνθρωπο να πω μια κουβέντα. Μόλις, όμως, πάω στο πόστο και μιλήσω με τον κόσμο, νιώθω άλλος άνθρωπος, νιώθω ότι είμαι κάτι. Με τα χρήματα που κερδίζω από το περιοδικό, μπορώ και πληρώνω το ενοίκιό μου, μπορώ να προσφέρω κάτι σε μένα και το παιδί μου.